Μονεμβασιά Αξιοθέατα

Μονεμβασιά

Μπαίνοντας στην πόλη, ο κεντρικός δρόμος με το Βυζαντινό καλντερίμι, οδηγεί στην κεντρική πλατεία με το παλιό κανόνι και την εκκλησία του Ελκομένου Χριστού. Η παλαιά πόλη έχει 90 κατοίκους σύμφωνα με την απογραφή του 2001 Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος καταγόταν από την Μονεμβασιά, όπου και βρίσκεται σήμερα ο τάφος του.

Η Μονεμβασιά είναι κτισμένη πάνω σε ασβεστολιθικό βράχο στη νοτιοανατολική ακτή της Πελοποννήσου, περίπου 20 ναυτικά μίλια από το ακρωτήριο Μαλέας. Ο βράχος έχει μήκος 1.5 χιλιόμετρο, μέγιστο πλάτος 600 μέτρα και μέγιστο ύψος 198.5 μέτρα. Γύρω από τους γκρεμούς υπάρχει λωρίδα ξηράς. Η κορυφή του βράχου είναι σχετικά ομαλή και κεκλιμένη.

Αν και δεν περιγράφεται ως νησί από αρχαίους περιηγητές όπως ο Στράβων και ο Παυσανίας, περιγράφουν ότι είχε μορφή παρόμοια με την σημερινή. Οι γεωλογικές μεταβολές τις τελευταίες τρεις χιλιετίες ήταν μικρές και αποτελούσαν κυρίως βύθιση ή ανύψωση εκτάσεων γης, όπως αυτές που προκλήθηκαν από ισχυρό σεισμό το 365 μχ

Σήμερα η Μονεμβασιά συνδέεται με τη ξηρά με γέφυρα, στην οποία υπάρχει άνοιγμα για να περνούν βάρκες. Στο παρελθόν, εκατέρωθεν της γέφυρας υπήρχε λιμάνι. Στην κορυφή του βράχου βρίσκεται η Πάνω Πόλη και η Κάτω Πόλη βρίσκεται στη νοτιοανατολική πλευρά του βράχου.

Στην στατιστική περιγραφή της Μονεμβασιάς το 1828 η Μονεμβασιά είχε 659 κατοίκους, ενώ τα περισσότερα από τα σπίτια ήταν κατεστραμμένα. Φρούραρχος της Μονεμβασιάς ορίστηκε ο Κωνσταντίνος Κανάρης.

Ανάμεσα στα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει, ήταν η φύλαξη του φρουρίου και η επισκευή των κτιρίων, καθώς δεν επαρκούσαν ούτε για τη στέγαση των δημόσιων υπηρεσιών. Για αυτό το λόγο έφτασε στην πόλη ο μηχανικός Φώτης Κεσόγλου και ο Θεόδωρος Βαλλιάνος. Παράλληλα, έγινε προσπάθεια για τη λειτουργία σχολείου, το οποίο στεγάστηκε στο ναό του Αγίου Νικολάου.

Η Μονεμβασιά συνέχισε να βρίσκεται σε δεινή κατάσταση για πολλά χρόνια, αλλά παρέμεινε το μεγαλύτερο χωριό της περιοχής. Στις αρχές του 20ου αιώνα ήταν έδρα ειρωνοδικείου, τελωνείου, τηλεγραφείου, αστυνομίας και σχολαρχείου.

Σύμφωνα με τις απογραφές, υπήρχε μείωση του πληθυσμού μέχρι τη δεκαετία του 1970 Οι κάτοικοι της Μονεμβασιάς είτε μετανάστευσαν στην Αθήνα είτε μετοίκησαν στην Γέφυρα, απέναντι από την Μονεμβασιά. Στην απογραφή του 1951 από τους 522 κατοίκους της κοινότητας, στην Γέφυρα ζούσαν οι 261 στην παλιά πόλη οι 178 και στην Αγία Κυριακή 83 Ο πληθυσμός της παλιάς πόλης συνέχισε να μειώνεται και το 1971 σε αυτήν ζούσαν μόλις 32 κάτοικοι. Η Μονεμβασιά συνέχισε να βασίζεται για την ύδρευσή της στις στέρνες μέχρι το 1964 και ο ηλεκτρισμός έφτασε το 1972 Το εμπόριο γινόταν ακτοπλοικώς.

