Αστυπάλαια Αξιοθέατα

Αστυπάλαια

Οι ακτές της Αστυπάλαιας είναι βραχώδεις, με όρμους και παραλίες. Μια μικρή λωρίδα γης περίπου 100 μέτρων, το Στενό, χωρίζει το νησί σε δύο τμήματα το μέσα και το έξω νησί. Στα νοτιοανατολικά υπάρχουν διάφορα μικρά νησιά, όπως η Αγία Κυριακή, ο Χονδρός, το Κουνούπι και ο Κουτσομύτης. Στα δυτικά βρίσκονται οι νησίδες Οφιδούσα, Χτένια, Ποντικούσα και αλλες. Η πρωτεύουσα και κύριο λιμάνι του νησιού είναι η Αστροπαλιά, ή Χώρα.

Το ανατολικό τμήμα της νήσου Αστυπάλαιας, οι γύρω νησίδες, η Οφιδούσα και η θαλάσσια ζώνη τους (ακρωτήριο Λάντρα – ακρωτήριο Βρύση} είναι προστατευόμενοι βιότοποι του Natura 2000.

Εκτός από την Χώρα που είναι η πρωτεύουσα, υπάρχει ένα ακόμη χωριό που ονομάζεται Ανάληψη (παλιά ονομασία Μαλτεζάνα ή Μαρτιζάνα) και απέχει δέκα χλμ από την Χώρα. Εδώ βρίσκεται και το αεροδρόμιο του νησιού. Τους καλοκαιρινούς μήνες κατοικείται και το Λιβάδι, παραθαλάσσιος οικισμός, που βρίσκεται σε πολύ μικρή απόσταση από την Χώρα. Ενας ακόμη μικροσκοπικός οικισμός λέγεται Βαθύ.

Το σπουδαιότερο αξιοθέατο είναι το κάστρο της Αστροπαλιάς που αποτελεί κατάλοιπο της Ενετοκρατίας. Στις παρυφές του κάστρου βρίσκεται και η ονομαστή εκκλησία της Παναγίας της Πορταίτισσας, που γιορτάζει στις 15 Αυγούστου. Στο πανηγύρι της προσφέρεται δωρεάν δείπνο σε όλους, με πρώτο πιάτο την σπεσιαλιτέ του νησιού, το Λαμπριανό, (κατσικάκι γεμιστό με ρύζι και συκωτάκια)

Σήμα κατατεθέν του νησιού είναι και οι πολύ καλά διατηρημένοι ανεμόμυλοι. Αξιο επίσκεψης είναι επίσης το κάστρο του Αγίου Ιωάννη, καθώς και τα δύο σπήλαια του νησιού, πλούσια σε σταλακτίτες και σταλαγμίτες. Στην Χώρα βρίσκεται και το Αρχαιολογικό μουσείο της νήσου, με αρκετά εξαιρετικά εκθέματα.




Αστυπάλαια Ιστορία

Αστυπάλαια

Κατά την μυθολογία, η Αστυπάλαια και η Ευρώπη ήσαν κόρες του Φοίνικος και της Περιμήδης. Από την ένωση της Αστυπάλαιας με τον Ποσειδώνα γεννήθηκε ο αργοναύτης Αγγαίος και ο βασιλιάς της Κω Ευρύπυλος.

Σύμφωνα με τον Στέφανο τον Βυζάντιο, η Αστυπάλαια κατοικήθηκε αρχικά από Κάρες, που πρώτοι την ονόμασαν Πύρρα. Κατά τον Οβίδιο, το νησί πέρασε από την κατοχή της Κρήτης, τον καιρό του Μίνωα, ενώ αργότερα εξελληνίστηκε από αποίκους που ήρθαν από τα Μέγαρα. Μεγαρείς αποίκους στην Αστυπάλαια, πατρίδα του ολυμπιονίκη Κλεομήδη, αναφέρει και ο Σκύμνος. Ακόμη, μια επιγραφή του Δ πχ αιώνα που βρέθηκε στο ασκληπιείο της Επιδαύρου αναφέρει τους πρώτους Αστυπαλίτες ως Αργολικής καταγωγής.

