Μύκονος Ιστορία

Μύκονος

Κατά την μυθολογία, το νησί πήρε το όνομά του ήρωα Μυκόνου, γιου του Αινίου του Καρύστου και Ρυούς της Ζάρυκος (Στέφανος Βυζάντιος) Αποικήθηκε αρχικά από τους Αιγυπτίους, Ικάριους, Φοίνικες και Μινωίτες, κατόπιν από τους Ιωνες υπό την καθοδήγηση του Ιπποκλέους του Νήλου και πατέρα του Φοβίου ή Φορβίου.

Οι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρουν στην Μύκονο και τον ποταμό Αχελώο, ανύπαρκτο σήμερα, και το όρος Δίμαστον που είναι δικόρφο, ευρισκόμενο πάντως μεταξύ δύο όρων (Ανωμερίτη και Βορνιώτη) Aλλη μυθολογική παράδοση για την αρχαία Μύκονο, αναφέρεται στο φόνο των γιγάντων απο τον Ηρακλή στο νησί αυτό (Στράβωνας) από εκεί φαίνεται να προήλθε και η παροιμιώδης φράση: Πάντες υπό μία Μύκονον που αναφέρεται σε πολλά ανόμοια και ασυνάρτητα πράγματα που βρίσκονται σε μία κατηγορία. Ο Στράβωνας αναφέρει επίσης ότι οι Μυκόνιοι ήταν φαλακροί, ενώ άλλοι συγγραφείς, υπερβάλλοντας, αναγράφουν ότι παρέμεναν άτριχοι ήδη από την βρεφική τους ηλικία. Οι αρχαίοι θεωρούσαν τους Μυκόνιους άπληστους και φιλοκερδείς, αντίληψη που αντανακλάται στην φράση: Μυκόνιος γείτων. Κατά τους ιστορικούς χρόνους, η Μύκονος αναφέρεται σπάνια. Από τον Ηρόδοτο αναφέρεται ως ορμητήριο του Πέρσου Δάτιδος το 490 πχ

Οι Μυκόνιοι, που ανήκαν στην Δηλιακή Συμμαχία, κατέβαλλαν στους Αθηναίους συμμαχικό φόρο ενός ταλάντου. Λάτρευαν εκτός τις υπόλοιπες θεότητες του πανελληνίου δωδεκαθέου, ιδιαίτερα τον Διόνυσο και την μητέρα του Σεμέλη, την Δήμητρα (Χλόη) και τον Ποσειδώνα και προς τιμή τους τελούσαν πανηγυρικές γιορτές με θυσίες κάπρων, αμνών και κριών. Τα νομίσματα της Μυκόνου φέρουν τον Διόνυσο ολόσωμο με την κεφαλή του ή την κεφαλή του Ποσειδώνα. Η Μύκονος κατακτήθηκε από την Ρωμαική αυτοκρατορία μαζί με τα υπόλοιπα νησιά, κατόπιν έγινε επαρχία των Βυζαντινών και διατήρησε τα έθιμα και την ορθόδοξη θρησκεία τους μέχρι τις αρχές του 13ου αιώνα που κατακτήθηκε από τους Βενετούς.

Η Κωνσταντινούπολη κατακτήθηκε από τους Λατίνους που συμμετείχαν στην Δ Σταυροφορία και δημιουργήθηκε η Λατινική αυτοκρατορία (1204) τα επόμενα χρόνια οι Σταυροφόροι ξεκίνησαν την κατάκτηση των νησιών του Αιγαίου. Η Τήνος και η Μύκονος κατακτήθηκαν από τους αδελφούς Ανδρέα και Ιερεμία Γκίζι, ανήκαν στην επιφανή οικογένεια Γκίζι από την Βενετία και ήταν ανιψιοί του δόγη Ενρίκο Ντάντολο.

O Ανδρέας Γκίζι έγινε ο πρώτος Λατίνος κυβερνήτης του νησιού υπό την υψηλή κυριαρχία του δούκα του αρχιπελάγους Μάρκου Σανούδου (1207) Τον Ανδρέα Γκίζι διαδέχθηκε ο γιος του Βαρθολομαίος Α Γκίζι (19 Μαρτίου 1277) λίγο πριν τον θάνατο του (1303) πήρε σαν δώρο την Κέα και την Σέριφο που ανακατέλαβαν οι Βενετοί από την Βυζαντινή αυτοκρατορία. Οι Γκίζι κυβέρνησαν το νησί περίπου δυο αιώνες και τα μέλη της οικογένειας γνώρισαν μεγάλες διακρίσεις. Ο γιος του Βαρθολομαίου Α Γεώργιος Α Γκίζι έγινε μέσω του πρώτου γάμου του βαρώνος της Χαλανδρίτσας στο Πριγκιπάτο της Αχαίας (1286 – 1311) και Καστελάνος της Καλαμάτας (1292). Με τον δεύτερο γάμο του με την Αλίκη Νταλε Κάρτσερι εξασφάλισε την τριτημορία της Εύβοιας που κληρονόμησε ο γιος του Βαρθολομαίος Β Γκίζι από την μητέρα του (1313) Την περίοδο που κυβέρνησε την Μύκονο ο Γεώργιος Α Γκίζι το κάστρο του νησιού πυρπολήθηκε από τον Αραγώνιο ναύαρχο Ρουτζέρο Ντι Λαούρια. Ο τελευταίος γόνος της οικογένειας Γκίζι που κυβέρνησε την Μύκονο ήταν ο Γεώργιος Γ Γκίζι, με τον θάνατο του χωρίς απογόνους (1390) το νησί μεταβιβάστηκε στην δημοκρατία της Βενετίας.

