Εδεσσα Ιστορία

Εδεσσα

Η πόλη κατοικείται από τα αρχαία χρόνια και μέχρι την ανακάλυψη των τάφων της Βεργίνας (1977) ταυτιζόταν με τις αρχαίες Αιγές, πρώτη πρωτεύουσα του αρχαίου Μακεδονικού βασιλείου. Η σημερινή πόλη είναι κτισμένη στη θέση της αρχαίας Ακρόπολης. Οι περιορισμένες, προς το παρόν, ανασκαφικές έρευνες έχουν αποκαλύψει το αρχαίο τείχος και τμήμα της αγοράς. Από την πόλη έφερε αποίκους ο Μέγας Αλέξανδρος και επανίδρυσε την παλαιότερη Ορχόη της βορειοδυτικής Μεσοποταμίας σε Εδεσσα.

Στα Ρωμαικά χρόνια γνώρισε σχετική ακμή, καθώς βρισκόταν πάνω στην περίφημη αρχαία Εγνατία οδό, και σύμφωνα με τον ιστορικό Τίτο Λίβιο ήταν πόλις ευγενής και αξιόλογος. Από την εποχή του Αυγούστου μέχρι το 250 μχ διέθετε δικό της νομισματοκοπείο, ένα από τα 9 που είχαν επιτρέψει οι Ρωμαίοι στην Μακεδονία. Ελάχιστες πληροφορίες σώζονται για την πόλη κατά τη μεσαιωνική περίοδο. Τη διετία 691 – 692 στην Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο συμμετέχει ο Ισίδωρος, ελάχιστος επίσκοπος Εδεσσηνών πόλεως. Στους αιώνες που ακολούθησαν την κάθοδο των Σλάβων στα Βαλκάνια χάνεται το όνομα Εδεσσα και καθιερώθηκε η ονομασία Βοδενά. Ο Βυζαντινός συγγραφέας του 11ου αιώνα Σκυλίτζης αναφέρει: Φρούριον δε τα Βοδενά επί πέτρας αποτόμου κείμενον, δι ής καταρρεί το της λίμνης του Οστρόβου ύδωρ, υπό γης κάτωθεν ρέον αφανώς και εκείσε πάλιν αναδυόμενον.

Το χρονικό διάστημα από το 985 έως το 995 αποτέλεσε πρωτεύουσα του Βουλγαρικού βασιλείου ενώ κατά τη διάρκεια των Βυζαντινο Βουλγαρικών πολέμων, το 1002 μχ ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β πολιόρκησε και κατέλαβε τα Βοδενά. Τους Βούλγαρους κατοίκους τους μετοίκησε στο Βολερόν, μεταξύ Νέστου και Εβρου, ενώ στον φρούραρχο Δραξάν επέτρεψε να κατοικήσει στη Θεσσαλονίκη. Τα Βοδενά στη συνέχεια αποστάτησαν και ο Βασίλειος τα ξαναπολιόρκησε το 1015 μέχρις ότου οι κάτοικοι παρέδωσαν την πόλη, όπου και εγκατέστησε φρουρά, τους λεγόμενους κονταράτους.

Το 1345 κατελήφθη για περίπου 40 χρόνια από τους Σέρβους του Δουσάν και το 1386 η πόλη ακολούθησε την τύχη της υπόλοιπης Μακεδονίας και υποτάχθηκε στους Οθωμανούς. Σε Ρωσικό χρονικό της εποχής μαρτυρείται ολοκληρωτική καταστροφή από μεγάλο σεισμό το 1395 από τον οποίο και δημιουργήθηκαν οι περίφημοι καταρράκτες της. Το 1530 υπήρχαν στην πόλη 132 χριστιανικά και 48 μουσουλμανικά νοικοκυριά.