Κατά τους αρχαίους χρόνους πρέπει να παρουσίασε ιδιαίτερη ακμή, όπως μαρτυρούν διάφορα ευρήματα, κυρίως νομίσματα, που βρέθηκαν στο νησί αλλά και οι συχνές αναφορές σε κείμενα αρχαίων συγγραφέων. Το όνομα της νήσου περιλαμβάνεται στις αναγραφές των φόρων των Αθηναίων, ήταν επομένως φόρου υποτελής στην Αθήνα. Από τις ίδιες πηγές, μαθαίνουμε ακόμη ότι υπήρχαν ιερά της Αθηνάς, του Δία, του Απόλλωνα, του Ασκληπιού, της Περσεφόνης και της Αρτέμιδος, καθώς επίσης και Πρυτανείο, Θέατρο, Στοά και Αγορά. Επίσης, από την Αστυπάλαια καταγόταν ο ιστορικός Ονησίκριτος που πήρε μέρος στην εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Κατά την Ελληνιστική εποχή, η Αστυπάλαια υπήρξε λιμάνι σταθμός των Πτολεμαίων της Αιγύπτου και υποστηρίζεται ότι εκείνη την περίοδο ιδρύεται στο νησί νομισματοκοπείο, ενώ κατά την Ρωμαική περίοδο παρουσίασε σημαντική ακμή, χάρις στα πολλά φυσικά λιμάνια που αποτελούσαν ορμητήριο κατά των πειρατών. Αναφέρεται ιδιαίτερη συνθήκη με τους Ρωμαίους, το 149 πχ για χρήση του νησιού ως ναυτιλιακού σταθμού με αντάλλαγμα την αυτονομία του, συνθήκη που ανανεώθηκε το 105 πχ και η Αστυπάλαια απέκτησε την προσωνυμία Civitas Foederata.

Κατά την Bυζαντινή εποχή τα νησιά του Αιγαίου Πελάγους, του Aρχιπελάγους, έπαιξαν τον ρόλο ναυτικών βάσεων με στρατηγική σημασία ως προς τον έλεγχο των διεθνών διελεύσεων. Η Αστυπάλαια υπάγεται κι αυτή στο θέμα του Αιγαίου, στην Bυζαντινή δηλαδή επαρχία των Κυκλάδων. Ολόκληρη η περίοδος χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερα έντονη ανασφάλεια των νησιωτικών πληθυσμών, που εντείνεται τον 7ο αιώνα μχ με την δημιουργία του Αραβικού κράτους και την εγκατάσταση πειρατικών βάσεων στην Κιλικία, Σικελία και Κρήτη. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί η Πάρος, η οποία τον 7ο ή 8ο αιώνα, εγκαταλείπεται τελείως και γίνεται ορμητήριο πειρατών.

Γενικά, η έξαρση της πειρατείας έχει άμεσο αντίκτυπο στην οικιστική δομή της περιοχής, με την παρακμή των παράλιων οικισμών, την μετακίνηση των πληθυσμών προς το εσωτερικό των νησιών και την ανέγερση ορισμένων κάστρων για προστασία, από την Βυζαντινή διοίκηση, σε όσα από τα νησιά δεν έμειναν εντελώς έρημα. Στην Αστυπάλαια την εποχή αυτή ενδέχεται να ανάγεται το κάστρο του Αγίου Ιωάννη, στη νοτιοδυτική ακτή του νησιού, το οποίο αναφέρεται από τον αρχαιολόγο Ludwing Ross και σημειώνεται σε χάρτη του Buon Delmonti. Ομως η γενική εξασθένιση του Βυζαντινού κράτους πριν την κατάκτηση του από τους Λατίνους, είχε ως συνέπεια την εγκατάλειψη των νησιών του νοτίου Αιγαίου από τον Βυζαντινό στόλο και οπωσδήποτε την έλλειψη ελέγχου της ναυσιπλοίας.

