Γύθειο Αξιοθέατα

Γύθειο

Το σύγχρονο Γύθειο υψώνεται αμφιθεατρικά στους ανατολικούς πρόποδες του αρχαίου Λαρυσίου όρους, που σήμερα ονομάζεται από τους ντόπιους Ακούμαρος ή Κούμαρος. Ο Ακούμαρος βρίσκεται ακριβώς πάνω από το κυρίως λιμάνι, που θεωρείται το ασφαλέστερο της νοτιοανατολικής Πελοποννήσου και από το οποίο πραγματοποιούνται εξαγωγές εσπεριδοειδών (κυρίως πορτοκαλιών) λαδιού, ελιάς.

Το λιμάνι του Γυθείου, παρά το γεγονός ότι είναι ασφαλέστατο και βρισκόμενο σε πολύ εμπορικά πλεονεκτική θέση, είναι αβαθές με αποτέλεσμα να μη μπορούν να προσδέσουν σε αυτό μεγαλύτερα εμπορικά ή τουριστικά πλοία. Τα περισσότερα είναι μικρά αλιευτικά σκάφη και κάποια ιδιωτικά ιστιοφόρα. Αυτός είναι ο λόγος που παρά το γεγονός ότι η πόλη λόγω της θέσης της παρουσιάζει σημαντικό τουριστικό ενδιαφέρον, δύο τρία κρουαζερόπολοια με ξένους τουρίστες που επισκέπτονται το Γύθειο το καλοκαίρι, δένουν στα ανοικτά και οι τουρίστες μεταφέρονται με βάρκες.

Ωστόσο τα τελευταία χρόνια (από το 2012) με κονδύλια από το ΕΣΠΑ έγιναν εργασίες εκβάθυνσης στον ανατολικό λιμενοβραχίονα και δημιουργήθηκε μεγάλη προβλήτα. Οι κάτοικοι του Γυθείου αλλά και των γύρω περιοχών πιστεύουν ότι εαν η πόλη τους αποκτήσει ένα κανονικό λιμάνι, το Γύθειο θα γνωρίσει πολύ μεγάλη οικονομική ανάπτυξη.




Γύθειο Ιστορία

Γύθειο

Ο πρώτος που ξεκίνησε τις αρχαιολογικές έρευνες στο Γύθειο ήταν ο Ανδρέας Σκιάς το 1891 αποκαλύπτοντας το αρχαίο θέατρο του Γυθείου στο βόρειο άκρο του, καθώς και ακρόπολη δυτικά του θεάτρου. Το έργο εκείνου συνέχισαν πολλοί άλλοι, μεταξύ των οποίων και η Αγγλική αρχαιολογική σχολή.

Από την μελέτη των αρχαιολογικών και σπηλαιολογικών ευρημάτων και των σχετικών αναφορών των αρχαίων Ελλήνων και Λατίνων συγγραφέων, έχουν παρουσιασθεί σπουδαία συγγράμματα για την ιστορία του Γυθείου. Μεταξύ αυτών αξίζει να αναφερθούν εκείνα των: Ιωάννη Πατσουράκου (1902) Καψάλη, Καλονάρου, Σκοπετέα, Τσιλιβάκου, Δασκαλάκη, Κουγέα.

Σύμφωνα με τον γεωγράφο του 2ου αιώνα μΧ Παυσανία, ο Πάρις πέρασε στο Γύθειο την πρώτη του νύχτα με την Ωραία Ελένη ύστερα από την αρπαγή της. Σύμφωνα με έναν αρχαίο θρύλο, το Γύθειο ιδρύθηκε από τον Ηρακλή και τον Απόλλωνα. Υπήρξε κατά την αρχαιότητα το επίνειο της Σπάρτης, που βρίσκεται 40 χιλιόμετρα βορειότερα.

Την περίοδο 195 πχ – 297 μχ το Γύθειο φέρεται ανεξάρτητο από την Σπάρτη, πρωτεύουσα του Κοινού των Ελευθερολακώνων, στολισμένο με μαρμάρινα μέγαρα, ιερά, ναούς θεών και πολλά καλλιτεχνήματα. Πολλά ερείπια από την Ρωμαική εποχή διασώζονται στην ευρύτερη περιοχή, ενώ από την αρχαιότητα διασώζονται στην παλιά πόλη το αρχαίο θέατρο και στον λόφο πίσω από την πόλη τα ερείπια ενός ιερού του Διονύσου.

