Ηράκλειο Ιστορία

Ηράκλειο

Το Ηράκλειο βρίσκεται στα βόρεια παράλια της Κρήτης, έναντι της νησίδας Δία, στο ίδιο ακριβώς σημείο που βρισκόταν κατά την αρχαιότητα το δυτικότερο από τα τρία επίνεια (λιμάνια) της Κνωσού, που την περίοδο του Μινωικού πολιτισμού είχε τη μεγαλύτερη συγκέντρωση πληθυσμού στην Κρήτη, φέροντας ίδιο όνομα προς τιμή αρχαίου ιερού ναού του Ιδαίου Ηρακλέους.

Για την πόλη του Ηρακλείου δεν υπάρχουν ακριβείς πληροφορίες σχετικά με την ίδρυσή της. Η κατοίκηση όμως θεωρείται ότι ξεκινάει τουλάχιστον από την τρίτη χιλιετηρίδα πχ ως επίνειο (λιμάνι) της Κνωσού. Ως επίνειο ήταν ένας μικρός οικισμός. Ευρήματα έχουν βρεθεί σε διάφορες περιοχές, στον φυσικό λόφο που σήμερα βρίσκεται το Αρχαιολογικό Μουσείο. Ιχνη κατοίκησης έχουν βρεθεί κατά τους κλασικούς, Ελληνιστικούς και Ρωμαικούς χρόνους. Η παλαιότερη μαρτυρία που έχουμε είναι από τον αρχαίο ιστορικό και γεωγράφο Στράβωνα (1ος αιώνας πχ)

Σε όρυγμα σε βάθος 5 μ μέσα στο ναό του Αγίου Πέτρου, βρέθηκε Ρωμαικό νόμισμα του 169 μχ Στον λάκκο αυτό βρέθηκαν και όστρακα πρωτογεωμετρικής κεραμεικής του 10ου – 9ου πχ αιώνα (ανασκαφή George C Miles) Ο Στράβων, στα γεωγραφικά του αναφέρει, έχει δ επίνειον το Ηράκλειον η Κνωσός (67 πχ – 23 μχ) Ο Πλίνιος ο πρεσβύτερος το 79 μχ αναφέρει την πόλη Heraclea. Το αυτό αναφέρει και ο Κλαύδιος Πτολεμαίος (2ος αιώνας μχ) Δύο εκ των Αγίων Δέκα που μαρτύρησαν το 249 – 251 ο Ευάρεστος και ο Μόβιος (ή Πόμπιος, ή Πόντιος) ήταν από το Ηράκλειον. Το 348 στους σταδιασμούς της μεγάλης θαλάσσης αναφέρεται η απόσταση Αστάλης (Μπαλί) – Ηρακλείου και Ηρακλείου – Χερρονήσου (Χερσόνησος)

Πρώτη Βυζαντινή Περίοδος (330μχ – 823 μχ) Αραβοκρατία (823 μχ – 961 μχ)

Την Βυζαντινή περίοδο, το Ηράκλειο ήταν γνωστό με το όνομα Κάστρο (κατά πάσα πιθανότητα λόγω της οχύρωσης που περιτείχιζε την πόλη) αν και αναφέρεται και Ηράκλεια (Στέφανος Βυζάντιος – Ηράκλεια). Ηταν μία μικρή αλλά περιτειχισμένη πόλη, όμως δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες. Στην περιοχή της Αγίας Αικατερίνης έχουν βρεθεί λείψανα του Α Βυζαντινού ή Ρωμαικού τείχους.