Με την άλωση της Κωνσταντινούπολης και την κατάλυση του Βυζαντινού κράτους από τους Φράγκους, το 1204 το δυτικό φεουδαλικό σύστημα επεκτείνεται και στον Ελλαδικό χώρο, με την διανομή των γαιών της Βυζαντινής αυτοκρατορίας μεταξύ των Φράγκων κατακτητών. Οι Κυκλάδες και τα άλλα νησιά του αρχιπελάγους περιέρχονται στην δικαιοδοσία της Βενετίας. Η κατάκτηση των νησιών και η δημιουργία του δουκάτου της Νάξου πραγματοποιούνται από τον Ενετό Marco Sanudo (ανηψιό του δόγη της Βενετίας ) με τη μορφή ιδιωτικής επιχείρησης. Ετσι ιδρύθηκε το δουκάτο της Νάξου, που διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις στην περιοχή, με τον έλεγχο των στενών προς όφελος της Βενετίας, διατηρώντας ταυτόχρονα και μια σχετική ανεξαρτησία.

Η Αστυπάλαια, κατά τον Gerola, παραχωρήθηκε το 1207 από τον δούκα του αρχιπελάγους Marco Sanudo στον Ενετό ευγενή Giovanni I Querini, σε ανταπόδοση των υπηρεσιών του τελευταίου κατά την ίδρυση του νέου δουκάτου. Ο Querini θεωρήθηκε έτσι ως ιδρυτής και πρώτος ιδιοκτήτης μιας οίκησης, που αποτέλεσε τον πυρήνα του σημερινού οικισμού. Σύμφωνα με τον Raymond Joseph Loenertz όμως, που έχει ασχοληθεί διεξοδικά με την γενεαλογία των Querini, η οικογένεια απέκτησε την κυριότητα του νησιού μόλις το 1413 Πάντως, σαφείς πληροφορίες για την πιθανή πρώτη αυτή οίκηση, καθώς επίσης και τον όποιο εποικισμό του νησιού, δεν υπάρχουν.

Από το 1207 ως και τις αρχές του 14ου αιώνα, επικρατεί στο Αιγαίο σχετική ειρήνη, με την εδραίωση της Φράγκικης παρουσίας στο αρχιπέλαγος, η πειρατεία όμως εξακολουθεί να μαστίζει τα νησιά και κατά την εποχή αυτή.

Για τον λόγο αυτό, μετά τα πρώτα 50 χρόνια Λατινικής κυριαρχίας, διαπιστώνεται ότι όλα σχεδόν τα νησιά έχουν κάποιου είδους οχύρωση. Πάντως, τον πρώτο αιώνα μετά την Φράγκικη κατάκτηση, τα νησιά που είχαν ερημωθεί από τις επιδρομές των Αράβων έχουν επαναποικισθεί. Ετσι ενώ στα χρόνια που πέρασαν είχαν ερημωθεί ακόμα και μεγάλα νησιά, στα μέσα του 14ου αιώνα παρουσιάζονται κατοικημένα πολυάριθμα μικρότερα, όπως η Αμοργός. Σέριφος, Σίφνος, Φολέγανδρος, Ανάφη ακόμη και η Αστυπάλαια.

Η Αστυπάλαια στα 1269 επανέρχεται στην Βυζαντινή αυτοκρατορία, μετά την ανακατάληψη της από τον ναύαρχο του Βυζαντίου Λικάριο μαζί με άλλα νησιά, όπως η Σίφνος.

Σύμφωνα με τον Gerola, το 1310 συνδυασμένη επιχείρηση του Giovanni II Querini και της οικογένειας των Γκριμάνι, αποκαθιστά την κυριότητα της δυναστείας στο νησί, με συνιδιοκτήτη αυτή τη φορά την οικογένεια των Grimani. Η αναφορά αυτή, δεν συμβιβάζεται με τις απόψεις του Loenertz, ο οποίος γράφει ότι τα περί ανάκτησης του νησιού, το 1310 από τους Querini, οφείλονται στον Karl Hopf αλλά δεν πιστοποιούνται. Αντίθετα πιστοποιείται από τον Loenertz η παρουσία των Grimani στην Αστυπάλαια, οι οποίοι το 1384 εμφανίζονται ως κύριοι της Αστύπαλαιας και της Αμοργού.

