Κυπαρισσία Ιστορία

Κυπαρισσία

Η ιστορία της Κυπαρισσίας είναι μεγάλη και συμβαδίζει με αυτήν της Πελοποννήσου. Το ξεκίνημά της χάνεται στα βάθη της προιστορίας. Κατά τα Ομηρικά χρόνια, η Κυπαρισσία ονομαζόταν Κυπαρισσίεντας και ανήκε στο βασίλειο της Πύλου, του βασιλιά Νέστορα. Αργότερα η περιοχή υποδουλώθηκε στην Αρχαία Σπάρτη μαζί με την υπόλοιπη Αρχαία Μεσσηνία.

Πολλοί ενδιαφέρθηκαν για τη στρατηγική θέση της πόλης ανά τους αιώνες. Στην θέση της αρχαίας Ακρόπολης χτίστηκε κάστρο κατά τα Βυζαντινά χρόνια, στην συνέχεια οι Τούρκοι και Φράγκοι κατακτητές ανακατασκεύασαν το φρούριο, κάνοντας τις απαραίτητες προσθήκες, δίνοντας του τη σημερινή του μορφή. Κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας η Αρκαδιά, όπως ονομαζόταν τον Μεσαίωνα η Κυπαρισσία, είχε προνομιούχο θέση ως εμπορικό κέντρο της περιοχής. Το σημερινό της όνομα οφείλεται στον Οθωνα. Στην Κυπαρισσία ανακαλύφθηκαν τάφοι της κλασικής και Ρωμαικής εποχής, ενώ στην κορυφή του όρους Ψυχρό διασώζεται σήμερα το Φράγκικο κάστρο της.

Ο Κυπαρισσίεντας ανήκε στο βασίλειο της Πύλου, του βασιλιά Νέστορα. Μάλιστα ο Κυπαρισσίεντας συμμετείχε στον Τρωικό πόλεμο αποστέλλοντας 11 πλοία, υπό την διοίκηση του Νέστορα, σύμφωνα με τον Ομηρο.

Αργότερα η περιοχή του Κυπαρισσίεντα υποδουλώθηκε στους Σπαρτιάτες μαζί με την υπόλοιπη Μεσσηνία. Ο Κυπαρισσίεντας ήταν μια ακμάζουσα πολιτισμικά, οικονομικά και εμπορικά πόλη. Μάλιστα το 199 πχ έκοψε και δικό του νόμισμα.

Από το 2006 έχει διενεργηθεί σημαντικό σωστικό ανασκαφικό έργο στην περιοχή της Κυπαρισσίας, σε τρία κυρίως σημεία: την θέση Μούσγα, την θέση του Κάστρου (αρχαίας Ακρόπολης) και την θέση της παραλίας του αρχαίου Κυπαρισσίεντα.

Στην περιοχή Μούσγα, η σωστική ανασκαφική έρευνα έφερε στο φως ερείπια μεγάλης έπαυλης της υστερορωμαικής εποχής. Οι κτιριακές υποδομές περιλαμβάνουν λουτρικές και υδραυλικές εγκαταστάσεις, οι οποίες ανήκουν σε τρεις αλλεπάλληλες οικοδομικές φάσεις, που αρχίζουν από τον 1ο αιώνα πχ και διαρκούν ως και τις αρχές του 5ου αιώνα. Ο αρχαιολογικός χώρος περιλαμβάνει την έπαυλη και συγκρότημα κατοικιών που ανήκαν στον οικοδομικό ιστό του αρχαίου Κυπαρισσίεντα, ο οποίος αναπτύχθηκε γύρω από την αρχαία αγορά, με κομβικό σημείο το λιμάνι. Στα ευρήματα περιλαμβάνονται τμήματα αγγείων και διακοσμημένων λύχνων, χάλκινα νομίσματα και άλλα.