Το 375 μχ συνέβη ένας μεγάλος σεισμός και το παλιρροιακό κύμα που δημιουργήθηκε καταπόντισε το Γύθειο στα νερά του Λακωνικού κόλπου θάβοντας ή πνίγοντας τους κατοίκους του, όσους δεν πρόλαβαν να καταφύγουν στα γύρω υψώματα. Ετσι, από την παλαιά πόλη έμεινε μόνο ένα τμήμα που σήμερα λέγεται Παλαιόπολη, το βορειοανατολικό τμήμα του σημερινού Γυθείου. Σε αυτό το τμήμα και στον παρακείμενο θαλάσσιο βυθό, βρέθηκαν τα περισσότερα αρχαία μάρμαρα, ψηφιδωτά δάπεδα, τμήματα αγαλμάτων θεών, ηρώων και αρχόντων, καθώς και θεμέλια οικοδομών, που αποτελούν τους θλιβερούς μάρτυρες της άλλοτε λαμπροστόλιστης πόλης.

Με το πέρασμα των αιώνων, οι επιχώσεις των χειμάρρων των γύρω υψωμάτων έθαψαν και τα τελευταία ίχνη της αρχαίας πόλης. Ετσι, κατά τον Μεσαίωνα, το Γύθειο ήταν τελείως ξεχασμένο. Η τοποθεσία που προυπήρξε, ονομάστηκε Μαραθονήσι, από το γνωστό μυρωδικό φυτό, το μάραθο, που βλάστανε πλούσια στη νησίδα Κρανάη και τη γύρω στεριά.

Τον 17ο αιώνα η περιοχή αυτή ήταν ένας λόγγος γεμάτη αγρίμια και βάλτους και τελείως ερημική από ανθρώπινη ζωή. Οι Μανιάτες που κατοικούσαν στην ενδοχώρα ούτε που πλησίαζαν την περιοχή αυτή αποφεύγοντας αφενός τον τρομερό κίνδυνο της θανατηφόρου ελονοσίας, αφετέρου τις ληστρικές επιδρομές των Οθωμανών κουρσάρων. Οι δε Τούρκοι διατηρούσαν μόνο μια φρουρά, στο βόρειο ύψωμα της Σεληνίτσας, σημερινή βόρεια παραλία του Γυθείου και δυτικά της περιοχής είχαν το Φράγκικο κάστρο του Πασσαβά σχηματίζοντας έτσι την μοναδική σφήνα στην ελεύθερη περιοχή της Μάνης.

Το 1685 οι Ενετοί, ευρισκόμενοι σε πόλεμο με τους Τούρκους και βοηθούμενοι από τους Μανιάτες, κατέλαβαν το κάστρο του Πασσαβά και εξόντωσαν την εκεί φρουρά. Η κατάληψη αυτού του οχυρού υπήρξε σημαντική στην ιστορία της Μάνης, χαρίζοντας στους Μανιάτες την ασφάλεια της ελεύθερης επικοινωνίας με το Μαραθονήσι, που άρχισαν σιγά σιγά να κατοικούν. Μάλιστα, δύο χρόνια μετά, τον Αύγουστο του 1687 όταν ο Βενετός στρατηγός Πολάνι βοηθούμενος από 6000 Μανιάτες επιχειρούσε την κατάληψη του Μυστρά, ο ναύαρχος Μοροζίνι κατέπλευσε στον όρμο του Μαραθονησίου.

Στις 23 Μαρτίου του 1821 οι Γρηγοράκηδες, μαζί με άλλους οπλαρχηγούς της ανατολικής Μάνης, τον Κοσονάκο, τον Κατσούλη και άλλους, ύψωσαν στο Μαραθονήσι Γύθειο την σημαία της επανάστασης έχοντας προηγουμένως συγκροτήσει ένοπλα σώματα.




Γύθειο Πληροφορίες

Γύθειο

Το Γύθειο είναι ιστορική κωμόπολη και λιμάνι, που βρίσκεται στη νότια Πελοπόννησο κοντά στις εκβολές του ποταμού Ευρώτα, δυτικά του μυχού του Λακωνικού κόλπου. Είναι χτισμένο αμφιθεατρικά στους ανατολικούς πρόποδες του όρους Λαρύσιο και αποτελεί το κυριότερο λιμάνι του Λακωνικού κόλπου και το δεύτερο της νότιας Πελοποννήσου, μετά την Καλαμάτα.

Ο πληθυσμός της πόλης ανέρχεται στους 4279 κατοίκους Το 2001 ο πληθυσμός ήταν 4876

Η νότια άκρη της πόλης του Γυθείου ενώνεται μέσω μικρού προβλήτα με ένα μικρό νησί, την αρχαία Κρανάη ή Μαραθονήσι, όπου βρίσκονται ο πύργος Τζαννετάκη, ο οκτάγωνος ομώνυμος φάρος της Κρανάης και ο μικρός ναός του Αγίου Πέτρου.