Από τη δεκαετία του 1970 η Μονεμβασιά άρχισε να ακμάζει ξανά, αυτή τη φορά ως τουριστικός προορισμός. Οι Μονεμβασιώτες πούλησαν τα σπίτια τους σε ανθρώπους που επισκέπτονταν την Μονεμβασιά και τα αναστήλωσαν. Στις αναστηλώσεις, κύριο ρόλο έπαιξαν ο Αλέξανδρος και η Χάρις Καλλιγά. Παράλληλα, έντονη ανάπτυξη γνώρισε και η Γέφυρα με 1299 κατοίκους στην απογραφή του 2011




Μονεμβασιά Ιστορία

Μονεμβασιά

Λίγο βορειότερα από τη Μονεμβασιά βρισκόταν κατά την αρχαιότητα η Επίδαυρος Λιμηρά. Η περιοχή της Επιδαύρου Λιμηράς κατοικείται από την προιστορία. Ηταν η σημαντικότερη πόλη στις ανατολικές ακτές της χερσονήσου του Μαλέα και άνθισε κατά τη διάρκεια των Ρωμαικών χρόνων.

Ο Παυσανίας επισκέπτηκε την Επίδαυρος Λιμηρά και περιέγραψε ότι απέναντι από την πόλη βρισκόταν ακρωτήριο το οποίο αναφέρει ως άκρα Μινώα, η οποία έχει ταυτοποιηθεί ως η Μονεμβασιά. Ο Στράβων ένα αιώνα αργότερα την αναφέρει ως φρούριο Μινώα. Το τοπωνύμιο Μινώα υποδηλώνει την ύπαρξη λιμένα στην αρχαιότητα, ίχνη της οποίας έχουν εντοπιστεί υποθαλάσσια. Παρόλα αυτά δεν είναι γνωστό αν υπήρχε σημαντικός οικισμός πάνω στο βράχο. Είναι πιθανό να δημιουργήθηκε εκεί οικισμός τον 4ο αιώνα μχ όταν η πρωτεύουσα μετακινήθηκε από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη, με αποτέλεσμα μεταβολές στις θαλάσσιες εμπορικές οδούς. Η ίδια η Επίδαυρος Λιμηρά εγκαταλείφθηκε τον 4ο αιώνα μχ

Η Μονεμβασιά ιδρύθηκε τον 6ο αιώνα μχ από την μετεγκατάσταση σε αυτή, των κατοίκων της αρχαίας Σπάρτης, η οποία τότε ήταν γνωστή ως Λακεδαίμονα. Η Σπάρτη, σε αντίθεση με άλλες πόλεις που εγκαταλείφθηκαν, συνέχισε να κατοικείται μέχρι τον 6ο αιώνα μΧ παρά τους σεισμούς, τις επιδρομές Γότθων το 395 μχ υπό τον Αλάριχο και Βανδάλων το 468 μχ υπό τον Γιζέριχο και την επιδημία πανώλης το 541 – 543 μχ Σύμφωνα με το μεταγενέστερο χρονικό της Μονεμβασιάς, η πόλη εγκαταλείφθηκε μετά από επιδρομή Σλάβων το 587 – 588, επί βασιλείας Μαυρικίου. Το χρονικό αναφέρει ότι οι κάτοικοί της εγκατέλειψαν την Σπάρτη πανικόβλητοι και οχυρώθηκαν υπό την ηγεσία του επισκόπου της στη Μονεμβασιά, ενώ άλλοι εγκαταστάθηκαν στα περάσματα της περιοχής. Παρόλα αυτά, τα αρχαιολογικά ευρήματα δεν συνηγορούν σε αυτή την άποψη και τοποθετούν την ίδρυση της Μονεμβασιάς μερικές δεκαετίες νωρίτερα, στην βασιλεία του Ιουστινιανού. Από τότε χρονολογείται το πρώτο στάδιο βασιλικής του Χριστού Ελκόμενου στο κέντρο της Κάτω Πόλης.

Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ιουστινιανού, λόγω διαφόρων καταστροφών, είτε φυσικών είτε λόγω επιδρομών, οι πόλεις γνώρισαν κάμψη. Ο Ιουστινιανός προχώρησε σε οικιστική αναδιαμόρφωση, μετακινώντας ολόκληρο των πληθυσμό πόλεων σε νέες τοποθεσίες και συχνά άλλαζε το όνομα της πόλης. Τέτοιες μετακινήσεις αναφέρονται από τον Προκόπιο στο Περί Κτισμάτων, αν και οι αναφορές του για την Πελοπόννησο είναι σπάνιες. Το κείμενο του 15ου αιώνα, Αναφορά προς τον Πατριάρχη, γραμμένο από τον μητροπολίτη Μονεμβασίας Ισίδωρο, αναφέρει ότι η μετακίνηση του πληθυσμού έγινε επί Ιουστινιανού. Μια Αλλη πόλη που μετακινήθηκε την ίδια περίοδο ήταν η Αιπεία Μεσσηνίας, η οποία μετακινήθηκε στην Κορώνη. Παρομοίως, η τοποθεσία της Σπάρτης κρίθηκε ανεπαρκώς οχυρή και επιρρεπής σε μακροχρόνιους αποκλεισμούς λόγω της μεγάλης απόστασής της από το λιμάνι, ενώ με την μετακίνηση της πρωτεύουσας στη Κωνσταντινούπολη, τα πλοία από το Γύθειο έπρεπε να παραπλέουν πλέον το ακρωτήριο Μαλέας.

Λόγω των προαναφερθέντων λόγων, οι αρχές της πόλης προχώρησαν όχι μόνο σε μετακίνηση του πληθυσμού της Σπάρτης, ιδρύοντας τη Μονεμβασιά, αλλά και αναδιοργάνωση των οικισμών της νοτιοανατολικής Λακωνίας. Η αναδιοργάνωση περιλάμβανε την εγκατάσταση στα ορεινά περάσματα του Πάρνωνα και την μετανάστευση από το Γύθειο. Το Χρονικό της Μονεμβασιάς αναφέρει ότι μέρους του πληθυσμού μετεγκαταστάθηκε στη Σικελία. Επειδή η ανοικοδόμηση, μετακίνηση και εγκατάσταση του πληθυσμού στη νέα θέση πρέπει να ολοκληρώθηκε αρκετά χρόνια αργότερα, είναι πιθανόν οι δύο πόλεις να συνυπήρχαν για κάποιο χρονικό διάστημα. Μαζί με τους κατοίκους, μετακινήθηκε και η έδρα της επισκοπής Λακεδαιμονίας, αν και διατήρησε το παλιό της όνομα.

Σε αντίθεση με άλλους οικισμούς στην περιοχή της Πελοποννήσου, οι οποίοι παρήκμασαν από τον 7ο αιώνα και μετά, μια περίοδος γνωστή ως σκοτεινοί χρόνοι, η Μονεμβασιά λόγω της θέσης της πάνω σε σημαντικούς θαλάσσιους δρόμους, όπως αυτός που τη συνέδεε με τη Σικελία, αναπτύχθηκε σε εμπορικό και καλλιτεχνικό κέντρο. Στην Κάτω Πόλη βρέθηκε χάλκινο νόμισμα κομμένο στη Σικελία, του Φιλιππικού Βαρδάνη. Η παλαιότερη γνωστή μνεία στη Μονεμβασιά χρονολογείται από την τρίτη δεκαετία του 8ου αιώνα και γίνεται από τον προσκυνητή Βιλιβάλδο, ο οποίος ταξίδευσε από τη Σικελία στους Αγιους Τόπους, με ενδιάμεση στάση στη Μονεμβασιά. Η Μονεμβασιά αναφέρεται επίσης από τον Θεοφάνη Ομολογητή, ο οποίος περιγράφει την άφιξη της πανούκλας στο Βυζάντιο το 746 – 747