Το 823 Αραβες Σαρακηνοί υπό τον Αμπού Χαφέζ (Απόχαψις των Βυζαντινών), καταγόμενοι από την Κόρδοβα της σημερινής Ισπανίας κατέλαβαν τη Κρήτη και κατέστρεψαν την μέχρι τότε πρωτεύουσα της νήσου Γόρτυνα. Αναζητώντας τότε μια νέα παράλια πόλη για πρωτεύουσα, επέλεξαν το Ηράκλειο, το οποίο και άρχισαν να οχυρώνουν το επόμενο έτος, 824 ενισχύοντας και επεκτείνοντας τα προγενέστερα Ελληνιστικά και Βυζαντινά τείχη δυτικότερα καθώς επεκτάθηκε και η πόλη και το όρισαν ως πρωτεύουσα του κράτους τους, το Εμιράτο της Κρήτης. Εχτισαν μεγάλο οχυρό, τμήμα του οποίου σώζεται μέχρι σήμερα, εντός της πόλης, πίσω από νεότερες κατασκευές επί τμημάτων των οδών Χάνδακος, Δαιδάλου και λιμένα, με μια περιμετρική μεγάλη τάφρο. Από την οχυρωματική εκείνη τάφρο, που εκτεινόταν από θάλασσα σε θάλασσα, οι Σαρακηνοί ονομάτισαν την πόλη αυτή Ραμπντ αλ Ζάντακ (Φρούριο της Τάφρου) ή απλούστερα Χάντακ (Χάνδακας εξελληνισμένο) δημιουργώντας μια περίοδο μεγάλης ευμάρειας και πολιτισμού. Ομως, παράλληλα, επέτρεπαν στο λιμάνι να στρατοπεδεύουν πειρατές, κάτι διαδεδομένο εκείνη την εποχή, που όμως δημιούργησε πολλά προβλήματα και ενόχλησε τα γειτονικά κράτη.

Η συνεχής πειρατική δραστηριότητα των Σαρακηνών που μαζί με πειρατές της Κιλικίας λυμαίνονταν τα νησιά και τις ακτές του Αιγαίου και της Μεσογείου γενικότερα, έχοντας καταστήσει τον Χάνδακα (Ηράκλειο) αποθήκη πειρατικής λείας και κέντρο αγοραπωλησίας αιχμαλώτων, ιδίως γυναικών και παιδιών εξόργισε και φόβισε την Βυζαντινή αυτοκρατορία (ειδικά μετά την κατάληψη και άλωση της Θεσσαλονίκης, της Δημητριάδος και άλλων πόλεων από τους Αραβες και όταν έφτασαν έως τα τείχη της Κωνσταντινούπολης απειλώντας την) Φυσικό ήταν η Βυζαντινή πολιτική να επικεντρώσει το ενδιαφέρον της στην ανακατάληψη της Κρήτης. Μετά από κάποιες αποτυχημένες απόπειρες, όπως πχ εκείνη του Γογγύλη, η βασιλεύουσα αποφάσισε να τελειώνει με την υπόθεση της Κρήτης. Επί βασιλείας Ρωμανού Β με παραδυναστεύοντα και παρακοιμώμενο τον Ιωσήφ Βρίγγα, ανατέθηκε στον Μάγιστρο και στρατηγό Νικηφόρο Φωκά, τον μετέπειτα αυτοκράτορα, η προετοιμασία και ηγεσία της εκστρατείας.

Δεύτερη Βυζαντινή Περίοδος (961 – 1204)