Η Εδεσσα υπήρξε ακόμη και στα χρόνια της Τουρκοκρατίας ένα σημαντικό αστικό και διοικητικό κέντρο της κεντρικής Μακεδονίας. Αυτό είχε ως επακόλουθο την ανάπτυξη των γραμμάτων και των τεχνών. Παραδείγματα αποτελούν η ίδρυση του φιλεκπαιδευτικού συλλόγου το 1872 και της φιλαρμονικής την δεκαετία του 1900 Το αποκορύφωμα της πολιτιστικής κίνησης ήρθε την εποχή του μεσοπολέμου (1922 – 1940) Ιδιαίτερη ανάπτυξη γνώρισε η μουσική, με συχνές συναυλίες, οπερέτες και άλλες εκδηλώσεις, στις οποίες συμμετείχαν τοπικές χορωδίες και φιλαρμονικές. Η παλιά μουσική παράδοση διατηρείται μέχρι τις ημέρες μας και στο τέλος κάθε καλοκαιριού ομάδες κανταδόρων διασχίζουν όλες τις γειτονιές της πόλης χαρίζοντας έναν ρομαντικό αποχαιρετισμό στην εποχή των διακοπών.

Εξίσου αξιόλογη είναι η λογοτεχνική παράδοση της πόλης. Στο γυμνάσιο της πόλης φοίτησε ο Μενέλαος Λουντέμης και εικόνες από τη ζωή της πόλης επανέρχονται συχνά στα έργα του. Τις τελευταίες δεκαετίες της ζωής του, έζησε στην Εδεσσα, ο Σταμ Σταμ (Σταμάτης Σταματίου) γνωστός για τις επιφυλλίδες του και τα διηγήματα που αντλούν από τη ζωή του χωριού. Ο Σταματίου διετέλεσε επίσης νομάρχης Πέλλας.

Από τους σύγχρονους λογοτέχνες κορυφαία θέση κατέχει ο ποιητής Μάρκος Μέσκος (1935 – 2019) Στο έργο του επανέρχονται συχνά αναμνήσεις από την παιδική και νεανική ζωή στην Εδεσσα και σκηνές από τη φρίκη των πολέμων της δεκαετίας του 1940 Ξεχωρίζουν επίσης ο Σάκης Τότλης και ο ποιητής Βασίλης Παππάς. Αξιόλογοι είναι και οι νεώτεροι Θόδωρος Σαρηγκιόλης, Τάκης Γκόντης, Ελευθερία Μπέλμπα. Πολλά στοιχεία για την πόλη κατά τον 17ο αιώνα παρέχει ο Τούρκος περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή που την επισκέφθηκε το 1668 Στο έργο του αναφέρει την έντονη παρουσία των Ελλήνων της πόλης.

Το 1782 ιδρύθηκε το πρώτο γνωστό σχολείο της πόλης, το ΕλληνοΜουσείο. Στα αρχεία της ιεράς μητροπόλεως Βοδενών σώζεται το ιδρυτικό σιγίλλιο που υπογράφει ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Γνωστός Εδεσσαίος της εποχής, ήταν ο λόγιος και καθηγητής της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας στο Παρίσι, Μηνάς Μηνωίδης (1788 – 1859) στον οποίο οφείλεται και η ανάπτυξη της Ολυμπιακής ιδέας. Μεγάλη οικογένεια της Εδεσσας τον 19ο αιώνα υπήρξε η οικογένεια Οικονόμου που μετανάστευσε στη Μολδοβλαχία (σημερινή Ρουμανία) και ακολούθως στην Τεργέστη της ΑυστροΟυγγρικής αυτοκρατορίας. Από την οικογένεια αυτή κατάγεται και ο διάσημος νευρολόγος Κωνσταντίνος Οικονόμου (γνωστός ως Constantin Von Economo) Η οικογένεια Οικονόμου διατηρεί έως σήμερα δεσμούς με την γενέθλια πόλη. Το αρχοντικό της οικογένειας Οικονόμου είναι έως και σήμερα ένα από τα αξιοθέατα της Eδεσσας.

