Ανάφη Ιστορία

Ανάφη

Η Ανάφη διατήρησε αναλλοίωτο το όνομά της από την αρχαιότητα και μάλιστα από τους μυθικούς χρόνους, με συνέπεια αν και πολύ μικρό σε έκταση νησί να παρουσιάζει αξιόλογο ενδιαφέρον στο πέρασμα των αιώνων.

Σύμφωνα με την Ελληνική μυθολογία, οι Αργοναύτες, κατά τον Απολλώνιο τον Ρόδιο, επιστρέφοντας στη πατρίδα τους από την Κολχίδα και επιχειρώντας και νυκτερινούς πλόες, έπεσαν σε καταιγίδα παρασυρόμενοι στο ανοικτό πέλαγος, όπου ναυαγοί πλέον στην θάλασσα άρχισαν να εκλιπαρούν τον θεό Απόλλωνα να τους σώσει. Ο Απόλλωνας, ανταποκρινόμενος στις εκκλήσεις τους, διέχυσε φως υπό μορφή κεραυνού οπότε και είδαν μπροστά τους να ξεπροβάλει από τη θάλασσα ολόκληρο νησί το οποίο και τελικά προσέγγισαν. Εκεί εξερχόμενοι οι Αργοναύτες ανήγειραν βωμό προς τιμή του Απόλλωνα του Αιγλήτη (αυτού που λάμπει, Αίγλη) και ονόμασαν το νησί Ανάφη, (εκ του ρήματος αναφαίνω)

Η ίδια ιστορία μας μεταφέρεται και στα Ορφικά Αργοναυτικά, από τον Ορφέα, που υπήρξε αργοναύτης στην Αργώ. Στα Ορφικά η αφήγηση είναι πιο περιγραφική, δεν λείπουν βέβαια και τα μυθολογικά στοιχεία. Μέσα απ το βαριόηχο κύμα του πελάγους και κάτω απ την απειλή μαύρων νεφών, ο Απόλλων έριξε φωτεινό βέλος από το βραχώδες έδαφος και εμφάνισε την Ανάφη.

Η περιγραφή που δίνεται και από τους δύο ποιητές εξαιρώντας τα μυθολογικά στοιχεία, παραπέμπει σε περιγραφή ηφαιστειακής έκρηξης, γεγονός που δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, μιας και στον υποθαλάσσιο χώρο του Αιγαίου, υπάρχει πληθώρα ηφαιστείων.

Στην αρχαιότητα, στην Ανάφη υπήρχε ιερό και ναός του Απόλλωνα του Αιγλήτη ή Αστεάλτα, εξ ου και ο Καλλίμαχος αναφέρει τη νήσο με το όνομα Αιγλήτη. Το όνομα Αστεάλτας αναφέρεται μοναδική φορά. Στον περίβολο του ιερού αυτού ναού του Απόλλωνα καλούμενου και Αναφαίου, βρίσκονταν βωμοί και άλλων θεοτήτων, όπως της Αρτεμης, της Αφροδίτης, του Ασκληπιού των οποίων δέσποζε ο βωμός του Δία του Κτησίου.

Την θέση αυτού του αρχαίου ιερού χώρου κατέχει σήμερα η Μονή της Ζωοδόχου Πηγής, όπου και βρέθηκαν πολλά αρχαία που μεταφέρθηκαν στο Εθνικό Αρχαιολογικό μουσείο στην Αθήνα, ενώ κάποια εξ ίσου σημαντικά φυγαδεύτηκαν στο Αυτοκρατορικό μουσείο της Αγίας Πετρούπολης, το γνωστό Ερμιτάζ, από τους Ρώσους, την περίοδο που η νήσος τελούσε υπό Ρωσική κατοχή (1770 – 1774)

Αρχαίες εορτές που τελούνταν στην Ανάφη ήταν τα Κάρνεια και τα Υακίνθεια.

Ερείπια της αρχαίας πόλης της Ανάφης βρίσκονται σε απόσταση 1.5 ωρών (πεζοπορία) από την σύγχρονη πόλη, επί κωνικού υψώματος στο μέσο της νήσου, παρά το ξωκλήσι του Αγίου Μάμαντος, όπου απαντώνται ερείπια τειχών και τάφων. Εξ αυτών διαπιστώνεται η ύπαρξη Δωρικού στοιχείου στη νήσο. Μάλιστα, ένας από τους σωζόμενους τάφους ανήκε στο γένος των Αιγιδών ή Τελεσικρατιδών, που φέρονται να μετοίκησαν από την Λακωνική, περί τον 7ο αιώνα πΧ την ίδια εποχή που κατέλαβαν τη παρακείμενη νήσο Θήρα (Σαντορίνη) Ο δε δρόμος που συνέδεε το αρχαίο ιερό με την αρχαία πόλη ονομάζονταν ιερά οδός.