Ετσι οι Βυζαντινοί, τον Ιούλιο του 960 αποβιβάστηκαν στον κόλπο του Ηρακλείου (στα Ελληνοπεράματα) 3 χλμ δυτικά της πόλης. Ακολούθησε οκτάμηνη πολιορκία και στις 6 Μαρτίου του 961 κυρίευσαν (άλωσαν) την πόλη. Οι δυνάμεις του Νικηφόρου Φωκά, προβαίνοντας σε σφαγές, λεηλάτησαν και έκαψαν την πόλη, δίνοντας τέλος στο Εμιράτο της Κρήτης. Στην αρχή η πρωτεύουσα της Κρήτης μεταφέρθηκε στον οχυρό δίκορφο λόφο κοντά στον σημερινό Προφήτη Ηλία, ο οποίος έγινε γνωστός ως Τέμενος. Ομως, η νέα τοποθεσία δεν εξυπηρετούσε τις ανάγκες μιας πόλης, και έτσι άρχισε πάλι η εγκατάσταση στα ερείπια της Αραβικής πόλης και εξελλήνισαν το όνομά της σε Χάνδαξ. Ο Νικηφόρος Φωκάς μερίμνησε για την εγκατάσταση στην Κρήτη ευγενών φεουδαρχικών οικογενειών από την Κωνσταντινούπολη για την εξύψωση του φρονήματος των Κρητών, τον έλεγχό τους και την επανασύσφιγξη των δεσμών με το κράτος της βασιλίδας. Την αυτή πολιτική επικυρώνει το Διάταγμα του Αλεξίου Β Κομνηνού (1182) με το οποίο εγκαθίστανται επίσημα στην Κρήτη oι αρχοντικές (αρχηγικές) οικογένειες, των γνωστών Δώδεκα Αρχοντόπουλων, δηλαδή των Ιωάννη Φωκά (που επί Ενετοκρατίας το όνομα εξελίχθηκε σε Καλλιέργη και μετά Καλλέργη) Κωνσταντίνου Βαρούχα, Μαρίνου Σκορδύλη, Λέοντα Μουσούρου, Φίλιππου Γαβαλά, Ανδρέα Μελισσηνού, Θωμά Αρχολέο (Αρχολέοντος), Δημητρίου Βλαστού, Ευστρατίου Χορτάτζη, Νικηφόρου Αργυρόπουλου, Λουκά Λίτινα και Ματθαίου Καφάτου (Καλαφάτη). Μετά από αυτή την προσάρτηση ο Χάνδακας παρέμεινε πρωτεύουσα της Κρήτης, έδρα του γενικού διοικητή που έφερε τον Βυζαντινό τίτλο Δουξ καθώς και μητροπολιτική έδρα. Την ίδια περίπου εποχή κτίζεται και ο ναός του Αγίου Τίτου (πρώτου επισκόπου Κρήτης) που είχε καταστραφεί προηγουμένως από τους Σαρακηνούς.

Ενετοκρατία (1204 – 1669)

Το 1204 μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους, τμήμα της Κρήτης παραχωρήθηκε αρχικά στον Βονιφάτιο τον Μομφερατικό ο οποίος και την εκχώρησε (πούλησε) στους Ενετούς, (στον Δόγη Ερρίκο Δάνδολο) Πριν όμως προλάβουν οι Ενετοί να εγκατασταθούν στην Κρήτη και την πρωτεύουσα Χάνδακα, έσπευσαν και την κατέλαβαν οι Γενουάτες, τους οποίους τελικά κατάφεραν να εκδιώξουν οι Ενετοί μετά από ένα επταετή πόλεμο που ακολούθησε, από το 1204 έως το 1210 Οι Ενετοί εγκαθιστώντας ένα φεουδαλικό και ταυτόχρονα δημοκρατικό σύστημα διοίκησης, κατά τα πρότυπά τους, διατήρησαν τον Χάνδακα πρωτεύουσα της νήσου και έδρα του δούκα, γενικού διοικητού της γαληνοτάτης δημοκρατίας, παραφράζοντας το όνομα της πόλης σε Κάντικα, Κάντιγκα, Κάντιντα και τέλος Κάντια (Candia) όπως και επικράτησε και ως όνομα της νήσου με το επίσημο όνομα Βασίλειο ή Δουκάτο της Κάντια.

