Λαμία Ιστορία

Η Λαμία είναι χτισμένη σε στρατηγική θέση, στις νότιες παρυφές του όρους Όθρυς. Πρόσφατες ανασκαφικές έρευνες απέδειξαν ότι η περιοχή κατοικείτο τουλάχιστον από την εποχή του Ορείχαλκου (2800-1100 π.Χ.) Σημαντική άνθιση πρέπει να γνώρισε από το 413 π.Χ. Ήδη από τα τέλη του 5ου αι. πρέπει να ήταν οχυρωμένη, σύμφωνα με τμήματα οχυρώσεων στην ακρόπολη και στη σημερινή πόλη.

Ωστόσο η αρχαιότερη γραπτή μαρτυρία για την οχύρωση της Λαμίας προέρχεται από το Διόδωρο Σικελιώτη. Η οχύρωση αποσκοπούσε στην επιτήρηση της κοιλάδας του Σπερχειού, της παραλιακής οδού και του στενού περάσματος που οδηγεί στη Θεσσαλία. Η πόλη μετά τα μέσα του 4ου αι. π.Χ. τέθηκε κάτω από την κυριαρχία του Φιλίππου Β΄ της Μακεδονίας. Το 323 π.Χ. η Λαμία θα μείνει στην ιστορία ως η πόλη του “Λαμιακού Πολέμου”, καθώς εκεί πραγματοποιήθηκε η μεγάλη σύγκρουση του Μακεδονικού στρατού με τον στρατό των ελληνικών πόλεων που μάχονταν των Μακεδόνων. Το 302 π.Χ. απελευθερώθηκε από τον Δημήτριο τον Πολιορκητή και μέχρι την κατάληψή της από τους Ρωμαίους παρέμεινε κάτω από την επιρροή των Θεσσαλών και των Αιτωλών.[4][5]
Χριστιανικοί χρόνοι

Για τη ζωή της στους χριστιανικούς χρόνους δεν έχουμε πολλές ιστορικές πληροφορίες, πέραν του ότι αποτέλεσε έδρα επισκοπής κατά τον 5ο και 6ο αιώνα. Από τον 9ο αιώνα (869-870), η πόλη εμφανίζεται στις πηγές ως Ζητούνι. Το 1204 με την κατάλυση της βυζαντινής κυριαρχίας ύστερα από την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους της Δ΄ Σταυροφορίας, πέρασε στα χέρια των Φράγκων, που ίδρυσαν εκεί τη Βαρωνία του Ζητουνίου, με το όνομα Girton. Η οχύρωση της ακρόπολης (Ακρολαμία) αναφέρεται για πρώτη φορά ως Κάστρο σε μια επιστολή του Πάπα Ιννοκέντιου Γ΄ (αρχές 13ου αι.). Στα 1218, κατελήφθη από το Δεσπότη της Ηπείρου Θεόδωρο Κομνηνό Δούκα. Το 1275 το Κάστρο παραδόθηκε από τον ηγεμόνα της Θεσσαλίας Ιωάννη Α΄ Δούκα, ως προίκα στον μετέπειτα Δούκα των Αθηνών Γουλιέλμο δε λα Ρος. Στα 1311, το Κάστρο του Ζητουνίου πέρασε στα χέρια των Καταλανών υπό την αιγίδα του βασιλείου της Νεαπόλεως, με την ονομασία El Cito. Από το 1446 πέρασε στα χέρια των Τούρκων μέχρι την απελευθέρωση της πόλης στα 1832-1833. Στα 1658, ίσως και πιο νωρίς, αρχίζει να λειτουργεί στη Λαμία το γνωστό παζάρι με πανελλήνια και παμβαλκανική ακτινοβολία. Από το 1884 μέχρι και το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το Κάστρο χρησιμοποιήθηκε ως στρατώνας. Το 1973 ο χώρος παραδόθηκε από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας στο Υπουργείο Πολιτισμού και το 1984 ο Δήμος Λαμιέων ανέλαβε την ανάπλασή του και την επισκευή του στρατώνα, με σκοπό τη στέγαση του Αρχαιολογικού Μουσείου της πόλης.