Οι κάτοικοι της Eδεσσας συμμετείχαν στην επανάσταση του 1821 Σπουδαίοι αγωνιστές της επανάστασης του 1821 ήταν ο Δημήτριος Τρούπκος και ο Παναγιώτης Ναούμ, ο οποίος συμμετείχε στις Εθνοσυνελεύσεις της Ερμιόνης, της Τροιζήνας, του Αργους και του Ναυπλίου, ως πληρεξούσιος, καθώς επίσης και οι αδερφοί του Δημήτριος και Αντώνιος Ναούμ, οι οπλαρχηγοί Νικόλαος Αθανασίου και Αναστάσιος Δημητρίου και ο αξιωματικός Δημήτριος Κωνσταντίνου.

Τις δεκαετίες του 1860 και 1870 η Eδεσσα έγινε πεδίο συγκρούσεων μεταξύ πατριαρχικών και εξαρχικών. Οι εξαρχικοί απαιτούσαν την τέλεση των εκκλησιαστικών ακολουθιών στην Βουλγαρική γλώσσα και, όταν το αίτημα απορρίφθηκε από το μητροπολίτη Αγαθάγγελο και τον Τούρκο Καιμακάμη, κατέλαβαν το 1870 τον μητροπολιτικό ναό των Αγίων Αναργύρων και τον μετέτρεψαν σε εξαρχικό μέχρι το 1912 Κατά την περίοδο 1892 – 1894 ολοκληρώνεται η κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης – Μοναστηρίου και η Εδεσσα συνδέεται πλέον με τρένο με την Θεσσαλονίκη, τη Βέροια, την Φλώρινα και το Μοναστήρι.

Κατά τον Μακεδονικό αγώνα οι πολλοί Εδεσσαίοι αγωνίστηκαν για την ελευθερία, όπως ο οπλαρχηγός Ιωάννης Τσίτσιος (καπετάν Βλάχος) και οι Μακεδονομάχοι Ιωάννης Γιούσμης, Παρίσης Παρίσης, Κωνσταντίνος Σαλάμπασης, Κωνσταντίνος Σιβένας, Αθανάσιος Φράγκου, Ιωάννης Χατζηνίκος και ο ιατρός Αργύριος Κιτάνος. Ηγετικές μορφές της πόλης υπήρξαν επίσης, ο Ευάγγελος Κωφός και ο Δημήτριος Ρίζος. Κατά την διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων, η Εδεσσα απελευθερώθηκε από τον Ελληνικό στρατό στις 18 Οκτωβρίου του 1912 Αυτή η ημερομηνία αποτελεί γιορτή για την πόλη και σε κάθε επέτειο της διοργανώνονται εκδηλώσεις και μαθητικές και στρατιωτικές παρελάσεις.

Το 1918 ιδρύεται ο φιλοπρόοδος σύλλογος Μέγας Αλέξανδρος (το 1922 κατατίθεται το καταστατικό λόγω ενηλικίωσης των ιδρυτικών μελών) ο οποίος είναι και ο ιστορικότερος σύλλογος της Εδεσσας με πλήθος πολιτιστικών δραστηριοτήτων για την ανάδειξη του τοπικού πολιτισμού και της τοπικής ταυτότητας της πόλης. Σήμερα δραστηριοποιούνται στην πόλη πλήθος πολιτιστικών συλλόγων αναδεικνύοντας κάθε γωνιά του Ελληνικού πολιτισμού.

Κατά την περίοδο του Α Παγκοσμίου πολέμου, στην Έδεσσα εδρεύουν οι πολυεθνικές συμμαχικές δυνάμεις της στρατιάς της ανατολής υπό τον έλεγχο των Γάλλων και του στρατηγού Μωρίς Σαράιγ ο οποίος επισκέφθηκε την Εδεσσα. Το διάστημα αυτό φέρεται να ήταν στρατιώτης στην Εδεσσα και ο μετέπειτα ηγέτης του Βιετνάμ Χο Τσι Μινχ.

Με τη Μικρασιατική καταστροφή και την ανταλλαγή πληθυσμών που ακολούθησε το 1923 – 1924 2500 περίπου χριστιανοί πρόσφυγες από την Μικρά Ασία και την ανατολική Θράκη εγκαθίστανται στην Εδεσσα, συμβάλλοντας στην πολιτισμική και οικονομική ανάπτυξη του μεσοπολέμου. Ωστόσο αρκετοί εύποροι κυρίως πρόσφυγες ήρθαν στην Εδεσσα αμέσως μετά την λήξη του Α Παγκοσμίου πολέμου.

