Χαλκίδα Ιστορία

Χαλκίδα

Η Χαλκίδα, με τα δύο λιμάνια στον Εύριπο, υπήρξε μία από τις πιο δραστήριες πόλεις της αρχαίας Ελλάδας. Δημιούργησε αποικίες από την Θράκη ως την Ιταλία και την Σικελία. Η επίκαιρη γεωγραφική και στρατηγική της θέση συχνά την ανάγκασε να υπαχθεί στις κατακτητικές βλέψεις διαφόρων δυνάμεων κατά την ιστορική της διαδρομή, αλλά και να αποτελέσει αναπόσπαστο τμήμα των αυτοκρατοριών τόσο της αρχαιότητας, όσο και του Μεσαίωνα.

Η σημερινή πόλη της Χαλκίδας απλώνεται στην μικρή χερσόνησο της κεντρικής Εύβοιας και έχει ως φυσικά της όρια μικρούς λόφους, οι οποίοι απλώνονται στα βόρεια, ανατολικά και νότια της πόλης. Βρίσκεται έτσι σε μια θέση στρατηγική από κάθε άποψη και σε αυτό συντείνει το γεγονός του ελέγχου του πορθμού του Ευρίπου. Αυτό το γεγονός το είχαν προσέξει οι πρώτοι κάτοικοι της πόλης και προσπάθησαν να το εκμεταλλευτούν γιατί φαινόταν ότι θα προσπόριζε στην πόλη δύναμη και πλούτο.

Τα πρώτα ίχνη κατοίκησης της πόλης συναντώνται ήδη από την παλαιολιθική περίοδο, αλλά ο πρώτος σημαντικός οικισμός της έγινε γύρω στο 3000 πχ κατά την αρχή της νεολιθικής περιόδου. Η πρώτη αυτή πόλη της Χαλκίδας βρισκόταν στις βόρειες παρυφές της σημερινής στην περιοχή της Μάνικας. Η πρώτη αυτή πόλη θα ζήσει για μια χιλιετία και όπως προέκυψε από τις αρχαιολογικές ανασκαφές ήταν μια καλά οργανωμένη πόλη με μεγάλα οικοδομικά τετράγωνα, οδικές αρτηρίες και οικίες που ήταν αψιδωτές ή τετράγωνες ισόγειες ή με όροφο, ενώ διέθεταν και ιερό, εστία, πηγάδια και βοτσαλωτά δάπεδα. Στην πορεία οι άλλοι οικισμοί που αναπτύσσονται γύρω από αυτήν φαίνεται πως υποδηλώνουν τη γενικότερη ακμή που παρουσιάζεται με τη μόνιμη κατοίκηση και έτσι αποκτά και τους πρώτους της ανταγωνιστές.

Η ύπαρξη της Χαλκίδας στα Μυκηναικά χρόνια αποδεικνύεται έμμεσα μόνο, από σποραδικά τεκμήρια, και κυρίως μέσα από τα Ομηρικά Επη, αφού οι Χαλκιδείς περιλαμβάνονται στον ονομαστό Νηών Κατάλογο, έχοντας προσφέρει 40 πλοία. Στα γεωμετρικά χρόνια η πόλη συνοικίζεται και βιώνει ονομαστή ακμή, ενώ μαζί με την Ερέτρια αποτελούν τις δύο σημαντικότερες πόλεις της Εύβοιας. Οι κάτοικοί της ασχολούνται με το εμπόριο, την κεραμική και τη μεταλλοτεχνία.

Η ονομασία της πόλης της Χαλκίδας προήλθε από την παρουσία κοιτασμάτων χαλκού στην ευρύτερη περιοχή, τα οποία αποτέλεσαν και παράγοντα ανάπτυξης. Σύμφωνα με άλλη ετυμολογική εκδοχή, η ονομασία της πόλης υποδηλώνει την παρουσία εργαστηριών επεξεργασίας χαλκού αλλά όχι κοιτασμάτων. Κατά τον Donford η Χαλκίδα ονομάστηκε έτσι από τη λέξη χάλκη ή κάλχη, που σημαίνει το πορφυρούχο κοχύλι, απο το οποίο οι Φοίνικες προμηθεύονταν την πορφύρα. Η ανάπτυξη της πόλης οδηγεί συνακόλουθα στην αύξηση του πληθυσμού και τελικά στον αποικισμό με την ίδρυση πολλών σημαντικών πόλεων στη Δύση, αλλά και στον Ελλαδικό χώρο.