Το 2007 διενεργήθηκε σωστική ανασκαφή στις δυτικές υπώρειες του κάστρου της Κυπαρισσίας, όπου και αποκαλύφθηκαν θεμέλια κτιρίου, πιθανότατα κατοικία, η αρχαιότερη φάση της οποίας ανάγεται στους ύστερους Ελληνιστικούς και τους πρώιμους Ρωμαικούς χρόνους (1ος αιώνας πχ – 1ος αιώνας) ενώ φαίνεται ότι συνέχισε να είναι σε χρήση έως την ύστερη Ρωμαική εποχή (3ος – 4ος αιώνας)

Το 2010 σε εργασίες για την θεμελίωση ξενοδοχειακής μονάδας στην παραθαλάσσια περιοχή βόρεια του λιμανιού της Κυπαρισσίας, διενεργήθηκε σωστική ανασκαφή στην παραλία, η οποία αποκάλυψε εκτεταμένο συγκρότημα κατοικιών, τμήμα του αρχαίου παράλιου οικισμού, η κατοίκηση του οποίου άρχισε από τους ύστερους Ελληνιστικούς χρόνους (2ος αιώνας πχ) και συνεχίστηκε έως την ύστερη Ρωμαική εποχή (4ος αιώνας) Στα ευρήματα περιλαμβάνονται αγκίστρια και βελόνες για το ράψιμο των διχτυών, ένδειξη ότι η κύρια ασχολία των κατοίκων του οικισμού ήταν η αλιεία, καθώς επίσης πληθώρα κεραμικών, νομισμάτων και άλλων αντικειμένων της καθημερινής ζωής των κατοίκων του αρχαίου Κυπαρισσίεντα.

Κατά την Βυζαντινή εποχή, στη θέση της αρχαίας Ακρόπολης του Κυπαρισσίεντα χτίστηκε το κάστρο της Αρκαδίας, γνωστό και ως κάστρο των Γιγάντων ή κάστρο της Αρκαδιάς. Μάλιστα, ο ένας από τους πύργους του κάστρου αυτού έμεινε γνωστός ως πύργος του Ιουστινιανού. Την περίοδο αυτή όμως, η Κυπαρισσία, όπως και η Πάτρα και άλλες πόλεις και μικρότεροι οικισμοί της δυτικής Πελοποννήσου, παρουσιάζουν πληθυσμιακή μείωση.

Κατά την ιστορικό Αννα Αβραμέα, στην μελέτη της για την παλαιοχριστιανική και πρωτοβυζαντινή Πελοπόννησο, συγκρίνοντας τους οικισμούς που αναφέρονται στην Tabula Peutingeriana του 4ου αιώνα, με αυτούς που περιλαμβάνει ο κατάλογος του Συνέκδημου του Ιεροκλέους, του 6ου αιώνα, διαπιστώνεται ότι το κεντρικό και δυτικό τμήμα της Πελοποννήσου γίνεται προοδευτικά ασθενέστερο, δηλαδή εξαφανίζονται από τα μέρη αυτά οι περισσότεροι μικροί οικισμοί, ενώ αντίθετα το ανατολικό τμήμα ενισχύεται. Αυτή η κλίση προς τα ανατολικά, που ανιχνεύεται τόσο νωρίς, δικαιολογείται από την στροφή του τόπου προς τις νέες πολιτικές κατευθύνσεις της αυτοκρατορίας, οι οποίες υπαγορεύονται από την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης. Σύμφωνα επίσης με τον Συνέκδημο, η Κυπαρισσία, τον 6ο αιώνα, περιλαμβανόταν ανάμεσα στις 79 πόλεις της βυζαντινής επαρχίας Ελλάδος, η οποία αποτελούσε διοικητική συνέχεια της προηγούμενης Ρωμαικής επαρχίας Αχαίας και η οποία διοικείτο από ανθύπατο, με έδρα την Κόρινθο.