Πάντως, μετά τα πρώτα χρόνια της Φραγκικής κατάκτησης, παρατηρείται μια γενική επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης στο αρχιπέλαγος. Η αιώνια ανασφάλεια στο νησιωτικό χώρο οξύνεται στις αρχές του 14 αιώνα με την πύκνωση των εμφανίσεων Τούρκων πειρατών. Το 1318 σηματοδοτεί τη νέα αυτή περίοδο αναστάτωσης στο Αιγαίο με συγκεκριμένες αναφορές σε ολοκληρωτικές ερημώσεις νησιών.

Οι επιδρομές και οι αρπαγές των Τούρκων κατά τον 14 αιώνα δεν περιορίζονται στο Αιγαίο, όπου η πειρατεία ήταν το γενικό φαινόμενο, αλλά επεκτείνονται μέχρι και το Ιόνιο. Από τα παράλια λοιπόν της Μικράς Ασίας, ιδίως από το εμιράτο του Μεντεσέ, πραγματική φωλιά πειρατών, πλέουν οι Τούρκοι στα απέναντι Δωδεκάνησα, αρπάζουν κοπάδια, σοδειές και αιχμαλωτίζουν τους κατοίκους. Την εποχή αυτή πολλά νησιά του Αιγαίου ερημώνονται για λίγα ή πολλά χρόνια, όπως η Τένεδος στο 1383 ή η Αστυπάλαια στο 1341 όταν επέδραμαν Τούρκοι από την Μικρά Ασία με επικεφαλής τον Omar Morbassan, εμίρη του Αιδινίου. Η καταστροφή απο την επιδρομή ήταν μεγάλη, με αποτέλεσμα το νησί να εγκαταλειφθεί τελείως για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Η συνεχώς αυξανόμενη παρουσία των Τούρκων, αναγκάζει την Βενετία σε αναθεώρηση της πολιτικής της, της σχετικής ανεξαρτησίας των διαφόρων αρχόντων και σε ανάληψη άμεσης διοίκησης. Ετσι η δυναστεία των Γκύζη της Τήνου και Μυκόνου σβήνει το 1390 το δουκάτο της Νάξου όμως εξακολουθεί την ανεξάρτητη πορεία του. Τελικά, η συστηματική οχύρωση των οικισμών του Αιγαίου ανάγεται ακριβώς στο δεύτερο μισό του 14ου αιώνα και στις αρχές του 15ου Στην ίδια περίοδο εντάσσεται και η περίπτωση οχύρωσης της Αστυπάλαιας.

Το 1413 ο Giovanni IV Zannaki Querini, διοικητής της Τήνου και Μυκόνου, εποικίζει εκ νέου το έρημο νησί και εξασφαλίζει τις προυποθέσεις για μια μόνιμη παρουσία. Το γεγονός πιστοποιείται απο όλους τους μελετητές. Με οικονομική συνεισφορά των Grimani κτίζει το Κάστρο (ή ανακαινίζει προυπάρχουσα οχύρωση) και μεταφέρει εποίκους από την Τήνο και την Μύκονο για να αξιοποιήσει το τιμάριο. Το όλο εγxείρημα επισημοποιείται με την μετονομασία του νησιού σε Αστυ – νέα. Η μαζική και οργανωμένη αυτή πληθυσμιακή μεταφορά προσέκρουσε σε έντονη αντίδραση της Βενετικής διοίκησης, η οποία προσπάθησε να επιβάλει επιστροφή των εποίκων στα νησιά τους, χωρίς όμως επιτυχία.

Τελικά η ουσιαστική ίδρυση του νεότερου οικισμού της Αστυπάλαιας οφείλεται σε μια οργανωμένη και χρονικά εντοπισμένη προσπάθεια εκμετάλλευσης της φεουδαρχικής ιδιοκτησίας και συνδέεται με πράξη εποικισμού μέσω μαζικής μεταφοράς καλλιεργητών, φαινόμενο συνηθισμένο βέβαια στον Μεσαίωνα και ιδιαίτερα στις αποικίες των Φράγκων στην Ανατολή. Ακόμη, συμπίπτει χρονικά με την μείωση της επιρροής της Βενετίας στον χώρο του Αιγαίου, την συρρίκνωση του εμπορίου της Ανατολής και την βούληση της Βενετικής διοίκησης για καλύτερη οργάνωση της άμυνας των κτήσεων της (το κάστρο της Αντιπάρου κτίζεται κι αυτό τον 15ο αιώνα.