Η καίρια θέση της Μονεμβασιάς στον θαλάσσιο δρόμο προς την ανατολική Μεσόγειο, υπήρξε στόχος πειρατικών επιδρομών τους επόμενους αιώνες, καθώς και επιδρομών ηγεμόνων της δύσης. Οι επιδρομές Αράβων αρχίζουν τον 9ο αιώνα και μετά την εγκατάστασή τους στην Κρήτη, οι επιδρομές πολλαπλασιάζονται. Μια τέτοια επιδρομή αναφέρεται στις λεγόμενες Ψυχωφελείς Αφηγήσεις του επισκόπου Παύλου Μονεμβασιάς, οι οποίες γράφηκαν τον 10ο αιώνα και σώζονται μόνο σε αραβική μετάφραση. Σε μια από αυτές, αναφέρεται ότι οι Αραβες επιτέθηκαν στο φρούριο των Βουκόλων, το οποίο έχει ταυτιστεί με τη Μονεμβασιά. Νωρίτερα στο ίδιο κείμενο, αναφέρεται ότι στην πόλη είχαν ξεβραστεί τα λείψανα των αγίων της Βαρκελώνης, του επισκόπου Βαλέριου, της Ευλαλίας, του Βικέντιου και άλλων. Οι κάτοικοι περισυνέλεξαν τις σαρκοφάγους που τα περιείχαν και κατασκεύασαν μια εκκλησία πάνω στον απόκρημνο λόφο. Αργότερα, μετά την επιδρόμη, αναφέρεται ότι επί αυτοκρατόρων Λέοντος και Αλεξάνδρου, το εκκλησάκι εντοπίστηκε και τα λείψανα μεταφέρθηκαν στο παρεκκλήσι της Αγίας Ειρήνης, δίπλα στο ναό της Αγίας Αναστασίας, σήμερα αφιερωμένο στον Χριστό Ελκόμενο.

Κατά τη διάρκεια του 11ου και 12ου αιώνα, η Μονεμβασιά γνώρισε εντυπωσιακή οικονομική ανάπτυξη. Εκείνη την περίοδο, ο οικισμός εξαπλώθηκε σε όλο το βράχο και όχι μόνο στην αθέατα πλευρά του και ανοικοδομήθηκαν σημαντικά μνημεία, όπως ο ναός της Αγίας Σοφίας (αρχικά αφιερωμένος στην Παναγία Οδηγήτρια) στην Πάνω Πόλη και ο ναός του Ελκόμενου Χριστού, ο οποίος ανακατασκευάστηκε εκείνη την περίοδο, πιθανόν λόγω της τοποθέτησης της εικόνας του Χριστού Ελκόμενου στο ναό.

Την εποχή των Κομνηνών, η Μονεμβασιά είχε εξελιχθεί σε φύλακα της δυτικής εισόδου του Αιγαίου. Το 1147 πλοία του βασιλιά της Σικελίας Ρογήρου Β προσπάθησαν να την καταλάβουν χωρίς επιτυχία και αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν με σοβαρές απώλειες. Ο άρχων της Μονεμβασιάς κατά τη διάρκεια της επίθεσης, Θεόδωρος Μαυροζώμης στην συνέχεια εγκαταστάθηκε στην αυτοκρατορική αυλή και μετά την μάχη του Μυριοκέφαλου ετέθη επικεφαλής της αριστερής πτέρυγας του στρατού και εν συνεχεία του δόθηκε το αξίωμα του μεσάζοντα. Σύμφωνα με μία άποψη, ο Μανουήλ Μαυροζώμης ήταν γιος του Θεόδωρου. Επίσης, Μονεμβασιώτες είχαν αναλάβει την διοίκηση των Κυθήρων, αρχικά ο Γεώργιος Παχής και ύστερα οι Ευδαιμογιάννηδες, οι οποίοι διοικούσαν το νησί μέχρι το 1204.

Οι Λατίνοι πολιόρκησαν ανεπιτυχώς τη Μονεμβασιά το 1222 Το 1252 ύστερα από πολιορκία τριών χρόνων, ο γιος του Γοδεφρείδου Βιλλεαρδουίνου Γουλιέλμος Β πρίγκιπας της Αχαίας, κατέλαβε τη Μονεμβασιά. Οσοι κάτοικοι της Μονεμβασιάς δεν επιθυμούσαν να παραμείνουν στην υπό Λατινική κατοχή πόλη, αναχώρησαν για τις Πηγές στην Βιθυνία, οι οποίες απέκτησαν τα ίδια εμπορικά προνόμια με την Μονεμβασιά. Η ίδια η Μονεμβασία διατήρησε τα προνόμια που είχε, με μόνη υποχρέωση της αγγαρεία στα καράβια, και έγινε έδρα Λατίνου επισκόπου. Η απώλεια της υπήρξε σοβαρό πλήγμα για τον αυτοκράτορα της Νίκαιας Μιχαήλ Η Παλαιολόγο, καθώς ανέτρεπε τα σχέδιά του για την ανάκτηση των εδαφών που είχαν περιέλθει στους Φράγκους.

