Ιθάκη Ιστορία

Ιθάκη

Οι πρώτοι κάτοικοι εμφανίζονται την νεολιθική εποχή (4000 – 3000 πχ) αλλά η καταγωγή τους είναι ασαφής. Τα ίχνη των τειχών, των κτισμάτων και ένας δρόμος, δείχνουν ότι το νησί εξακολουθούσε να κατοικείται και την 3η χιλιετία πΧ Τα ευρήματα δείχνουν ότι την περίοδο 2000 – 1500 πΧ ήρθαν νέοι κάτοικοι στο νησί αλλά εξακολουθούσαν να ζούν σε πρωτόγονη κατάσταση.

Την Μυκηναική εποχή (1600 – 1100 πχ) παρατηρείται μεγάλη πολιτισμική έξαρση και η κυριαρχία της Ιθάκης φτάνει στο αποκορύφωμα της. Οι προφορικές παραδόσεις σχετικά με τον Οδυσσέα, δείχνουν ότι το νησί κυριαρχούσε σε ένα μεγάλο κράτος στο Ιόνιο πέλαγος και οι Ιθακήσιοι ήταν μεγάλοι ναυτικοί και εξερευνητές σε ολόκληρη την Μεσόγειο.

Τα δυο μεγάλα ποιήματα του Ομήρου, η Ιλιάδα και Οδύσσεια δίνουν πολλά στοιχεία για την Μυκηναική Ιθάκη, τα ποιήματα γράφτηκαν τον 9ο – 8ο αιώνα πΧ αλλά στηρίχτηκαν σε μυθολογικές και προφορικές παραδόσεις. Ο μυθολογικός ήρωας Οδυσσέας περιγράφεται ως βασιλιάς ενός μεγάλου κράτους με κέντρο την Ιθάκη. Τα ποιήματα αποκαλύπτουν τον τρόπο ζωής και τα έθιμα των κατοίκων, οι ιστορικές έρευνες αποκαλύπτουν ότι ο Ομηρος βασίστηκε σε παλιότερες προφορικές παραδόσεις.

Μετά το τέλος της Μυκηναικής εποχής, το νησί έχασε την ισχύ που είχε παλαιότερα και το κέντρο του βασιλείου μεταφέρθηκε στο γειτονικό μεγάλο νησί, την Κεφαλλονιά. Την αρχαία Ελληνική περίοδο (800 – 180 πΧ) το νησί συνέχισε να κατοικείται, ιδιαίτερα στο νότιο τμήμα και στην περιοχή Αετός ιδρύθηκε και η πόλη Αλαλκομεναί. Το νησί είχε ανεξάρτητη διοίκηση ως πόλη κράτος και έκοβε νομίσματα με το όνομα της Ιθάκης και την παράσταση του Οδυσσέα. Η Ιθάκη συνέχισε να κατοικείται στην Ελληνιστική περίοδο και στους Ρωμαικούς χρόνους, αλλάζοντας συνεχώς κυρίαρχους και κατοίκους. Αργότερα, ο πληθυσμός άρχισε να ελαττώνεται από τις πειρατικές επιδρομές.

Η Παλατινή Κομητεία της Κεφαλλονιάς και της Ζακύνθου την περίοδο 1185 – 1479 ήταν επαρχία του Βασιλείου της Σικελίας. Ο τίτλος του κόμη δόθηκε για πρώτη φορά στον Μαργαριτόνε του Μπρίντιζι που πήρε ως δώρο την Κεφαλλονιά, την Ζάκυνθο και την Ιθάκη από τον Γουλιέλμο Β της Σικελίας (1185) για τις υπηρεσίες που του είχε προσφέρει. Οι κυβερνήτες της Παλατινής Κομητείας μετά τον Μαργαριτόνε (1185 – 1195) ήταν οι εξής: Οικογένεια Ορσίνι (1195 – 1325) Οίκος των Καπετιδών Ανζού (1325 – 1357) Οίκος των Τόκκων (1357 – 1479)

Η οικογένεια Τόκκο που χρησιμοποίησε την Παλατινή Κομητεία ως βάση για την κατάκτηση περιοχών της ηπειρωτικής Ελλάδας, κατέλαβε (1411) το Δεσποτάτο της Ηπείρου. Η προέλαση των Οθωμανών στα δυτικά συρρίκνωσε σταδιακά την κυριαρχία τους. Οι Οθωμανοί κατέλαβαν το Δεσποτάτο και περιόρισαν τους Τόκκο στην νησιώτικη Παλατιανή κομητεία.

Οι Τόκκο διατήρησαν την Παλατινή Κομητεία μέχρι την κατάληψη της από τους Οθωμανούς και τους Βενετούς που έφτασαν στα Επτάνησα και ξεκίνησαν την πολιορκία τους. Οι περισσότεροι κάτοικοι της Ιθάκης από φόβο δραπέτευσαν με πλοία, οι υπόλοιποι κρύφτηκαν στα βουνά.

Οι δυο δυνάμεις, με την Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης (1479) μοίρασαν τα νησιά. Η Ζάκυνθος πέρασε ολόκληρη στην δημοκρατία της Βενετίας, ενώ η Κεφαλλονιά και η Ιθάκη μοιράστηκαν ανάμεσα στους Βενετούς και τους Οθωμανούς. Την περίοδο 1484 – 1499 τον έλεγχο στο μεγαλύτερο τμήμα της Ιθάκης είχαν οι Οθωμανοί. Οταν ξέσπασε ο Δεύτερος ΒενετοΤουρκικός πόλεμος (1499 – 1503) η Βενετία είχε σοβαρότατο ενδιαφέρον για να αποκτήσει τα Επτάνησα και από το 1500 απέκτησε τον έλεγχο τους. Με την Ειρηνική Συνθήκη που ακολούθησε ανάμεσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία και την δημοκρατία της Βενετίας (20 Μαίου 1503) η Κεφαλλονιά, η Ζάκυνθος και η Ιθάκη πέρασαν στην δημοκρατία της Βενετίας, ενώ η Λευκάδα παρέμεινε στους Οθωμανούς. Η Ιθάκη παρέμεινε υπό Βενετικό έλεγχο μέχρι την πτώση της δημοκρατίας (1797) Οι Βενετοί έδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον για το έρημο μέχρι τότε νησί και μετέφεραν κατοίκους από τα γειτονικά νησιά.