Ο Goavanni IV Zannaki Querini πεθαίνει το 1421 και ο διάδοχος του, Giovanni, πάλι Querini, αποκτά το 1446 το ένα τέταρτο της Αμοργού, με παραχώρηση από την Βενετική διοίκηση. Η συνιδιοκτησία της Αμοργού από τους Querini και τους Grimani πιστοποιεί τις σχέσεις των δύο οικογενειών, που, κατά τον Gerola, ανάγονται στην εποχή του Giovanni II Querini και την κοινή τους προσπάθεια ανάκτησης της Αστυπάλαιας.

Με τον θάνατο του Giovvani Querini, η Αστυπάλαια και η νέα κτήση της Αμοργού περιέρχονται στον Francesco, γιο του Giovanni Zanaki Querini, υπό την κυριαρχία του οποίου ο πληθυσμός της Αστυπάλαιας ανέρχεται το 1470 σε 400 μόλις άτομα. Το 1494 καταλύεται η ανεξαρτησία του δουκάτου της Νάξου, στα πλαίσια της αμεσότερης ανάμειξης της Βενετίας στο Αιγαίο, η προσπάθεια όμως δεν απέτρεψε την Οθωμανική εξάπλωση. Το 1537 ο Σουλειμάν Α ο Μεγαλοπρεπής, εκστρατεύει εναντίον της Κέρκυρας, με αρχηγό του στόλου τον Χαιρεντίν Μπαρμπαρόσα. Η αποτυχία του εγχειρήματος στρέφει τον τελευταίο προς τις Φραγκικές κτήσεις του Αιγαίου. Ερημώνει τα Κύθηρα, προσβάλλει την Αίγινα και την Κέα, παίρνοντας 1200 σκλάβους και συνεχίζει εναντίον των Κυκλάδων. Δεν είναι ξεκάθαρο ποια νησιά επέταξε κατά σειρά, αλλά πάντως κατέλυσε τις τοπικές δυναστείες των Michieli στην Σέριφο, των Pisani στην Ιο, Ανάφη, Αντίπαρο και των Querini στην Αστυπάλαια και Αμοργό. Η Ενετική κατοχή επομένως για την Αστυπάλαια τελειώνει το 1537 χωρίς όμως καταστρεπτικά αποτελέσματα, ίσως γιατί το νησί είχε δηλώσει υποταγή προ της καταλήψεως του. Ανεξάρτητα απο αυτό, το 1540 με συνθήκη Βενετίας – Τουρκίας η Αστυπάλαια αποδίδεται επίσημα στην Οθωμανική αυτοκρατορία.

Από το 1537 έως το 1566 το νησί αυτοδιοικείται από το συμβούλιο δημογερόντων, εκλεγόμενο με δικαστική, δημοσιονομική και διοικητική εξουσία. Το 1566 επί της εποχής του γιου του Σουλειμάν Α του Σελίμ του Β καταλύεται και το εναπομένον δουκάτο του Αιγαίου και αποδίδεται στον Εβραίο τραπεζίτη, ευνοούμενο του Σουλτάνου, Ιωσήφ Νάζη. Η Αστυπάλαια είναι ένα από τα νησιά που περιλαμβάνονται στη δικαιοδοσία του.

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας συνεχίζεται κατά κάποιο τρόπο και η οργάνωση του παλαιού δουκάτου του Αιγαίου, που αποτελεί πια το σαντζάκι της Νάξου. Οι διοικητές του σαντζακίου είναι εκμισθωτές φόρων (Τούρκοι και αργότερα Έλληνες) που διοικούν κατά το παλιό φεουδαρχικό σύστημα αποδίδοντας φόρους στον Καπουδάν Πασά. Το σύστημα όμως ατονεί σιγά σιγά και η διοίκηση περνάει στους μπέηδες κάθε νησιού ή συγκροτήματος νησιών, οι οποίοι όμως, από φόβο των πειρατών, αποφεύγουν να μένουν στα νησιά και έτσι, από τις αρχές του 17ου αιώνα κυρίως, αναπτύσσεται η τοπική αυτοδιοίκηση σε κάθε νησί. Με την επιβολή πάντως των Οθωμανών στο Αιγαίο και τον επανεποικισμό των νησιών, στην Αστυπάλαια μεταφέρεται Αλβανικός πληθυσμός, παρατηρείται βαθμιαία ύφεση των μεγάλων πειρατικών επιδρομών, με περιορισμό της δράσεως μεγάλων πειρατικών καραβιών και επιχειρήσεων.