Οταν ο Γουλιέλμος αιχμαλωτίστηκε από τους Βυζαντινούς στη μάχη της Πελαγονίας το 1259 και αρνήθηκε να παραχωρήσει τις κτήσεις του στην Πελοπόννησο με αντάλλαγμα την απελευθέρωσή του, ο Μιχαήλ τον κράτησε αιχμάλωτο μέχρι το 1262 οπότε δέχθηκε να παραδώσει στους Βυζαντινούς τα κάστρα της Μονεμβασιάς, του Μυστρά, της Μαίνης και του Γερακίου. Ο Μιχαήλ τον τίμησε με τον τίτλο του μεγάλου δομεστίκου, σύμβολο υποτέλειας στην αυτοκρατορία. Η Μονεμβασία ορίστηκε έδρα Βυζαντινού στρατηγού και έδρα ορθόδοξου μητροπολίτη, ενώ παράλληλα παραχωρήθηκαν στους κατοίκους σημαντικά προνόμια, που ανανεώθηκαν και διευρύνθηκαν από τον Ανδρόνικο Β Παλαιολόγο (1282 – 1328)

Η ακμή της πόλης υπήρξε ραγδαία: εκτός από την αύξηση του πληθυσμού, που κύρια επίδοσή του ήταν το εμπόριο και η ναυτιλία, δημιουργήθηκαν προυποθέσεις για την πνευματική και εκκλησιαστική ανάπτυξη, σε βαθμό που η ως το 1460 περίοδος να θεωρείται χρυσή εποχή της πόλης. Την ειρηνική ζωή της Μονεμβασιάς κατά τον 14ο και το πρώτο μισό του 15ου αιώνα, τάραξαν πειρατικές επιδρομές και εσωτερικές συγκρούσεις, που δεν επηρέασαν εν τούτοις την ιστορική της πορεία στα πλαίσια του δεσποτάτου του Μορέως.

Η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους και η κατάλυση του δεσποτάτου, υπήρξαν αφετηρία για την προιούσα παρακμή της πόλης, παρά τις ελάχιστες περιόδους ανάκαμψης. Ηδη από το 1395 Τουρκική φρουρά αναφέρεται στη Μονεμβασιά, σε μια προσωρινή κατάληψή της και το 1460 ο Μωάμεθ Β έφθασε στην Κόρινθο, προχώρησε προς την Λακωνία, κατέλαβε τα φρούρια της Αχαίας και της Ηλείας και τον ιούλιο του 1461 παραδόθηκε το Σαλμενίκο, τελευταίο κάστρο του Ελληνικού δεσποτάτου.

Ετσι, εκτός από τις Βενετικές κτήσεις της Πελοποννήσου και την Μονεμβασιά, που είχε παραχωρηθεί με σύμφωνη γνώμη του Θωμά Παλαιολόγου στον Πάπα Πίο Β η Τουρκική κατάκτηση της νευραλγικής αυτής για το Βυζάντιο περιοχής είχε ολοκληρωθεί. Στα τέλη του 1463 η Μονεμβασιά περιήλθε στους Βενετούς, στους οποίους παρέμεινε ως το 1540 όταν με τη ΒενετοΤουρκική συνθήκη ειρήνης της 2 Οκτωβρίου παραδόθηκε στους Τούρκους. Οι περισσότεροι κάτοικοί της την εγκατέλειψαν και κατέφυγαν στα Βενετοκρατούμενα νησιά, κυρίως στην Κέρκυρα και στην Κρήτη.

Η ανάκτηση της Πελοποννήσου από τους Βενετούς (1685 – 1715) είχε ως αποτέλεσμα και την επανεγκατάσταση κατοίκων στη Μονεμβασιά, που ορίστηκε πρωτεύουσα του διαμερίσματος της Λακωνίας. Ο πληθυσμός της, όμως, που το 1700 είχε φθάσει στους 8000 περίπου, μειώθηκε πάλι θεαματικά κατά την δεύτερη Τουρκοκρατία (1715 – 1821) και το λιμάνι της δεν παρουσίαζε πια σχεδόν καμία κίνηση.

Κατά τα Ορλωφικά (1770) ο μητροπολίτης Μονεμβασιάς Ανθιμος ο Λέσβιος όπλισε σώμα Μονεμβασιωτών και απέκλεισε τους Τούρκους στο φρούριο, όταν όμως οι πολιορκητές δέχθηκαν την επίθεση των Αλβανών, διασκορπίστηκαν και πολλοί αιχμαλωτίστηκαν ή φονεύθηκαν.