Ακολούθως οι Ενετοί ανήγειραν σπουδαία κτίρια με τα οποία λάμπρυναν την πόλη όπως το Δουκικό Ανάκτορο, το Μέγαρο του Αρχιστράτηγου, το Μέγαρο του Αρχιναύαρχου, το Μέγαρο του Λατίνου Αρχιεπισκόπου, το ναό του Αγίου Μάρκου, καθώς και άλλους ναούς, όπως του Αγίου Φραγκίσκου, της Παναγίας των Σταυροφόρων (συνολικά περισσότεροι από 120) την Ενετική Λέσχη (που κατεδαφίστηκε το 1904 και στην συνέχεια αναστηλώθηκε), την λεγόμενη Κρήνη του Μοροζίνι (υδραγωγείο) τον ορθόδοξο ναό της Αγίας Αικατερίνης με συνεχιζόμενη την Σιναιτική Σχολή λογίων και ζωγράφων.

Το σημαντικότερο όμως Ενετικό έργο ήταν το περίφημο μέγα τείχος του Ηρακλείου, ή Ενετικά τείχη Ηρακλείου που περιέλαβε όλη την πόλη, όπως στο μεταξύ είχε αυτή αναπτυχθεί, καθιστώντας την το ισχυρότερο φρούριο της ανατολικής Μεσογείου. Αρχικά οι Ενετοί βελτίωσαν τις υπάρχουσες Αραβικές και Βυζαντινές οχυρώσεις, όμως ο μεγάλος σεισμός που σημειώθηκε το 1303 αλλά και η ανακάλυψη της πυρίτιδας, τους ανάγκασε να κτίσουν το νέο αυτό τείχος, πάχους μέχρι 40 μ σε ορισμένα σημεία, επταπρόμαχο και επτάπυλο, αποτελώντας τέλειο έργο οχυρωτικής. Τούτο άρχισε να κτίζεται μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453) το έτος 1462 Κατά την διάρκεια της ανέγερσής του, το 1508 σημειώθηκε νέος μεγάλος σεισμός. Τελικά το έργο ολοκληρώθηκε μετά από 108 χρόνια, το 1570 από Ενετό μηχανικό. Το μεγαλύτερο μέρος του διατηρείται μέχρι και σήμερα.

Από την σπουδαία αυτή περιτείχιση οι Κρήτες αποκαλούσαν την πόλη Μέγα Κάστρο ή Μεγάλο Κάστρο ή Κάστρο, ονομασία που διατηρήθηκε για τρεις αιώνες και τους κατοίκους του Καστρινούς ή Μεγαλοκαστρινούς, ονομασία που διατηρείται έως σήμερα.

Αλλο περισπούδαστο επίσης έργο των Ενετών ήταν η κατασκευή του μεγάλου λιμένα του Χάντακα που δημιουργήθηκε στον αρχαίο Μινωικό λιμενίσκο και μετέπειτα Βυζαντινό και Αραβικό. Η κατασκευή του λιμένα ξεκίνησε το 1523 και ολοκληρώθηκε μετά 17 χρόνια, το 1540 Ο λιμένας έφερε δύο λιμενοβραχίονες, ο μεγαλύτερος δεξιά του εισερχομένου, στην άκρη του οποίου κτίσθηκε μεγάλος πύργος καλούμενος Πύργος του Λέοντος, ή Μεγάλο Καστέλλι, ή Ρόκκα που σώζεται μέχρι σήμερα με το Τουρκικό όνομα Κούλες, ή Κουλές και ο μικρότερος λιμενοβραχίονας, αριστερά του εισερχομένου που κατέληγε και αυτός στον Μικρό Κουλέ. Στον δε μυχό του λιμένος κατασκευάστηκαν 12 νεώσοικοι για τη κατασκευή, επισκευή και φύλαξη των Ενετικών πλοίων, των εξαρτήσεων και εφοδίων αυτών, μερικοί των οποίων σώζονται μέχρι και σήμερα.