18 Οκτωβρίου 1944, ανήμερα της θρησκευτικής εορτής του Αγίου Λουκά, απελευθερώνεται η πόλη της Λαμίας, μετά την αποχώρηση των ναζιστικών στρατευμάτων και την υποχώρηση τους προς το βορρά. Την προηγούμενη ημέρα (17 Οκτωβρίου) δυνάμεις του ΕΛΑΣ Ρούμελης (ομάδα της ΧΙΙΙης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ) συγκρούστηκε με τους Γερμανούς στη Μεγάλη Βρύση όπου σκοτώθηκαν εννέα μαχητές οι: Αθανάσιος Ψωμάς (Λαμία), Δημήτριος Βάρσος (Λαμία), Ηλίας Δεβεσιάδης (Λαμία), Θωμάς Παπαδημητρίου (Στυλίδα), Ιωάννης Γιαννούτσος (Στυλίδα), Γιώργος Μανωλόπουλος (Λαμία), Ιωάννης Πανούτσος (Λαμία), Τζινάβας (Λαμία) και Θανάσης Ψωμάς που τραυματίστηκε σοβαρά και υπέκυψε αργότερα στα τραύματα του. Το απόγευμα της ίδιας μέρας στη Λαμία μια ομάδα SS συνάντησε στη σιδηροδρομική γραμμή δύο νεαρούς Λαμιώτες τον Δαϊτσιώτη Αργύρη και Γαϊτάνη Κώστα. Τους κυνήγησαν, έπιασαν τον Κώστα Γαϊτάνη και τον εκτέλεσαν επί τόπου λίγο πριν σημάνουν οι καμπάνες της απελευθέρωσης. Στις 18 Οκτώβρη το βράδυ, οι τελευταίοι Γερμανοί στρατιώτες εγκαταλείπουν τη Λαμία κάτω από το σφυροκόπημα των τμημάτων της ΧΙΙΙ Μεραρχίας που τα ξημερώματα μπαίνουν στην ελεύθερη Λαμία.

Πρώτο εισήλθε το σύνταγμα του Θύμιου Ζούλα με τον καπετάνιο του ΕΛΑΝ Σωτήρη Μπεγνή, αλλά σχεδόν ταυτόχρονα από την άλλη είσοδο της πόλης έμπαινε το τμήμα του Νικηφόρου (Δημήτρης Δημητρίου) με τον καπετάν-Ατρόμητο (Δημήτρης Καπερώνης). Στις 19 Οκτώβρη στη Λαμία έφτασε και το ΙΙΙ τάγμα του 42ου συντάγματος του Φώτη Βερμαίου (Φοίβος Γρηγοριάδης) με τον καπετάνιο του Περικλή (Γιώργο Χουλιάρα) και το 36ο σύνταγμα της ΧΙΙΙ Μεραρχίας από Άμφισσα. Ο Άρης Βελουχιώτης, έφτασε το σούρουπο της 20ής Οκτωβρίου στην γενέτειρά του τη Λαμία, όπου ο λαός τους υποδέχτηκε θριαμβευτικά.

Οι ναζί λίγο πριν φύγουν είχαν προβεί σε υπονομεύσεις για την ανατίναξη αποθηκών με πυρομαχικά στο συγκρότημα των παλιών στρατώνων (στρτόπεδο Τσαλτάκη). Το σχέδιο της ανατίναξης των πυρομαχικών και της πόλης της Λαμίας όμως απέτυχε καθώς ο Αυστριακός κλειδούχος Josef Blechinger (κ.κ. Ηλίας Κόκκινος) που εργαζόταν στο σιδηρόδρομο (μαζί έναν Ιταλό ονόματι Μάριο όπως έχει δηλώσει ο ίδιος ο Κόκκινος) έκοψε το καλώδιο πυροδοτήσεως των υπονομευμένων εκρηκτικών και των πυρομαχικών και έσωσε την πόλη της Λαμίας από την καταστροφή. Η απελευθέρωση της Λαμίας, στάθηκε αναίμακτη, χάρις στον ηρωισμό αυτού του ανθρώπου και τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ που αγωνίστηκαν κατά των δυνάμεων των ναζί. Το 1946, ο Δήμαρχος Λαμιέων Σταύρος Χαραλαμπόπουλος, ανακοινώνει την πρόθεση του Δήμου να οριστεί ο Ευαγγελιστής Λουκάς προστάτης της πόλης και η 18η Οκτωβρίου ημέρα τοπικής εορτής. Έτσι, δύο χρόνια μετά, στις 25 Ιουνίου 1948 δημοσιεύεται Βασιλικό Διάταγμα «Περί αναγνωρίσεως ως μονίμου τοπικής θρησκευτικής εορτής τελετής του Ευαγγελιστού Λουκά Λαμίας», με το οποίο ορίζεται πολιούχος της πόλης ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Την 18/10/1979, επί δημαρχίας Αντ. Φίλη, ο Ηλίας Κόκκινος τιμήθηκε με το Μετάλλιο της Πόλης για την προσφορά του προς την πόλη της Λαμίας (που πλέον ήταν πατρίδα του) και τους κατοίκους της.