Το φρούριο της Μονεμβασιάς πολιορκήθηκε κατά την έναρξη της Ελληνικής επανάστασης από ξηρά και θάλασσα και ύστερα από τετράμηνη πολιορκία παραδόθηκε στους Ελληνες στις 23 Ιουλίου 1821

Ακολούθησαν διαμάχες για την διανομή των λαφύρων και τη διοίκηση, οι οποίες οδήγησαν στην αναρχία. Το Μάρτιο του 1822 αποφασίστηκε από την προσωρινή διοίκηση της Ελλάδας, η επισκευή του φρουρίου και η αποστολή φρουράς, αλλά χωρίς αποτέλεσμα, με την κατάσταση στο φρούριο να χειροτερεύει. Στην συνέχεια, το φρούριο και η επαρχία Μονεμβασιάς έπεσαν θύματα του εμφυλίου πολέμου.

Οι Μανιάτες, με αρχηγό τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη, άρχισαν να πολιορκούν το φρούριο τον Σεπτέμβριο του 1823 Μέχρι τον μάρτιο του 1824 τα μισά χωριά της επαρχίας είχαν περάσει στην κατοχή των Μανιατών και ενώ συνέχιζαν να πολιορκούν το φρούριο, η κεντρική διοίκηση αποφάσισε να μεταφέρει 3 – 4 κανόνια από την Μονεμβασιά στις Σπέτσες. Επίσης, στο φρούριο κατέφτασαν Κρήτες και Ψαριανοί μετά την καταστροφή των Ψαρών, όμως η πολιορκία του φρουρίου συνεχίστηκε. Τον Ιανουάριο του 1827 έφτασε στο φρούριο ο Δημήτριος Πλαπούτας με 200 στρατιώτες και οι κάτοικοι και οι έφοροι της Μονεμβασιάς συμφώνησαν να παραδοθεί σε αυτόν η διοίκηση του κάστρου, ώστε να απελευθερωθεί το φρούριο, όπως και εγένετο με απόφαση της εθνικής συνέλευσης την 1η Μαρτίου 1827

Ομως, ο Μαυρομιχάλης συνέχισε να προσπαθεί να κατακτήσει το φρούριο, με αποτέλεσμα ο Πλαπούτας να αποχωρήσει, μη αποδεχόμενος αυτή την συμπεριφορά και τελικά ο Μαυρομιχάλης να τεθεί επικεφαλής του κάστρου. Οι συνεχείς αυτές έριδες απέτρεψαν τη Μονεμβασιά από τη δυνατότητα να μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο στις μετέπειτα εξελίξεις σχετικά με τη ίδρυση του Ελληνικού κράτους και να μην καταφέρει να αποκτήσει την παλιά της αίγλη.




Μονεμβασιά Πληροφορίες

Μονεμβασιά

Η Μονεμβάσια ή Μονεμβασία ή Μονεμβασιά ή Μονοβάσια, γνωστή στους Φράγκους ως Μαλβαζία, είναι μια μικρή ιστορική πόλη της ανατολικής Πελοποννήσου, στο νομό Λακωνίας.

Είναι περισσότερο γνωστή από το Μεσαιωνικό φρούριο, επί του ομώνυμου Βράχου της Μονεμβασιάς. Αποτελεί στην κυριολεξία μικρή νησίδα, που συνδέεται με γέφυρα συνολικού μήκους 400 μέτρων με τη σημερινή πόλη στην Λακωνικής ακτή. Από γεωφυσικής απόψεως αποτελεί ένα τόμπολο (tombolo) Στα διασωθέντα κτίρια και δομές στο κάστρο περιλαμβάνονται αμυντικές κατασκευές του εξωτερικού κάστρου και αρκετές μικρές Βυζαντινές εκκλησίες.

Το όνομά της είναι σύνθετη λέξη, που προέρχεται από τις δύο Ελληνικές λέξεις μόνη και έμβασις. Πολλές από τις οδούς είναι στενές και κατάλληλες μόνο για τους πεζούς. Ο κόλπος της Παλιάς Μονεμβασιάς βρίσκεται βόρεια. Το παρωνύμιο της Μονεμβασιάς είναι Γιβραλτάρ της Ανατολής, επειδή τυγχάνει να είναι σε σμίκρυνση πανομοιότυπη με τον βράχο του Γιβραλτάρ.




Μονεμβασιά Monemvasia

Μονεμβασιά