Η ίδια εξέλιξη ακολουθεί και στα αρχαικά χρόνια με το έντονο στοιχείο του αποικισμού. Το σημαντικότερο γεγονός, όμως, των χρόνων αυτών δεν είναι ο αποικισμός, αλλά ο πόλεμος του Ληλάντιου πεδίου που διεξήχθη μεταξύ Χαλκίδας και Ερέτριας. Πιστεύεται γενικά πως ο πόλεμος αυτός δεν κρίθηκε σε μια μάχη, αλλά ακολούθησαν πολλές και σε αυτές βοήθησαν τους μαχόμενους και σύμμαχοι από άλλες Ελλαδικές πόλεις. Τελικοί νικητές στον πόλεμο αυτό φαίνεται πως ήταν οι Χαλκιδείς.

Στα κλασσικά χρόνια η Χαλκίδα βοήθησε στον κοινό αγώνα κατά των Περσών με την συμμετοχή της στις ναυμαχίες του Αρτεμισίου, της Σαλαμίνας και στην μάχη των Πλαταιών, ενώ φαίνεται πως συμμετείχε και στην Α Αθηναϊκή Συμμαχία. Η προσπάθειά της να αποσπαστεί από τη Συμμαχία είχε ως απoτέλεσμα την καθυπόταξή της από τους Αθηναίους και την εγκατάσταση Αθηναίων κληρούχων στα εδάφη της. Στα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου υπήρξε σημαντική στρατιωτική και ναυτική βάση. Τα χρόνια που ακολουθούν ως το 342 πχ είναι ιδιαίτερα ταραγμένα, οπότε και δημιουργείται το Κοινό των Ευβοέων και έτσι γίνεται προσπάθεια μιας σταθεροποίησης των καταστάσεων. Πρωτεύουσα στο Κοινό είναι η πόλη της Χαλκίδας, αλλά ακολουθούν πολλές περιπέτειες ως την εμφάνισή των Μακεδόνων.

Στα μέσα περίπου του 4ου αιώνα πχ και μετά την ενοποίηση όλων των Ελληνικών πόλεων κάτω από τη Μακεδονική δύναμη και ως τη Ρωμαική κατάκτηση, η περίοδος είναι γεμάτη από συγκρούσεις, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει και ανακοπή της ανάπτυξης της πόλης και της καλλιτεχνικής της προόδου. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι το 323 πχ έρχεται στην Χαλκίδα ο Σταγειρίτης φιλόσοφος Αριστοτέλης για να πεθάνει τον επόμενο χρόνο στο σπίτι της μητέρας του. Τότε κατά την Ελληνιστική εποχή άποικοι από την Χαλκίδα, ίδρυσαν την Χαλκίδα στην Συρία, κατά διαταγή του Σελεύκου Α από την οποία άποικοι ίδρυσαν μια άλλη Χαλκίδα στην κοιλάδα του Λιβάνου, καθώς και μια ακόμη Χαλκίδα στην Αραβία.

Το 200 πχ η πόλη καταστρέφεται από τον Ρωμαίο στρατηγό Γάιο Σουλπίκιο Γάλβα και έτσι εγκαινιάζεται η Ρωμαική κατοχή της Εύβοιας, ενώ το 146 πχ με την ολοκληρωτική κατάκτηση του Ελλαδικού χώρου από τους Ρωμαίους, η Χαλκίδα επανιδρύεται, όπως έγινε και με άλλες πόλεις. Τα χρόνια της Ρωμαιοκρατίας για την πόλη είναι και αυτά στο σύνολό τους χρόνια ακμής και προόδου τόσο για την πόλη της Χαλκίδας, όσο και γενικά για την Εύβοια, όπου έχει την μόνιμη και αδιαμφισβήτητη πρωτοκαθεδρία.

