Κίμωλος Ιστορία

Κίμωλος

Η Κίμωλος είναι νησί με πλούσιες ιστορικές καταγραφές. Σύμφωνα με την παράδοση, πρώτος μυθικός οικιστής της υπήρξε ο Κίμωλος, σύζυγος της Σίδης, κόρης του Ταύρου, στον οποίο οφείλει το όνομά της. Ηταν επίσης γνωστή και σαν Εχινούσα, πιθανόν λόγω της κιμωλίας έχιδνας (οχιάς) που ακόμη και σήμερα αφθονεί στο νησί.

Κατά την αρχαιότητα, η Κίμωλος είχε δύο θαυμάσιους λιμένες, των οποίων τα λείψανα υπάρχουν στη θέση Ελληνικά, ενώ στο λιμάνι της Ψάθης υπάρχουν λαξευτά νεωλκεία (όμοια με εκείνα της Αίγινας στη θέση Στρατηγού) που οι ντόπιοι αποκαλούν σύρματα.

Η Κίμωλος συμμετείχε στην Α Αθηναική Συμμαχία (425 – 424 πχ) κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου και υπήρξε πεδίο μαχών των Αθηναίων, που την κυρίευσαν, αφού προηγουμένως την λεηλάτησαν, όταν οι Σπαρτιάτες είχαν υποτάξει την γειτονική Μήλο. Μάλιστα, όπως προκύπτει ιστορικά, υποχρεώθηκε στην καταβολή στους Αθηναίους υυποτέλειας χιλίων δραχμών.

Τον Μεσαίωνα και μέχρι τους χρόνους της Ελληνικής επανάστασης του 1821 ονομαζόταν Αρζιαντιέρα ή Αρζεντιέρα, λέξη Ενετικής προέλευσης, λόγω των ασημόχρωμων βράχων της στα νότια, (αρτζέντο, ασήμι στα λατινικά) Επί Φραγκοκρατίας (13ος αιώνας) τη νήσο κατέλαβε ο Μάρκος Σανούδος, την οποία προσάρτησε στο Δουκάτο της Νάξου, μέχρι το 1537 που την κατέλαβε για λίγο ο Χαιρεντίν Μπαρμπαρόσα, όταν την επανέκτησε ο Αντζιελότο Γκοζαδίνο κατόπιν φόρου υποτελείας προς τον Σουλτάνο.

Από το 1383 και μετά από την κατάληψή του από τους Οθωμανούς (1537) το νησί διοικήθηκε από την οικογένεια Κρίσπι ως δούκες της Νάξου και του Αρχιπελάγους. Από το 1566 έως το 1579 ο Σουλτάνος Σελίμ Β παραχώρησε την διοίκηση της Κιμώλου και άλλων νησιών των Κυκλάδων στον Ισπανό Εβραίο ευνοούμενό του Ιωσήφ Νάζη, τον οποίο ονόμασε βασιλέα της Νάξου και Δωδεκανήσου (έτσι ονόμαζαν οι Βυζαντινοί τις Κυκλάδες)

Συχνά όμως τη νήσο επισκέπτονταν πειρατές, τους οποίους φοβούνταν και οι Τούρκοι. Το 1638 η Κίμωλος καταλήφθηκε και πυρπολήθηκε από τους πειρατές, οπότε οι κάτοικοι κατέφυγαν στην Σίφνο, εναπομείναντες μόνο 200 στη νήσο.

Φαίνεται όμως πως οι Κιμώλιοι, αδυνατώντας να αντιμετωπίζουν μόνοι τους κάθε φορά τους πειρατές, αναγκάσθηκαν να συμφιλιωθούν με αυτούς και να τους παρέχουν ακόμη και υπηρεσίες. Σε αυτό οφείλεται και η μεγάλη ναυτική εμπειρία τους, που είχε εκτιμηθεί τα χρόνια εκείνα και από τους Γάλλους, αλλά και από τον Σουλτάνο, τον οποίο και θεωρούσαν μέγα προστάτη, ενώ έσπευδαν να πληρώσουν τον φόρο υποτέλειας, 1400 γρόσια ετησίως και μάλιστα με ιδιαίτερη σπουδή στον Καπουδάν πασά που επισκέπτονταν τη Κίμωλο μια φορά τον χρόνο.

Από το 1678 στη Κίμωλο εγκαταστάθηκαν διπλωματικοί αντιπρόσωποι, Ολλανδός καθώς και Γάλλος το 1727 οι οποίοι κάλυπταν τους καθολικούς νησιώτες. Μάλιστα, ανήγειραν και καθολική εκκλησία της Μαντόνα Ντι Ροζάριο, ερείπια της οποίας υφίστανται και σήμερα. Από τους καθολικούς εκείνους μόνο μια οικογένεια ευγενών ζούσε στο νησί το 1778 στη μεγάλη θαλάσσια πειρατεία που είχε συμβεί το έτος εκείνο, κατά περιγραφή του περιηγητή Σοννίνι, που και αυτή η οικογένεια των Μπρεστ, το 1795 εγκαταστάθηκε στη Μήλο.

Στην περίοδο των Ορλωφικών και των ΡωσοΤουρκικών Πολέμων (1770 – 1774) υποτάχθηκε στους Ρώσους, οι οποίοι εντόπισαν ποσότητες αργυρούχου βαρυτίνης στη περιοχή και προσπάθησαν ανεπιτυχώς να την εκμεταλλευτούν, τότε ήδη η νήσος λεγόταν Αρζιαντιέρα, οπότε και άρχισε η εξαγωγή της μοναδικής στο είδος της, κιμώλιας γης, με συνέπεια το νησί να καταστεί και εμπορικός κόμβος.

Η Κίμωλος προσαρτήθηκε μαζί με όλες τις Κυκλάδες στην υπόλοιπη Ελλάδα το 1830 όταν αναγνωρίστηκε ανεξάρτητο κράτος ως Βασίλειο της Ελλάδος.

Κατά την δικτατορία Μεταξά, από το 1936 η Κίμωλος κατέστη τόπος εξορίας αντιφρονούντων. Αποτέλεσε μάλιστα τον τόπο όπου εκτοπίζονταν κυρίως γυναίκες ανάμεσα στις οποίες και σημαντικές διανοούμενες της εποχής, όπως η Φούλα Χατζιδάκη.