Με τα παραπάνω βασικά έργα των Ενετών, αλλά και άλλα που αφορούσαν τόσο τον εξωραισμό της πόλης, όσο και τα νέα διοικητικά μέτρα που παράλληλα καθιερώθηκαν δεν άργησε ο Χάνδακας να εξελιχθεί σε σπουδαίο εμπορικό κέντρο και να αποκτήσει τόση αίγλη που ποτέ πρωτύτερα δεν είχε γνωρίσει. Από τον λιμένα του, ο μεγαλύτερος τεχνητός που είχε κατασκευαστεί μέχρι τότε στην ανατολική Μεσόγειο, πραγματοποιούταν όλο το εμπόριο της Κρήτης, κυρίως εξαγωγικό προς Ευρώπη και Ασία, αποκαλύπτοντας έτσι την μεγάλη εμπορική οργάνωση της πόλης, φθάνοντας μάλιστα στο σημείο να χαρακτηριστεί ψυχή της Βενετίας.

Από το μέσο της περιόδου της Ενετοκρατίας, ο Χάνδακας συγκέντρωνε ήδη τα 2/5 σχεδόν του συνολικού πληθυσμού της Κρήτης. Σύμφωνα με τη συστηματική καταγραφή του πληθυσμού της Μεγαλονήσου που επιχείρησε ο Πέτρος Καστροφύλακας, η περιφέρεια του Χάνδακα, μία από τις τέσσερις που είχαν δημιουργήσει οι Ενετοί, αριθμούσε, κατά το έτος 1575 τους 84158 κατοίκους, έναντι των 48790 των Χανίων, 46400 του Ρεθύμνου και 22312 της Σητείας. Βασικοί κάτοικοι του Χάνδακα ήταν οι έποικοι Ενετοί ευγενείς και άλλοι Λατίνοι υπάλληλοι του κράτους καθώς και έμποροι, Ελληνες γηγενείς, κατά το μεγαλύτερο μέρος, αλλά και έποικοι από άλλες περιοχές των Ενετικών κτήσεων καθώς και κάποιοι Εβραίοι έμποροι. Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της Κρήτης την εποχή εκείνη αυξομειωνόταν από διάφορες αιτίες όπως επιδημίες αλλά και από εποικισμούς Ελλήνων, που σημειωνόταν τελευταία, από άλλες Ενετικές κτήσεις που καταλήφθηκαν από τους Οθωμανούς. Η πόλη είχε περίπου 25000 κατοίκους εντός των τειχών και 5000 εκτός των τειχών (περιοχή Μαρουλάς)

Το 1647 μΧ ξεκίνησε η πολιορκία της πόλης από τους Οθωμανούς Τούρκους, η οποία κράτησε 22 χρόνια και κόστισε τη ζωή σε 30000 Κρητικούς, Ενετούς και Ευρωπαίους και 120000 Οθωμανούς και εν τέλει έληξε με την παράδοση και συνθηκολόγηση της πόλης το 1669,στον Κιοπρουλού Φαζίλ Αχμέτ.

Η πολιορκία του Ηρακλείου, για την άμυνα της οποίας συνασπίστηκαν όλα τα χριστιανικά κράτη της εποχής, υπό τις εντολές του Πάπα της Ρώμης, είναι η μεγαλύτερη σε διάρκεια και χωρίς διακοπή που έχει καταγραφεί στην παγκόσμια ιστορία, μένοντας στην ιστορία ως εποποιία, με τον τίτλο Siege of Candia (Μεγάλος Κρητικός Πόλεμος)

Μετά την παράδοση (6 Σεπτεμβρίου 1669) όλοι σχεδόν οι κάτοικοι της πόλεως αποχώρησαν και ως πρόσφυγες μετοίκησαν στα Ιόνια νησιά, στη Βενετία, στη Δαλματία.