Πολλοί από αυτούς είχαν αστική προέλευση και ίδρυσαν βιοτεχνίες με κορυφαίους τους κλάδους της υφαντουργίας και της ταπητουργίας, η τεχνογνωσία των οποίων ήταν άγνωστη ως τότε στον κυρίως Ελλαδικό κορμό. Την δεκαετία του 30 εποχή πλήρους ακμής, λειτουργούν θέατρα, κινηματογράφοι, φιλαρμονική και εκδίδονται 4 ή 5 εφημερίδες. Στην έντονη πολιτιστική κίνηση πρωτοστατεί ο σύλλογος Μέγας Αλέξανδρος, που ιδρύθηκε το 1922 και συνεχίζει μέχρι σήμερα.

Η ευημερία της πόλης δέχθηκε ανεπανόρθωτο πλήγμα κατά τη δεκαετία του 40 με την Γερμανική κατοχή και τον εμφύλιο που ακολούθησε. Αν και η Εδεσσα δεν βομβαρδίστηκε στην διάρκεια του ΕλληνοΙταλικού πολέμου, υπέστη τεράστια καταστροφή ακριβώς λίγες ημέρες πριν από την λήξη της κατοχής. Το Σεπτέμβριο του 1944 οι Γερμανοί, σε αντίποινα για τον φόνο ενός στρατιώτη τους, πυρπόλησαν την μισή πόλη αφήνοντας χιλιάδες άστεγους. Μεταξύ των κτιρίων που καταστράφηκαν περιλαμβανόταν το Αρρεναγωγείο (κτίσμα του 1862) και ο μητροπολιτικός ναός των Αγίων Ανάργυρων.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, η Εδεσσα βρέθηκε στη δίνη του εμφυλίου πολέμου και κατά περιόδους, κατακλύστηκε από προσωρινούς πρόσφυγες των γύρω χωριών, τα οποία εκκενώνονταν για στρατιωτικούς λόγους. Οταν έληξαν οι συγκρούσεις το 1949 και ενώ εκατοντάδες Σλαβόφωνοι και άλλοι ντόπιοι μαχητές του δημοκρατικού στρατού μαζί με τις οικογένειες τους είχαν πάρει το δρόμο της αναγκαστικής εξορίας, η πόλη προσπάθησε να επουλώσει τα τραύματα, αλλά οι οικονομικές συνθήκες είχαν αλλάξει.

Η εμφάνιση των συνθετικών υφασμάτων (νάιλον, ραγιόν) που ήρθαν από την Αμερική επέφερε σκληρό ανταγωνιστικό κτύπημα στις Ελληνικές κλωστουφαντουργίες. Ο εξηλεκτρισμός της χώρας αφαίρεσε από τις βιομηχανίες της Εδεσσας το συγκριτικό πλεονέκτημα των υδατοπτώσεων.

Επιπλέον, το τεράστιο ρεύμα αστυφιλίας της δεκαετίας του 50 και του 60 κατέστησε πολύ πιο επικερδή την εγκατάσταση των βιομηχανιών στα δυο μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας (Αθήνα, Θεσσαλονίκη), όπου είχε συσσωρευθεί το 50% του πληθυσμού της χώρας. Τα εργοστάσια της Εδεσσας άρχισαν να παρακμάζουν και να κλείνουν τη δεκαετία του 1960 Το 1972 τα 4 μεγάλα είχαν κλείσει και απόμεινε να υπολειτουργεί μόνο το ΣΕΦΕΚΟ ως την δεκαετία του 90 ενώ χιλιάδες εργάτες αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στηω Δυτική Γερμανία, το Βέλγιο και την Αυστραλία.