Με το τέλος των Ρωμαικών χρόνων και την είσοδο στα πρώιμα Βυζαντινά χρόνια, η πόλη γίνεται η πρώτη επισκοπή που ανήκει στην δικαιοδοσία του μητροπολίτη της Αχαίας, όπως και διοικητικά ανήκει στην επαρχία της Αχαίας. Η περίοδος των Βυζαντινών χρόνων χαρακτηρίζεται από τη μεταφορά της πόλης πιο κοντά στην θάλασσα, στη θέση που βρίσκεται σήμερα, με σημαντικό λιμάνι της εκείνο του Αγίου Στεφάνου. Η πόλη οχυρώθηκε εκ νέου στα χρόνια του Ιουστινιανού, πιθανώς για να αντιμετωπίσει τις διάφορες εχθρικές επιδρομές. Ετσι η πόλη επέζησε των Αραβικών επιδρομών του 7ου αιώνα. Η Χαλκίδα συνέχισε να είναι σημαντικός εμπορικός σταθμός σε όλη την διάρκεια των Βυζαντινών και υστεροβυζαντινών χρόνων, ώσπου καταστράφηκε από τις Νορμανδικές επιθέσεις το 1146 που διευθύνονταν από τον Ρογήρο της Σικελίας.

Το 1204 με την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους, η Εύβοια δόθηκε ως φέουδο στον Φλαμανδό ιππότη Ζακ ντ Αβέν (Jacques d Avesnes) για λίγο, καθώς αργότερα χωρίστηκε σε τρία μέρη και το καθένα δόθηκε σε Λομβαρδούς ιππότες: στον Ντέλλε Κάρτσερι (Delle Carceri) στον Πεκοράρι (Pecorari) και η βαρωνία της Χαλκίδας (Negroponte) στον Γκιμπέρτο Α ντα Βερόνα. Αυτοί ήταν οι ονομαστοί τριτημόριοι. Τον Γκιμπέρτο Α διαδέχθηκε ο γιος του Γουλιέλμος Α και αυτόν ο γιος του Γουλιέλμος Β Τα χρόνια της Φραγκοκρατίας είναι χρόνια ακμής για την βαρωνία της Χαλκίδας τόσο λόγω του ανεπτυγμένου εμπορίου, όσο και από την κατεργασία της πορφύρας και την λειτουργία των τραπεζικών οργανισμών των Βενετών. Σταδιακά η εξουσία της Εύβοιας πέρασε στην Βενετία και ο βάιλος διοικούσε το νησί. Μετά την ανακατάληψη μάλιστα της Κωνσταντινούπολης το 1261 ο Λατίνος πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης εγκαταστάθηκε στην Χαλκίδα. Στα χρόνια αυτά ως το 1470 που η πόλη πέρασε στους Τούρκους, έμεινε στα χέρια των Βενετών κυρίων της και δεν ήταν λίγες οι φορές που υπέφερε από τους πειρατές.

Την περίοδο της Τουρκοκρατίας, λόγω της επίκαιρης θέσης της κατέστη έδρα του Καπουδάν Πασά και το Πασαλίκι ήταν διοικητική διαίρεση που συμπεριελάμβανε όλη σχεδόν τη Στερεά Ελλάδα. Στην περίοδο εκείνη ως τον 17ο αιώνα περίπου, ο πλούτος της Εύβοιας προσέλκυε την εγκατάσταση σε αυτήν αγάδων, αλλά παράλληλα πολλές φορές υπήρξε και στόχος πειρατικός. Στα τέλη του 17ου αιώνα πολιορκήθηκε η Χαλκίδα από τον γνωστό Βενετό ναύαρχο Μοροζίνι, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Κατά την έκρηξη της Ελληνικής επανάστασης το 1821 και παρά το γεγονός ότι το νησί της Εύβοιας έγινε θέατρο πολλών μαχών, οι ισχυρές Τουρκικές δυνάμεις που βρίσκονταν στο νησί δεν επέτρεψαν την οριστική του απελευθέρωση. Από τον Τουρκικό ζυγό απαλλάχθηκε οριστικά με την παράδοση της Χαλκίδας στις 7 Απριλίου 1833 και της Καρύστου δύο μέρες αργότερα για να ενταχθεί στα όρια του νεοιδρυθέντος Ελληνικού κράτους.

Προσωπικότητες

  • Δημήτρης Μυταράς (ζωγράφος και καθηγητής της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών)
  • Ορέστης Μακρής (ηθοποιός και τενόρος οπερέτας)
  • Σωτηρία Μπέλλου (τραγουδίστρια λαικού και ρεμπέτικου)
  • Νίκος Σκαλκώτας (συνθέτης)
  • Μιχάλης Ασλάνης (σχεδιαστής μόδας)
  • Γεώργιος Παπανικολάου (ιατρός, βιολόγος, εφευρέτης του τεστ ΠΑΠ)
  • Αγγελος Μπασινάς (διεθνής ποδοσφαιριστής)