Από την Ανάφη φέρεται να πέρασαν και οι Φοίνικες υπό τον Μεβλίαρον, όταν μαζί με τον Κάδμο αναζητούσαν νέους τόπους μόνιμης εγκατάστασης, εξ ου και η Ανάφη φέρονταν και με το όνομα Μεβλίαρος ή με αποκοπή Βλίαρος. Σημειώνεται ότι ο Απολλώνιος ο Ρόδιος αποκαλεί την Ανάφη, βαιά και λυσσάδα νήσο.

Η Ανάφη, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204 ακολούθησε την μοίρα των άλλων Κυκλάδων. Τα νησιά αυτά δόθηκαν στην Βενετία και εκείνη επέτρεψε σε Βενετσιάνους πολίτες να τα καταλάβουν. Ο Βενετός Μάρκος Σανούδος μαζί με άλλους ευγενείς, κυρίεψε 17 Κυκλαδονήσια. Τη Νάξο, Πάρο, Αντίπαρο, Κίμωλο, Μήλο, Αμοργό, Ιο, Κύθνο, Σίκινο, Σίφνο, Σύρο, Ανδρο, Ανάφη, Σαντορίνη, Αστυπάλαια, Τήνο και Μύκονο. Εκανε πρωτεύουσα του τη Νάξο και έτσι δημιουργήθηκε το δουκάτο της Νάξου ή δουκάτο του αρχιπελάγους και ο Σανούδος έγινε ο πρώτος δούκας του, το 1207 Την Ανάφη την παραχώρησε στον επίσης Βενετσιάνο Λεονάρντο Φώσκολο, που έγινε φόρου υποτελής του.

Με την επανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Βυζαντινούς αυτοκράτορες το 1262 κάποια από τα νησιά ξανακατακτήθηκαν από τον Βυζαντινό ναύαρχο Φιλανθρωπηνό. Ανάμεσα σε αυτά ήταν και η Ανάφη που ξαναέγινε Βυζαντινή, για λίγο καιρό όμως. Η οικογένεια των Φώσκολι διώχτηκε από το νησί από τον Τζοβάννι Ντέλλο Κάβο που αυτοαποκαλούνταν βασιλικός ναύαρχος. Η πειρατεία ανθούσε αυτά τα χρόνια και το νησί έγινε και αυτό κρησφύγετο πειρατών. Η Ανάφη έμεινε σε Ελληνικά χέρια μέχρι το 1307 Την περίοδο 1307 – 1397 κυρίαρχος του νησιού ήταν ο οίκος των Γκοζαντίνι ενώ από το 1397 έως το 1528 ο οίκος των Κρίσπι.

Ο Γιαννούλης Γκοζαντίνι, μέλος οικογένειας από την Μπολώνια της Ιταλίας, κατέλαβε την Ανάφη, που στη Βενετσιάνικη γλώσσα λεγόταν Namfio, και αυτοανακηρύχτηκε ανεξάρτητος ηγεμόνας. Εν τω μεταξύ ο Τούρκικος στόλος άρχισε να εμφανίζεται στο Αιγαίο και να προκαλεί καταστροφές στα νησιά. Η Ανάφη τελικά ξαναπέρασε στα χέρια του δούκα της Νάξου, Τζοβάννι Β Κρίσπο που την έδωσε σαν τιμάριο στον συγγενή του, Γουλιέλμο Β Κρίσπο, ο οποίος έχτισε και το κάστρο του νησιού. Ειρηνικά χρόνια κύλησαν για το νησί μέχρι το 1522 όταν εμφανίστηκε στην θάλασσα ο Τούρκος πειρατής Κούρτογλου που λεηλάτησε όλες τις Κυκλάδες και αργότερα ο διάσημος Χαιρεντίν Μπαρμπαρόσα ως ναύαρχος του Τουρκικού στόλου και κατέλαβε τα νησιά το ένα μετά το άλλο.

Η Βενετσιάνικη οικογένεια των Πιζάνι ξαναπήρε την Ανάφη το 1528 παρόλο που τους απέτρεψε ο Βενετσιάνος Βαίλος της Κωνσταντινούπολης, λέγοντας του ότι το νησί ήταν πια ακατοίκητο και δεν έμενε τίποτα εκεί παρά ο άδειος βράχος. Την κράτησαν όμως για λίγο και η Ανάφη, όπως και οι υπόλοιπες Κυκλάδες προσαρτήθηκαν στην Τουρκική αυτοκρατορία μέχρι την επανάσταση του 1821

Την κατάκτηση της Ανάφης από τους Τούρκους, ακολούθησε η βίαιη μεταφορά πολλών από τους κατοίκους της στην Μικρά Ασία. Κατά την επανάσταση του 1821 οι Αναφιώτες συμμετείχαν ενεργά. Ετσι, η Θήρα, η Αστυπάλαια και η Ανάφη σχημάτισαν ιδιαίτερη επαρχία των νοτίων Κυκλάδων. Η Ανάφη ενσωματώθηκε επίσημα στο ελεύθερο Ελληνικό κράτος με το πρωτόκολλο του Λονδίνου (18 Αυγούστου 1832)

Κατά την Μεταξική δικτατορία, αποτέλεσε τόπο εξορίας.