Τα κύρια σημεία αναψυχής της Εδεσσας αποτελούν ο σύγχρονος πεζόδρομος που κατασκευάστηκε το 2008 όπου εκεί βρίσκεται μια ποικιλία καταστημάτων και σημείων ενδιαφέροντος και διασκορπισμένα αναψυκτήρια στα πάρκα της πόλης. Σε πολλά σημεία οργανώνονται εκδηλώσεις και βραδιές μουσικών συνόλων, στην παλιά πόλη, όπου επίσης η διοργάνωση συναυλιών σε διάφορους χώρους με πιο γνωστό το αμφιθέατρο Γαβαλιώτισσας.

Στις αρχές του 2000 τα παλιά εργοστάσια της Εδεσσας έχουν γκρεμιστεί (Τσίτση) ή έχουν μεταβληθεί σε χώρους εστίασης (Κανναβουργείο) επίσης χώροι πολιτισμού και διασκέδασης μπορούν να σας προσφέρουν ποικίλα μέρη στην πόλη. Οι μικρές μονοκατοικίες με τους ανθισμένους κήπους δίπλα στα ποταμάκια έχουν δώσει τη θέση τους σε πενταώροφες πολυκατοικίες.

Ωστόσο, η πόλη διατηρεί ακόμη γωνιές πρασίνου, με σημαντικά πάρκα μέσα στο κέντρο και διασχίζεται πάντα από μικρά ποταμάκια που της προσδίδουν ένα ιδιαίτερο χρώμα. Παρ όλα αυτά όμως η αναλογία τμ πράσινου ανά κάτοικο βρίσκεται στο 7.6 σύμφωνα με τη μελέτη που εκπονήθηκε από την ομάδα του καθηγητή της αρχιτεκτονικής τοπίου Γιάννη Τσαλικίδη το 2006 για λογαριασμό του δήμου Εδεσσας, την στιγμή που σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος το κατώτερο όριο μιας βιώσιμης πόλης είναι τα 10 τμ πράσινου ανά κάτοικο.

Το 2006 η τσιμεντοποίηση του πάρκου της πλατείας 25ης Μαρτίου με σκοπό την εκεί ανέγερση Μουσείου, παρ ότι είχε προεπιλεγεί άλλος χώρος στην παραδοσιακή συνοικία Βαρόσι, ακυρώθηκε μετά από κινητοποιήσεις ενεργών πολιτών της Εδεσσας. Την περίοδο 2004 – 2007 ανακατασκευάστηκε και η σιδηροδρομική γραμμή στο τμήμα Θεσσαλονίκης – Εδεσσας – Φλώρινας. Το 2006 η πρωτοβουλία πολιτών για το οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο διεκδικεί την αναβάθμιση του οδικού δικτύου Θεσσαλονίκης – Εδεσσας στο τμήμα από την Χαλκηδόνα ως τα όρια του νομού Πέλλας με το νομό Φλώρινας, καθώς και την παράκαμψη της Εδεσσας, ενώ παράλληλα τίθεται για πρώτη φορά το αίτημα της σιδηροδρομικής σύνδεσης Θεσσαλονίκης – Εδεσσας – Αριδαίας μέσω Γιαννιτσών. Την περίοδο 2007 – 2011 μετά από ποικιλόμορφες δράσεις της πρωτοβουλίας πολιτών για το σιδηροδρομικό δίκτυο του νομού Πέλλας, το παραπάνω αίτημα γίνεται αποδεκτό από το σύνολο σχεδόν των κατοίκων του νομού Πέλλας με αποτέλεσμα την ένταξή του στην προκαταρκτική μελέτη σκοπιμότητας ανάπτυξης προαστιακού περιφερειακού σιδηρόδρομου Θεσσαλονίκης.

Η ανάπτυξη και οικονομία της πόλης βασίζεται στον τριτογενή τομέα (δημόσιες υπηρεσίες και τουρισμός) Από την καθιέρωση της πόλης ως τουριστική, ο δήμος Εδεσσας με πολλές προσπάθειες προσπαθεί να αναδείξει το μέρος, λόγω του τοπικού φυσικού κάλλους και της γραφικής τοποθεσίας της πόλης.