Νέα ένταση της αναρχίας στο Αιγαίο σημειώνεται κατά τον 17ο αιώνα, με τις επιδρομές κυρίως δυτικοευρωπαίων καθολικών πειρατών, κυρίως Γάλλων, στην υπηρεσία του δούκα της Τοσκάνης, που έχουν ορμητήριο την Μάλτα (Ιππότες του Αγίου Ιωάννη ) το Λιβόρνο (Ιππότες του Αγίου Στεφάνου ) και την Μαγιόρκα. Η ένταση της πειρατείας στο Αιγαίο προυποθέτει βέβαια την συνεργασία των νησιωτών, οι οποίοι αναγκάζονται να προσαρμοσθούν σε αυτή την κατάσταση, συναλλασσόμενοι και συνεργαζόμενοι με τους πειρατές και αποκτούν έτσι μεγάλη πείρα στη ναυτιλία, ως πλοηγοί στα ξένα πλοία.

Για την Αστυπάλαια έχουμε πληροφορίες ότι ανήκε και αυτή στις πειρατοφωλιές, όπως και η Σύρα, Μήλος, Κίμωλος, Επισκοπή. Η παραμονή Τούρκων γινόταν έτσι όλο και πιο ανασφαλής στην περιοχή, με αποτέλεσμα την αδυναμία της κεντρικής εξουσίας να ασκεί τη διοίκηση σε όλη της την έκταση και κατά συνέπεια την ανάπτυξη του κοινοτικού συστήματος διοίκησης. Η ακαταστασία στην περιοχή εντείνεται ακόμη περισσότερο με τον ΤουρκοΕνετικό πόλεμο του 1683 – 1699 και την συμμετοχή Φράγκων πειρατών σε αυτόν. Οι νησιώτες αναγκάζονταν να επανδρώσουν Τουρκικά πλοία και δημιουργήθηκαν με αυτόν τον τρόπο οι βάσεις για τη ναυτιλιακή ανάπτυξη των νησιών. Η ναυτιλία στο Αιγαίο εξελίχθηκε σε εμπορική κυρίως μετά την εδραίωση της Τουρκικής κυριαρχίας και τον περιορισμό του εμπορίου των Ενετών.

Γενικά τον 18ο και τον 19ο αιώνα η οικονομία των νησιών ακολουθεί μια ανοδική πορεία με παράλληλη άνοδο του πληθυσμού. Η Αστυπάλαια με γεωργοκτηνοτροφική κυρίως παραγωγή παρουσιάζει μια εμπορική δραστηριότητα, στην περιφέρεια όμως της Σύμης και της Καλύμνου. Ετσι, στα 1806 ο περιηγητής Turner αναφέρει για την Αστυπάλαια πληθυσμό 2000 κατοίκων, ενώ ο John Galt στην περιήγηση του στην Ανατολή, μεταξύ 1809 – 1811 αναφέρει για το νησί πληθυσμό 1500 κατοίκων και παραγωγή 20000 κιλά σιτάρι.

Στις 4 Μαίου 1823 οι Αστυπαλίτες κατήργησαν την Οθωμανική κυριαρχία και έλαβαν μέρος στη ναυμαχία του Γέροντα. Κατά την διοικητική διαίρεση του 1828 που έγινε από τον Καποδίστρια, περιελήφθη στο νέο Ελληνικό κράτος, αργότερα όμως με το πρωτόκολλο των προστάτιδων δυνάμεων του 1830 αποδόθηκε στην Οθωμανική αυτοκρατορία.