Μετά την κατάλυση της δημοκρατίας, τα νησιά πέρασαν στην Α Γαλλική Δημοκρατία (1797 – 1798) και έγιναν η έδρα του Γαλλικού διαμερίσματος της Ιθάκης, μαζί με την Κεφαλλονιά, την Ζάκυνθο, την Λευκάδα και τμήμα της ξηράς. Η έδρα της νομαρχίας βρισκόταν στο Αργοστόλι. Ο πληθυσμός του νησιού δέχτηκε θερμά τους Γάλλους και ασπάστηκε τις νέες επαναστατικές τους ιδέες. Οι Γάλλοι ανέλαβαν το διοικητικό και το δικαστικό σύστημα, αλλά οι Ιθακήσιοι σύντομα αγανάκτησαν από την ψηλή φορολογία.

Το νησί κατέλαβε τα επόμενα χρόνια η Ρωσία, σε συνεργασία με τους Οθωμανούς. Την περίοδο 1798 – 1807 δημιουργήθηκε η Επτανήσιος Πολιτεία με έδρα την Κέρκυρα. Την υψηλή διοίκηση είχαν οι Οθωμανοί αλλά ουσιαστικά την εξουσία είχαν οι Ρώσοι. Η Ιθάκη είχε 1 από τους 14 εκπροσώπους στο κοινοβούλιο της πολιτείας. Το νησί ανέπτυξε τότε σε ισχυρό βαθμό τη ναυτιλία του και τα πλοία της Ιθάκης μετέφεραν εμπορεύματα από την Μαύρη Θάλασσα.

Με τη Συνθήκη του Τιλσίτ τα Επτάνησα πέρασαν ξανά στους Γάλλους (1807 – 1809) Αλλά και η δεύτερη Γαλλική κυριαρχία ήταν σύντομη, ο Βρετανικός στόλος άρχισε να πολιορκεί το νησί και οικοδόμησε φρούριο στο Βαθύ Ιθάκης. Η Μεγάλη Βρετανία που βρισκόταν σε πόλεμο με τον Ναπολέοντα Α ξεκίνησε σκληρή πολιορκία στα Επτάνησα (1809) Τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου η Βρετανική σημαία κυμάτιζε στο κάστρο της Ζακύνθου, ενώ ακολούθησε η υποταγή της Κεφαλλονιάς και της Ιθάκης.

Τα Επτάνησα έγιναν με την Συνθήκη των Παρισίων τμήμα του Ηνωμένου Βασιλείου (5 Νοεμβρίου 1815) ως Ηνωμένο Κράτος των Ιονίων Νήσων και η έδρα του ύπατου αρμοστή Ιονίων νήσων. Την περίοδο 1810 – 1814 τοποθετήθηκε επαρχιακός κυβερνήτης της Ιθάκης ο στρατηγός Σαρλ Φιλίπ Ντε Μποσέ. Σύντομα δημιουργήθηκε από τους κατοίκους ισχυρό κίνημα αντίστασης, τα κινήματα είχαν αρχικά στόχο να ενισχύσουν τους Ελληνες της ηπειρωτικής Ελλάδας στην Ελληνική επανάσταση του 1821 αλλά στράφηκαν σύντομα και εναντίον των Βρετανών. Τα κινήματα αντίστασης έγιναν πιο ισχυρά (1848) με αποτέλεσμα οι Βρετανοί να κάνουν αυστηρότερους τους νόμους και να προχωρήσουν σε μέτρα καταστολής.

Κατά την Βρετανική κυριαρχία οι Ελληνες άρχοντες της Ιθάκης είχαν έντονη συμμετοχή στην Φιλική Εταιρεία αλλά και σε όλες τις Ελληνικές μάχες όπως στην πολιορκία του Μεσολογγίου και σε ναυμαχίες με τους Οθωμανούς στην Μαύρη Θάλασσα και στον Δούναβη. Η δεύτερη εθνική συνέλευση στην Αθήνα, εξέλεξε βασιλιά των Ελλήνων τον πρίγκιπα Γουλιέλμο της Δανίας που στέφθηκε νέος βασιλιάς ως Γεώργιος Α της Ελλάδας. Η Μεγάλη Βρετανία μετά την απόφαση αυτή έδωσε δώρο στην Ελλάδα τα Επτάνησα, επειδή η αδελφή του νέου Ελληνα βασιλιά Αλεξάνδρα της Δανίας, είχε παντρευτεί τον πρίγκιπα Εδουάρδο της Ουαλίας, διάδοχο του Αγγλικού θρόνου.

Η Μεγάλη Βρετανία, η Γαλλία, η Ελλάδα και η Ρωσία υπέγραψαν την Συνθήκη του Λονδίνου (29 Μαρτίου 1864) που κατοχύρωσε τα Επτάνησα ως Ελληνική επαρχία. Ο λόρδος ύπατος αρμοστής των Ιονίων νήσων κήρυξε επίσημα την Ενωση των Επτανήσων με την Ελλάδα.