Στα τέλη του 19ου αιώνα, αρχίζει να χρησιμοποιείται για πρώτη φορά συστηματικά το μεγάλο συγκριτικό πλεονέκτημα της πόλης, οι άφθονες υδατοπτώσεις. Στο φρύδι του βράχου κτίζονται εργοστάσια, τα οποία αξιοποιούν την δωρεάν πηγή ενέργειας και φέρνουν οικονομική άνθηση. Πρώτο εργοστάσιο κλωστουφαντουργίας ήταν του Τσίτση (1895) Ακολούθησαν η Ανω και Κάτω Εστία, το Κανναβουργείο και το ΣΕΦΕΚΟ Ηδη από την δεκαετία του 10 και ιδιαίτερα κατά την περίοδο του μεσοπολέμου, η Εδεσσα είχε αποκληθεί Μάντσεστερ των Βαλκανίων και ήταν, μαζί με τη Νάουσα, η κινητήρια δύναμη της βιομηχανίας στη Μακεδονία.

Η Εδεσσα ήταν η δεύτερη πόλη στην παραγωγή μεταξιού. Είχε εκκοκκιστήρια βάμβακος και εργοστάσια ταπητουργίας που γνώρισαν ιδιαίτερη άνθηση. Τα υδροκίνητα εργοστάσια κλωστουφαντουργίας, σε μεγάλη ακμή κατά τον μεσοπόλεμο, ιδρύθηκαν ανάμεσα στο 1874 και το 1912 στις πόλεις του Βερμίου και επωφελήθηκαν από την κινητήρια δύναμη του νερού, τα χαμηλά ημερομίσθια και την πλούσια ντόπια παραγωγή πρώτων υλών. Στην Εδεσσα κάθε εργοστάσιο εκμεταλλεύεται και έναν καταρράκτη. Ο μηχανικός εξοπλισμός προέρχεται από την Ευρώπη ενώ η παραγωγή τους καταναλώνεται στην ευρύτατη περιοχή της τότε ευρωπαικής Τουρκίας.

Το Νηματουργείο Γρηγόριος Τσίτσης ιδρύθηκε το 1895 Η πρώτη βιομηχανική μονάδα της Εδεσσας εξελίχθηκε στο μεγαλύτερο νηματουργείο όχι μόνο της Ελλάδας αλλά και της ανατολής. Σήμερα σώζονται μόνο η κεντρική πύλη και κάποια θεμέλια του τότε μεγαλύτερου εργοστασίου της πόλης.

Η Ενωσις Βιομηχανικών Επιχειρήσεων ΕΣΤΙΑ αποτελούταν από ένα νηματουργείο και ένα κλωστουφαντουργείο (το ένα δίπλα στο πάρκο των καταρρακτών και το άλλο και μικρότερο στον Λόγγο) τα οποία παρήγαγαν δίμιτο, φανέλα και κάμποτο. Η επιχείρηση έκλεισε έπειτα από την καταστροφική πυρκαγιά το 1954 στην μία από της μονάδες της (Ανω Εστία)

Το Κανναβουργείο άρχισε να λειτουργεί το 1913 Ηταν το καλύτερο από τα τέσσερα κανναβουργεία της Ελλάδας και παρήγαγε σπάγκους και σχοινιά. Σήμερα θεωρείται το πιο γνωστό αναπαλαιωμένο εργοστάσιο της πόλης με διατηρημένο όλο τον μηχανολογικό και εργοστασιακό εξοπλισμό. Από της αρχές του 2000 λειτουργούσε αδιάκοπα έως το 2014 το Βιομηχανικό μουσείο καθώς αποτελεί τμήμα του υπαίθριου μουσείου Νερού της πόλης. Βρίσκεται ακριβώς κάτω από τον βράχο της Εδεσσας δίπλα στους καταρράκτες, όπου η πρόσβαση στον χώρο διευκολύνεται από σύγχρονους ανελκυστήρες κατά μήκος του βράχου. Ενα μέρος του εργοστασίου στέγαζε εστιατόριο με πιάτα διεθνούς κουζίνας και χρησιμοποιούταν επίσης ως χώρος εστίασης ή πραγματοποίησης συνεδρίων. Δυστυχώς για λόγους ανωτέρας βίας ο χώρος βρίσκεται εκτός λειτουργίας από το 2014 και προς το παρόν δεν έχει υπάρξει κάποια επίσημη ενημέρωση για μίσθωση ή επαναλειτουργία του χώρου.

