Αγρίνιο Ιστορία

Κατά την μυθολογία χτίστηκε από το βασιλιά Άγριο, που ήταν απόγονος του γενάρχη Αιτωλού και του γιου του Πλευρώνα. Η πόλη, χτισμένη δίπλα σχεδόν στον ποταμό Αχελώο που ήταν το φυσικό σύνορο ανάμεσα στην Αιτωλία και την Ακαρνανία βρέθηκε αρκετές φορές υπό την κυριαρχία και των δύο πλευρών. Ο Διόδωρος Σικελιώτης την αναφέρει το 322 με 321 π.Χ. όταν αυτή καταλήφθηκε από τους Ακαρνάνες. Το 314 π.Χ. καταστράφηκε από τον Κάσσανδρο και τον αδελφό του Φίλιππο[6][3]. Οι ανασκαφές του Ιωάννη Μηλιάδη το 1920 έδειξαν ότι η αρχαία πόλη βρίσκονταν στο γειτονικό Ζαπάντι (σημερινή Μεγάλη Χώρα), τα τελευταία χρόνια όμως έχουν βρεθεί πολλά αρχαία ακόμα και στο κέντρο της σημερινής πόλης.

Μετά από κάποιους αιώνες στην αφάνεια, η πόλη επανεμφανίζεται την εποχή της Τουρκοκρατίας, τον 14ο αιώνα, με το όνομα Βραχώρι3, για την ετυμολογία του οποίου έχουν διατυπωθεί αρκετές θεωρίες. Κατοικήθηκε από πολλούς Τούρκους και στις αρχές του 18ου αιώνα έγινε έδρα του σαντζακιού του Κάρλελι, διοικητικό κέντρο της σημερινής Αιτωλοακαρνανίας. Έλαβε ενεργό μέρος στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 και μετά από πολυήμερη πολιορκία απελευθερώθηκε προσωρινά στις 11 Ιουνίου του 1821 (βλ. Μάχη του Βραχωρίου)[7]. Αργότερα κατακτήθηκε ξανά από τον Κιουταχή και τελικά προσυπογράφηκε οριστικά στα σύνορα του ελεύθερου ελληνικού κράτους το 1832.

Μετά την απελευθέρωση το Βραχώρι πήρε ξανά το αρχαίο του όνομα Αγρίνιον. Η πόλη άρχισε να αναπτύσσεται με γοργούς ρυθμούς, ειδικά μετά τα τέλη του 19ου μέχρι αρχές του εικοστού αιώνα, όταν στράφηκε μαζικά στην καλλιέργεια του καπνού[3]. Χτίστηκαν τεράστιες αποθήκες και εργοστάσια επεξεργασίας του καπνού, με κυριότερες αυτές των οικογενειών Παπαστράτου, Παπαπέτρου και Παναγόπουλου. Μετά την Μικρασιατική Καταστροφή πλήθος προσφύγων έφτασαν στην πόλη και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Αγίου Κωνσταντίνου[8], ενώ μεγάλη μετακίνηση πληθυσμών είχαμε και από την Ήπειρο και την Ευρυτανία.