Ο τελευταίος άρχοντας της Τήνου Γεώργιος Γ Γκίζι πέθανε χωρίς απογόνους και κληροδότησε με την διαθήκη του τα δύο νησιά που κυβερνούσε Τήνο και Μύκονο στην δημοκρατία της Βενετίας (1390) Οι Βενετοί κυβέρνησαν την Μύκονο μέχρι το 1537 το νησί δέχτηκε επίθεση εκείνη την χρονιά από τον Χαιρεντίν Μπαρμπαρόσα, τον Ελληνικής καταγωγής ναύαρχο του Οθωμανού σουλτάνου Σουλειμάν του Μεγαλοπρεπούς. Η Μύκονος από τότε έπεσε στα χέρια των Τούρκων, σε αντίθεση με την γειτονική Τήνο, που παρέμεινε στους Βενετούς περίπου δυο ακόμα αιώνες.

Εκτοτε αρχίζει η Τουρκοκρατία, κατά το πρώτο διάστημα της οποίας το νησί διοικείται από καπιτάνου και επιτροπή χριστιανών, διατελούντων από τον Μπέη της Κω. Μετά το 1669 δίνεται ως τιμή στους μεγάλους διερμηνείς της Πύλης, εισπράττοντας δια επιτροπής τους φόρους και έχοντας τους αντιπροσώπους αυτούς ως διοικητές. Μεταξύ αυτών των τιμαριούχων της Μυκόνου γνωστότεροι παρέμειναν οι Παναγιωτάκης Νικούσιος και Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος (1669 – 1709) Η Τήνος σε αντίθεση με την Μύκονο, παρέμεινε άλλους δυο αιώνες στα χέρια των Βενετών, ήταν το τελευταίο νησί του Αιγαίου που κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς (1718) Κατά την επανάσταση του Ορλώφ, η Μύκονος κατελήφθη από τους Ρώσους, οι οποίοι την είχαν στην κατοχή τους το διάστημα 1770 – 1774 Γενικά όμως κατά την Τουρκοκρατία η Μύκονος διαμορφώθηκε σε ναυτικό νησί και παρείχε στον Οθωμανικό στόλο μια γαλέρα και πληρώματα. Κατά τους χρόνους εκείνους, το νησί ήταν γεμάτο πειρατές και κουρσάρους, που αποτελούσαν φόβο των τριγύρω νησιών και των διερχομένων του Αιγαίου εμπορικών πλοίων.

Κατά την επανάσταση, η Μύκονος πρωτοστάτησε ηρωικά με τα πλοία της, τα οποία ενώθηκαν με τα λοιπού στόλου υπό τον Τομπάζη και αντιστάθηκαν κατά των Τούρκων επανειλημμένως χάρη στην ηρωίδα Μαντώ Μαυρογένους. Κατ επανάληψη ο Τούρκος στόλαρχος επιχείρησε να αποβιβαστεί αλλά οι Μυκόνιοι απομάκρυναν τους Τούρκους σκοτώνοντάς τους ή τραυματίζοντάς τους. Κατά το 1825 η Μύκονος υπέστη βιαιοπραγία από τον Αυστριακό ναύαρχο Παυλούκα, με τη δικαιολογία ότι οι Μυκόνιοι είχαν διαπράξει πειρατική αταξία. Στην πραγματικότητα όμως αυτός ενήργησε με διαταγή της κυβέρνησής του κινούμενος εχθρικά κατά του Ελληνικού αγώνα.

Το 1923 μετά τη Μικρασιατική καταστροφή και την ανταλλαγή πληθυσμών, εγκαθίστανται στο νησί Μικρασιάτες πρόσφυγες οι οποίοι εμπλουτίζουν την κοινωνία και τον πολιτισμό του νησιού με νέα στοιχεία, όπως την τεχνογνωσία ύφανσης, που κατέστησε τη Μύκονο κέντρο υφαντικής.