Το Καναβουργείο των αδελφών Αποστόλου και Σπυριδωνίδη βρίσκεται στην είσοδο της πόλης αλλά δεν λειτούργησε ποτέ διότι υπήρξαν μεγάλες ελλείψεις σε προσωπικό και βιομηχανικό εξοπλισμό. Σώζονταν μόνο οι εξωτερικοί του τοίχοι από πωρόλιθο ως το 2001 Αργότερα ανακαινίστηκε και χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα ως επιπλοποιείο.

Η Εριοβιομηχανία ΣΕΦΕΚΟ ξεκίνησε ως εριουργείο των αδελφών Σεφερτζή – Κόκκινου, είχε τον καλύτερο μηχανικό εξοπλισμό από όλα τα εργοστάσια της πόλης και παρήγαγε υφάσματα Σκωτσέζικα (κασμίρια) Το 1985 αγοράζεται από τον βιομήχανο Σημαιοφορίδη για να μετατραπεί σε εργοστάσιο έτοιμων ενδυμάτων. Στο πλαίσιο της μετατροπής, ο αρχικός εξοπλισμός πουλήθηκε και 36 αργαλειοί έγιναν παλιοσίδερα.

Το ταπητουργείο Κοτζαιβάζογλου γνώρισε σχετικά μικρή περίοδο οικονομικής άνθησης, αλλά σε σχέση με άλλες βιοτεχνίες της πόλης πρόσφερε μεγάλη βοήθεια και εργασία σε πολλές οικογένειες ιδιαίτερα στις προσφυγικές. Αργότερα μαζί με σχεδόν όλα τα εργοστάσια της πόλης, στις αρχές της δεκαετίας του 60 βάζει λουκέτο και νέος ιδιοκτήτης έγινε η Αγροτική τράπεζα. Λόγω τις στατικότητας του κτιρίου και του υψηλού κινδύνου ολοκληρωτικής κατάρρευσης, το κτίριο παραμένει ερημωμένο έως σήμερα. Στις αρχές του 2010 το ΑΠΘ εκπονεί μια μελέτη για την επαναχορήγηση του χώρου ως βιοτεχνία αλλά δεν υπήρξε πλήρης υποστήριξη, οπότε τα έργα παρέμειναν στα χαρτιά.

Προσωπικότητες

  • Αγγελής Γάτσος, αγωνιστής του 1821
  • Μηνάς Μηνωίδης, καθηγητής αρχαίας Ελληνικής γλώσσας
  • Κωνσταντίνος Οικονόμου (1876 – 1931) νευρολόγος
  • Δημήτριος Τρούπκος, επαναστάτης του 1821
  • Παναγιώτης Ναούμ, επαναστάτης του 1821
  • Γρηγόριος Τσίτσης, μεγαλοέμπορος και ιδιοκτήτης του μεγαλύτερου εργοστασίου δημιουργίας κάνναβης και μεταξιού στην ανατολή
  • Ιωάννης Τσίτσιος (Καπετάν Βλάχος) Μακεδονομάχος οπλαρχηγός
  • Ιωάννης Γιούσμης, Μακεδονομάχος
  • Παρίσης Παρίσης, Μακεδονομάχος
  • Αργύριος Κιτάνος, Μακεδονομάχος (ιατρός)
  • Μενέλαος Λουντέμης, συγγραφέας
  • Γιώργος Μεσημέρτζης, αθλητής πανελληνιονίκης και μεγάλος δωρητής του μουσείου αθλητισμού Εδεσσας
  • Φόρης Γεντζής, ποδοσφαιριστής