Γύθειο Ιστορία

Γύθειο

Ο πρώτος που ξεκίνησε τις αρχαιολογικές έρευνες στο Γύθειο ήταν ο Ανδρέας Σκιάς το 1891 αποκαλύπτοντας το αρχαίο θέατρο του Γυθείου στο βόρειο άκρο του, καθώς και ακρόπολη δυτικά του θεάτρου. Το έργο εκείνου συνέχισαν πολλοί άλλοι, μεταξύ των οποίων και η Αγγλική αρχαιολογική σχολή.

Από την μελέτη των αρχαιολογικών και σπηλαιολογικών ευρημάτων και των σχετικών αναφορών των αρχαίων Ελλήνων και Λατίνων συγγραφέων, έχουν παρουσιασθεί σπουδαία συγγράμματα για την ιστορία του Γυθείου. Μεταξύ αυτών αξίζει να αναφερθούν εκείνα των: Ιωάννη Πατσουράκου (1902) Καψάλη, Καλονάρου, Σκοπετέα, Τσιλιβάκου, Δασκαλάκη, Κουγέα.

Σύμφωνα με τον γεωγράφο του 2ου αιώνα μΧ Παυσανία, ο Πάρις πέρασε στο Γύθειο την πρώτη του νύχτα με την Ωραία Ελένη ύστερα από την αρπαγή της. Σύμφωνα με έναν αρχαίο θρύλο, το Γύθειο ιδρύθηκε από τον Ηρακλή και τον Απόλλωνα. Υπήρξε κατά την αρχαιότητα το επίνειο της Σπάρτης, που βρίσκεται 40 χιλιόμετρα βορειότερα.

Την περίοδο 195 πχ – 297 μχ το Γύθειο φέρεται ανεξάρτητο από την Σπάρτη, πρωτεύουσα του Κοινού των Ελευθερολακώνων, στολισμένο με μαρμάρινα μέγαρα, ιερά, ναούς θεών και πολλά καλλιτεχνήματα. Πολλά ερείπια από την Ρωμαική εποχή διασώζονται στην ευρύτερη περιοχή, ενώ από την αρχαιότητα διασώζονται στην παλιά πόλη το αρχαίο θέατρο και στον λόφο πίσω από την πόλη τα ερείπια ενός ιερού του Διονύσου.

Το 375 μχ συνέβη ένας μεγάλος σεισμός και το παλιρροιακό κύμα που δημιουργήθηκε καταπόντισε το Γύθειο στα νερά του Λακωνικού κόλπου θάβοντας ή πνίγοντας τους κατοίκους του, όσους δεν πρόλαβαν να καταφύγουν στα γύρω υψώματα. Ετσι, από την παλαιά πόλη έμεινε μόνο ένα τμήμα που σήμερα λέγεται Παλαιόπολη, το βορειοανατολικό τμήμα του σημερινού Γυθείου. Σε αυτό το τμήμα και στον παρακείμενο θαλάσσιο βυθό, βρέθηκαν τα περισσότερα αρχαία μάρμαρα, ψηφιδωτά δάπεδα, τμήματα αγαλμάτων θεών, ηρώων και αρχόντων, καθώς και θεμέλια οικοδομών, που αποτελούν τους θλιβερούς μάρτυρες της άλλοτε λαμπροστόλιστης πόλης.

Με το πέρασμα των αιώνων, οι επιχώσεις των χειμάρρων των γύρω υψωμάτων έθαψαν και τα τελευταία ίχνη της αρχαίας πόλης. Ετσι, κατά τον Μεσαίωνα, το Γύθειο ήταν τελείως ξεχασμένο. Η τοποθεσία που προυπήρξε, ονομάστηκε Μαραθονήσι, από το γνωστό μυρωδικό φυτό, το μάραθο, που βλάστανε πλούσια στη νησίδα Κρανάη και τη γύρω στεριά.

Τον 17ο αιώνα η περιοχή αυτή ήταν ένας λόγγος γεμάτη αγρίμια και βάλτους και τελείως ερημική από ανθρώπινη ζωή. Οι Μανιάτες που κατοικούσαν στην ενδοχώρα ούτε που πλησίαζαν την περιοχή αυτή αποφεύγοντας αφενός τον τρομερό κίνδυνο της θανατηφόρου ελονοσίας, αφετέρου τις ληστρικές επιδρομές των Οθωμανών κουρσάρων. Οι δε Τούρκοι διατηρούσαν μόνο μια φρουρά, στο βόρειο ύψωμα της Σεληνίτσας, σημερινή βόρεια παραλία του Γυθείου και δυτικά της περιοχής είχαν το Φράγκικο κάστρο του Πασσαβά σχηματίζοντας έτσι την μοναδική σφήνα στην ελεύθερη περιοχή της Μάνης.

Το 1685 οι Ενετοί, ευρισκόμενοι σε πόλεμο με τους Τούρκους και βοηθούμενοι από τους Μανιάτες, κατέλαβαν το κάστρο του Πασσαβά και εξόντωσαν την εκεί φρουρά. Η κατάληψη αυτού του οχυρού υπήρξε σημαντική στην ιστορία της Μάνης, χαρίζοντας στους Μανιάτες την ασφάλεια της ελεύθερης επικοινωνίας με το Μαραθονήσι, που άρχισαν σιγά σιγά να κατοικούν. Μάλιστα, δύο χρόνια μετά, τον Αύγουστο του 1687 όταν ο Βενετός στρατηγός Πολάνι βοηθούμενος από 6000 Μανιάτες επιχειρούσε την κατάληψη του Μυστρά, ο ναύαρχος Μοροζίνι κατέπλευσε στον όρμο του Μαραθονησίου.

Στις 23 Μαρτίου του 1821 οι Γρηγοράκηδες, μαζί με άλλους οπλαρχηγούς της ανατολικής Μάνης, τον Κοσονάκο, τον Κατσούλη και άλλους, ύψωσαν στο Μαραθονήσι Γύθειο την σημαία της επανάστασης έχοντας προηγουμένως συγκροτήσει ένοπλα σώματα.