Την περίοδο του Μεσαίωνα, μεταξύ 1262 – 1432 η Κυπαρισσία, αναφερόμενη τότε ως Αρκαδία ή Αρκαδιά αποτέλεσε την έδρα της βαρωνίας της Αρκαδίας. Η βαρωνία αυτή ήταν ένα κρατίδιο υποτελές στο πριγκιπάτο της Αχαίας που ιδρύθηκε το 1261 – 1262 από τον πρίγκιπα Γουλιέλμο Β Βιλλαρδουίνο. Αρχικά, η πόλη της Αρκαδίας αποτελούσε τμήμα των προσωπικών κτήσεων του πρίγκιπα και σχηματίστηκε ως αποζημίωση για τον Βιλαίν Α ντ Ωλναί μετά την βυζαντινή ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης από την Λατινική αυτοκρατορία το 1261 Η κατοικία του βαρώνου ήταν το επισκευασμένο αρχαίο κάστρο της Αρκαδίας.

Η ιστορία της περιόδου αυτής είναι ιδιαίτερα πλούσια. Η βαρωνία της Αρκαδίας ήταν και το τελευταίο υπόλειμμα του πριγκιπάτου της Αχαίας που υπέκυψε, το 1432 στους Βυζαντινούς δεσπότες του Μορέως. Μετά την κατάκτηση της Πάτρας και της Χαλανδρίτσας το 1429 – 1430 που σήμανε και την ντε φάκτο κατάλυση του πριγκιπάτου, ο τελευταίος πρίγκιπας, Κεντυρίων Β Ζαχαρίας, κράτησε μόνο την Αρκαδία ως προσωπικό του φέουδο. Μετά το θάνατό του το 1432 όμως, ο Δεσπότης Θωμάς Παλαιολόγος, καίτοι γαμπρός του Ζαχαρία, κατέλαβε την βαρωνία και φυλάκισε την χήρα του Ζαχαρία και πεθερά του, η οποία και πέθανε στη φυλακή.

Κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας η Αρκαδιά, είχε προνομιούχο θέση ως εμπορικό κέντρο της περιοχής και το κάστρο της φυλασσόταν από φρουρά 300 Αλγερινών.

Κατά την δεύτερη περίοδο των Ενετών, έγινε η πρώτη επίσημη απογραφή στην Πελοπόννησο στην οποία αναφέρεται ότι το 1689 η Κυπαρισσία (Αρκαδία ή Αρκαδιά) είχε 745 κατοίκους. Ο οικισμός αναφέρεται επίσης σε διάφορες απογραφές των Βενετών Προνοητών της γαληνοτάτης δημοκρατίας της Βενετίας, οι οποίες έγιναν στο χρονικό διάστημα της τριακονταετίας (1683 – 1684 – 1715) κατά την οποία οι Βενετοί κατείχαν την Πελοπόννησο. Η Αρκαδία (Arcadia Quattro Borghi) ανήκε το 1689 στην επαρχία της Αρκαδίας (ή Αρκαδιάς, δηλαδή την περιοχή της σημερινής Κυπαρισσίας) η οποία ήταν μια από τις 4 επαρχίες, στις οποίες χωριζόταν τότε το διαμέρισμα της Μεθώνης (επαρχία Φαναριού, επαρχία Αρκαδιάς, επαρχία Ναβαρίνου και επαρχία Μεθώνης)

Ο μεγάλος και καταστροφικός σεισμός που έγινε στις 15 Αυγούστου 1886 τραυμάτισε την κωμόπολη, όπως και τα γειτονικά Φιλιατρά, με αποτελέσματα καταστροφικά, τόσο στην οικονομία της, όσο και στην γενικότερη ζωή των κατοίκων της, αλλά συνέβαλε ταυτόχρονα και στην εκ νέου ανοικοδόμησή της.

Στα τέλη του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ου αιώνα, η περιοχή της Κυπαρισσίας, όπως και οι γειτονικές περιοχές του Πύργου, των Φιλιατρών και των Γαργαλιάνων, άκμασαν οικονομικά με την άνθιση του εμπορίου και την καλλιέργεια της σταφίδας και τις μεγάλες εξαγωγές της στην Ιταλία και γενικότερα στην Ευρώπη. Η ευρύτερη περιοχή της Τριφυλίας, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην παραγωγή της σταφίδας, κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα ως και τις αρχές του 20ου αιώνα, καθώς η σταφιδοκαλλιέργεια εξελίσσεται σταδιακά σε μονοκαλλιέργεια.