Ως τοπωνύμιο, το Γύθειο πρωτοεμφανίζεται στην ιστορία τον 5ο αιώνα πχ Πρώτη αναφορά κάνει ο Θουκυδίδης, στην επιδρομή του Αθηναίου Τολμίδη στον Λακωνικό, στα νεώρια των Σπαρτιατών, χωρίς όμως να αναφέρει ρητά το Γύθειο.

Ο Πολύβιος και ο Στράβων αναφέρουν το Γύθειο με ει ενώ ο Παυσανίας, καθώς και οι νεότεροι, όπως ο Διόδωρος ο Σικελιώτης και ο Πλούταρχος, με ι έτσι ακόμη νεότεροι κάνουν χρήση και των δύο τύπων.

Ο Παυσανίας, ως ετυμολογία του ονόματος, παρουσιάζει στα Λακωνικά του την πεποίθηση των αρχαίων κατοίκων ότι σήμαινε γη των θεών, από την ομηρική λέξη τετράγυον γύον (γη και θεός) και αυτό από την παράδοση ότι κάποτε ο Ηρακλής και ο Απόλλων κατά το χτίσιμο της πόλης, ήλθαν σε σύγκρουση εξ αιτίας του μαγικού τρίποδα του Μαντείου των Δελφών. Επειδή όμως ο αγώνας δεν αναδείκνυε νικητή, τελικά κατόπιν της μεταξύ τους συνδιαλλαγής, αντί Ηρακλείας ή Απολλωνίας ονόμασαν την πόλη Γη Θεών με συνέπεια να τιμώνται και οι δύο στην πόλη αυτή.

Είναι καταφανές ότι ο μύθος αυτός δεν είναι τίποτε άλλο από τη συνεύρεση του Αχαικού και Δωρικού πνεύματος, από την εξ ανάγκης αποδοχή και κοινή συγκατοίκηση των Αχαιών (Απόλλων) με τους Δωριείς (Ηρακλείδες) μετά την κάθοδο (επιστροφή τους) αφότου σταμάτησε ο κατακλυσμός του Δευκαλίωνα. Την ετυμολογία αυτή του Παυσανία επανέλαβαν πλήθος νεότερων συγγραφέων μέχρι σήμερα. Παρά ταύτα το ετυμολογικό θέμα του Γυθείου συνεχίζει να υφίσταται.




Γύθειο Gytheio

Γύθειο



Το Αρχαίο Θέατρο Του Γυθείου

Γύθειο

Το αρχαίο θέατρο του Γυθείου βρίσκεται στο βόρειο τμήμα της ομώνυμης σύγχρονης πόλης και πιο συγκεκριμένα στους πρόποδες της ακρόπολης.

Το θέατρο οικοδομήθηκε κατά τους πρώιμους Ρωμαικούς χρόνους. Το κοίλο του θεάτρου αποτελείται από 15 σειρές εδωλίων, από τις οποίες σώζονται σε καλή κατάσταση οι πρώτες 8 σειρές. Το κοίλο διαθέτει σήμερα τέσσερις κερκίδες. Η πρώτη σειρά εδράνων που προορίζεται για τους επίσημους, γνωστή ως προεδρία, διαθέτει καθίσματα με ερεισίνωτα (ειδικό στήριγμα για την πλάτη) Οι υπόλοιπες σειρές αποτελούνται από απλά ημικυκλικά έδρανα με αύλακα.

Το θέατρο δεν έχει περιμετρικό διάδρομο και άνω διάζωμα. Στο βόρειο και στο νότιο τμήμα του κοίλου υπήρχαν πώρινοι αναλημματικοί τοίχοι, διαμέτρου 75 περίπου μ οι οποίοι είναι πώρινοι. Το υπόλοιπο θέατρο ήταν κατασκευασμένο από εγχώριο υπόλευκο μάρμαρο.

Η σκηνή έχει μήκος 12 μ και πλάτος 5 μ Στο πίσω μέρος της σκηνής υπάρχει στοά, η οποία χρησιμοποιούνταν για τις ανάγκες των ηθοποιών. Στην ορχήστρα, τις εισόδους και στη βάση της σκηνής υπάρχουν γλυπτά και αγάλματα θεών και ηρώων.

Από την ίδρυσή του, στο θέατρο πραγματοποιούνταν θεατρικές παραστάσεις διαφόρων ειδών. Επίσης, στο χώρο του θεάτρου τιμούσαν με πολυήμερη γιορτή την αυτοκρατορική οικογένεια, κάνοντας αγώνες άσματος και προσφορές μπροστά στα αγάλματα των τιμώμενων προσώπων. Σε μεταγενέστερους χρόνους στο χώρο της ορχήστρας κατασκευάστηκε δεξαμενή.

Το θέατρο ανασκάφηκε για πρώτη φορά το 1891 από τον Ανδρέα Σκιά και αποκαλύφθηκε σχεδόν ολόκληρο, εκτός από το πίσω μέρος της σκηνής.