Πρώτη Οθωμανική περίοδος (1669 – 1830) Αιγυπτιοκρατία (1830 – 1841) Δεύτερη Οθωμανική Περίοδος (1841 -1896)

Η πόλη αμέσως μετά την άλωση ήταν κατεστραμμένη, όμως οι Οθωμανοί, την επέλεξαν ως νέα τους πρωτεύουσα. Κατά την περίοδο της Οθωμανικής περιόδου η πόλη έγινε γνωστή και ως Μεγάλο Κάστρο ή Κάστρο. Ακολούθησαν περίοδοι ειρήνης, κινήματα, επαναστάσεις και σκληρές καταστολές εκ μέρους των Οθωμανών (Τούρκων) Παραδειγματικά αναφέρεται ότι στην μεγάλη σφαγή του Ηρακλείου, την 24 Ιουνίου 1821 που έμεινε στη μνήμη του λαού σαν ο μεγάλος αρπεντές, οι εξαγριωμένοι Τούρκοι κατέσφαξαν το μητροπολίτη Κρήτης Γεράσιμο Παρδάλη και πέντε επισκόπους: τον Κνωσού Νεόφυτο, τον Χερρονήσου Ιωακείμ, τον Λάμπης Ιερόθεο, τον Σητείας Ζαχαρία και τον τιτουλάριο επίσκοπο Διοπόλεως Καλλίνικο. Για δύο και περισσότερα χρόνια η εκκλησία της Κρήτης έμεινε ακέφαλη.

Λόγω των συνεχώς επαναστάσεων και του συνεχούς αιτήματος για ενωση με το νεοσύστατο κράτος της Ελλάδας, η παραπαίουσα Οθωμανική αυτοκρατορία παραχώρησε (πούλησε) την Κρήτη το 1830 στην Αίγυπτο υπό την οποία παρέμεινε έως το 1841 Η περίοδος αυτή υπήρξε πιο ομαλή και πραγματοποιήθηκαν πολλά δημόσια έργα. Το 1851 η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε από την Οθωμανική διοίκηση από το Ηράκλειο στα Χανιά, για αμυντικούς λόγους (λιμάνι της Σούδας) λόγω της μεγάλης πίεσης που δεχόταν η Οθωμανική αυτοκρατορία.

Το 1856 το Ηράκλειο ισοπεδώθηκε από σεισμό. Από το 3620 σπίτια της πόλης, μόλις 18 κρίθηκαν κατάλληλα για κατοίκηση.

Κρητική Πολιτεία (1896 – 1913) Ενωση με την Ελλάδα

Οι Κρητικοί, μην αντέχοντας την Τουρκική κατοχή επαναστάτησαν επανειλημμένα με κυριότερες επαναστάσεις το 1770 1821 1841 το 1858 το 1866 – 1869 και το 1897 – 1898 Το 1897 στόλοι της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Ρωσίας και της Ιταλίας κατέπλευσαν στην Κρήτη μοιράζοντας την διοίκηση της νήσου. Την διοίκηση του Ηρακλείου ανέλαβαν οι Βρετανοί.

Στις 25 Αυγούστου 1898 έγινε προσπάθεια από ένα απόσπασμα Αγγλων να τοποθετηθούν στις θέσεις τους οι υπάλληλοι του εκτελεστικού σύμφωνα με την απόφαση των τεσσάρων ναυάρχων, αλλά οι Τούρκοι της πόλης αντέδρασαν και εξαγριωμένοι προχώρησαν σε σφαγή χριστιανών της πόλης, σε λεηλασίες και τελικά εμπρησμό τμήματος της πόλης. Για να σταματήσει η εξέγερση ένα Βρετανικό πλοίο βομβάρδισε την πόλη. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν ο Λυσίμαχος Καλοκαιρινός, υποπρόξενος της Βρετανίας στο Ηράκλειο, και 18 Βρετανοί στρατιώτες, ενώ ο συνολικός αριθμός των νεκρών υπολογίστηκε αρχικά σε 1000 άτομα, αλλά μετέπειτα εκτιμήσεις κάνουν λόγο για περίπου 450 νεκρούς. Για τα επεισόδια καταδικάστηκαν σε θάνατο 17 σημαίνοντες Τουρκοκρητικοί, ενώ οι μεγάλες δυνάμεις υποχρέωσαν σε απομάκρυνση του Τουρκικού στρατού, η οποία ήταν και η οριστική. Τον Δεκέμβριο του 1913 κηρύσσεται επίσημα η ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Ετσι, η Κρήτη αποτελεί πλέον αναπόσπαστο τμήμα του Ελληνικού κράτους.