Στο διάστημα του 1830 – 1870 η οικονομία του νησιού αναπτύσσεται, με την ισχυροποίηση του διαμετακομιστικού εμπορίου. Η βιομηχανική όμως επανάσταση στην Ευρώπη και η καταστροφή του περίφημου εμπορίου της ανατολής, αναστατώνουν τις δομές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας με δυσμενείς συνέπειες για το νησί. Επιχειρείται συγκέντρωση του ελέγχου και της εξουσίας, με την επιβολή φόρων και κατάργηση, μετά το 1870 των προνομίων. Η Αστυπάλαια πλέον δεν μπορεί να ζήσει τον πληθυσμό της, που υπερβαίνει τις 4000 και αρχίζει η μετανάστευση. Oι περισσότεροι αχθοφόροι κατά την περίοδο ακμής της Σύρου κατάγονταν από την Αστυπάλαια. Ο χαρακτηρισμός Αστροπαλίτης υποβαθμίστηκε έτσι ώστε να σημαίνει γενικά τον χαμάλη. Στη συνέχεια, επειδή οι Αστροπαλίτες αυτοί δεν ήταν ούτε δημότες αλλά ούτε εγγεγραμμένοι στα μητρώα του λιμένος Σύρου, έφθασε ο όρος Αστροπαλίτης να σημαίνει παράλληλα και εκείνον που δεν είχε δικαίωμα ψήφου.

Τον Απρίλιο του 1912 κατά τον ΙταλοΤουρκικό πόλεμο, το νησί καταλαμβάνεται απο την Ιταλία. Τον Μάιο του 1914 καθώς οι διωγμοί στα απένταντι Μικρασιατικά παράλια είχαν ενταθεί ενάντια στο Ελληνικό στοιχείο, πολλοί Μικρασιάτες κατέφυγαν στα νησιά ανάμεσα στα οποία και η Αστυπάλαια. Τους τελευταίους μήνες του 1918 μετά την λήξη του Α Παγκοσμίου πολέμου για την Τουρκία, άρχισε η επιστροφή των προσφυγών στην Μικρά Ασία. Συγκεκριμένα, με την ανακωχή του Μούδρου (1918) και την αποβίβαση του Ελληνικού στρατού στην Σμύρνη (1919) αρκετοί πρόσφυγες που είχαν παραμείνει στα Δωδεκάνησα επέστρεψαν στην Μικρά Ασία, αλλά προσωρινά, όπως αποδείχθηκε.

Μετά την Μικρασιατική καταστροφή, πολλές οικογένειες Μικρασιατών εγκαταστάθηκαν πλεόν οριστικά στην Αστυπάλαια και τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα.

Η Ιταλική κυριαρχία διήρκεσε μέχρι τον Β Παγκόσμιο πόλεμο, οπότε παραχωρείται στην Ελλάδα, μαζί με τα άλλα Δωδεκάνησα. Η επίσημη ενσωμάτωση με την Ελλάδα έγινε στις 7 Μαρτίου του 1948



Αστυπάλαια Πληροφορίες

Αστυπάλαια

H Αστυπάλαια (Αστροπαλιά ή Αστυπάλια) είναι νησί του Αιγαίου με 1334 κατοίκους. Η Αστυπάλαια ανήκει διοικητικά στα Δωδεκάνησα, αλλά γεωγραφικά και πολιτισμικά βρίσκεται στο μεταίχμιο ανάμεσα στα Δωδεκάνησα και στις Κυκλάδες.

Οι κάτοικοί της λέγονται Αστυπαλίτες ή Αστροπαλίτες.

Κατά μία άποψη, το νησί ονομάστηκε έτσι (άστυ και παλαιός) από τους Δωριείς κατοίκους του, οι οποίοι βρήκαν στην περιοχή ίχνη παλαιότερου οικισμού των Φοινίκων, κατά τους ισχυρισμούς αρχαιολόγων. Το νησί απεκτησε και άλλα ονόματα, όπως Πύρρα (για το ερυθρό χρώμα της γής ) Πυλαία, Θεών Τράπεζα και Ιχθυόεσσα.

Η Αστυπάλαια συνδέεται ακτοπλοικά με τον Πειραιά και τα άλλα νησιά των Δωδεκανήσων μέσω του λιμανιού της Σκάλας. Στο νησί υπάρχει και αεροδρόμιο με σχετικά καλή σύνδεση με Αθήνα, Λέρο Κω και Ρόδο.




Αστυπάλαια Astypalaia

Αστυπάλαια