Σύμφωνα με την ιστορικό Καίτη Αρώνη Τσίχλη, μετά το άνοιγμα της Γαλλικής αγοράς (1878 και εξής) όλη η εθνική οικονομία εξαρτάται από την εξαγωγή του χρυσοφόρου προιόντος (που αντιπροσωπεύει πάνω από το μισό των συνολικών εξαγωγών της χώρας) Γύρω από την καλλιέργεια και το εμπόριο της σταφίδας ζει και αναπτύσσεται ένας ολόκληρος κόσμος, η κοινωνία της σταφίδας. Στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπως η Πάτρα ­ κατ εξοχήν πόλη λιμάνι, που οργανώνει την παραγωγή του προιόντος και ελέγχει τις εξαγωγές ­ ή ο Πύργος, αλλά και στα χωριά και στις κωμοπόλεις, όπως Ξυλόκαστρο, Λεχαινά, Γαργαλιάνοι, Φιλιατρά, όλη η ζωή και οι δραστηριότητες των κατοίκων καθορίζονται από την σταφίδα. Μια ολόκληρη αλυσίδα επαγγελμάτων, από τους σταφιδοπαραγωγούς και τους σταφιδεμπόρους, τους τραπεζίτες, τους μεσίτες, τους παραγγελιοδόχους, τους ασφαλιστές και τους δικηγόρους, ως τους φορτωτές, τους μαουνιέρηδες και τους εργάτες κατασκευής κιβωτίων, ζει, ευημερεί και πλουτίζει χάρη στην σταφίδα.

Το λιμάνι της Κυπαρισσίας, όπως και τα λιμάνια των Φιλιατρών (η Αγία Κυριακή και ο Αγριλος) και των Γαργαλιάνων (η Μαραθόπολη) αλλά και η σιδηροδρομική γραμμή των ΣΠΑΠ με αφετηρία τον σιδηροδρομικό σταθμό Κυπαρισσίας, θα διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην μεταφορά της σταφίδας, αλλά και άλλων προιόντων της ευρύτερης περιοχής της Τριφυλίας, όπως το ελαιόλαδο, το κρασί και το αλάτι, προς τα μεγάλα εμπορικά κέντρα. Μετά το 1925 ενεργό ρόλο είχε επίσης στην ευρύτερη περιοχή της Τριφυλίας και ο Αυτόνομος Σταφιδικός Οργανισμός (ΑΣΟ)

Η Κυπαρισσία περιλαμβάνεται στις πόλεις οι οποίες υπέστησαν καταστροφές και είχαν θύματα κατά την διάρκεια της Κατοχής, αλλά και κατά την διάρκεια του εμφυλίου πολέμου.

Προσωπικότητες:

  • Απολλοφάνης ο Κυπαρίσσιος ή Απολλώνιος (1ος αιώνας πχ) αρχαίος ολυμπιονίκης
  • Δίων ο Κυπαρίσσιος (1ος αιώνας πχ) αρχαίος ολυμπιονίκης
  • Χαράλαμπος Αλεβιζόπουλος, αγωνιστής της επανάστασης του 1821
  • Κούλα Μαραγκοπούλου (1910 ή 1913 – 1997) ζωγράφος
  • Φώτης Κόντογλου (1895 – 1965) λογοτέχνης και ζωγράφος
  • Ντίνος Ηλιόπουλος (1915 – 2001) ηθοποιός. Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια από Ελληνες γονείς, η καταγωγή του πατέρα του ήταν από την Κυπαρισσία.
  • Ιωάννης Πετρόμπεη Μαυρομιχάλης (1804 – 1825) αγωνιστής του 1821 και γιος του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Γεννήθηκε στην Μάνη, τραυματίστηκε στις 14 Απριλίου 1825 κατά τη μάχη του Νεοκάστρου της Πύλου και πέθανε λίγο αργότερα στην Κυπαρισσία.