Εγκατάσταση Μικρασιατών (1922 – 1924)

Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή του 1922 και την ανταλλαγή πληθυσμών, εγκαταστάθηκαν στο Ηράκλειο Ελληνες Μικρασιάτες πρόσφυγες που εμπλούτισαν τον τοπικό πολιτισμό. Προέρχονταν από διάφορες περιοχές της Μικράς Ασίας και οι περισσότεροι από τη Σμύρνη, τα Βουρλά, τα Αλάτσατα, το Νυμφαίο Ιωνίας, την περιοχή του Ικονίου, της Προύσας. Ακόμη, στις αφιχθείσες οικογένειες Ελλήνων προσφύγων περιλαμβάνονταν και αρκετές από την ανατολική Θράκη. Δημιούργησαν τους συνοικισμούς που φέρουν τα ονόματα των πόλεων της Μικράς Ασίας από όπου προήλθαν, όπως Νέες Κλαζομενές, Νέα Αλικαρνασσός, Νέα Αλάτσατα, Νέα Βρύουλα. Η υποδοχή των προσφύγων από τους Κρήτες ήταν φιλόξενη και η συμβίωση ειρηνική.

Προσωπικότητες

  • Ανδρέας και Μαρία Καλοκαιρινού, ευεργέτες της πόλης
  • Δημήτριος Βικέλας (1835 – 1908) συγγραφέας, δωρητής της βιβλιοθήκης
  • Πέτρος Φίλαργος ή Φιλάρετος (1339 – 1410) καρδινάλιος, αρχιεπίσκοπος Μιλάνου, μετέπειτα Πάπας Ρώμης Αλέξανδρος Ε
  • Μελέτιος Πηγάς (1550 – 1601) Πάπας και Πατριάρχης Αλεξανδρείας
  • Κύριλλος Λούκαρις (1572 – 1638) Πατριάρχης Αλεξανδρείας, Οικουμενικός Πατριάρχης
  • Κωνσταντίνος Κορνιακτός (Konstanty Korniakt, 1517 – 1603) έμπορος
  • Μίνωας Καλοκαιρινός (1843 – 1907) πρώτος ανασκαφέας της Κνωσού
  • Μανώλης Καστρινός (Εμμανουήλ Παπάζογλου) (1917 – 1979) χορευτής και χορογράφος
  • Ελλη Αλεξίου (1894 – 1988) συγγραφέας
  • Οδυσσέας Ελύτης (1911 – 1996) ποιητής, βραβευμένος με Νόμπελ
  • Λιλή Ζωγράφου (1922 – 1998) δημοσιογράφος, συγγραφέας
  • Νίκος Καζαντζάκης (1883 – 1957) συγγραφέας, ποιητής
  • Βιτσέντζος Κορνάρος (1553 – 1613) συγγραφέας γεννημένος στη Σητεία αλλά παντρεύτηκε και έζησε στο Χάνδακα (Ηράκλειο)
  • Αριστοφάνης Χουρδάκης (1933- 2017) συγγραφέας, ερευνητής, λαογράφος
  • Γιώργος Γραμματικάκης, φυσικός, πανεπιστημιακός καθηγητής
  • Δομήνικος Θεοτοκόπουλος (1541 – 1614) αναγεννησιακός ζωγράφος
  • Ρίκα Διαλυνά, ηθοποιός
  • Νίκος Ξυλούρης (1936 – 1980) τραγουδιστής, συνθέτης
  • Μανώλης Ρασούλης (1945 – 2011) συνθέτης, τραγουδιστής
  • Νίκος Μαχλάς, ποδοσφαιριστής
  • Γιώργος Σαμαράς, ποδοσφαιριστής