Πάρος Ιστορία

Πάρος

Τα αρχαία λατομεία της Πάρου βρίσκονται στην θέση Μαράθι, σε απόσταση περίπου 5 χλμ από την πρωτεύουσα Παροικία. Τα λατομεία αυτά είναι γνωστά από το εξαιρετικής ποιότητας λευκό μάρμαρο, την Παρία λίθο, που εξορυσσόταν εκεί από τον 7ο πχ αιώνα και ήταν πηγή πλούτου για το νησί της Πάρου.

Από το μάρμαρο αυτό έχουν κατασκευαστεί πασίγνωστα γλυπτά όπως η Αφροδίτη της Μήλου, ο Ερμής του Πραξιτέλους και η Νίκη της Σαμοθράκης. Είναι επίσης γνωστό ως Λυχνίτης, ονομασία που οφείλεται είτε στη μεγάλη του διαύγεια και καθαρότητα, είτε στον τρόπο εξόρυξής του από τη γη, με την χρήση λύχνων. Η λειτουργία των λατομείων σταμάτησε στους Βυζαντινούς χρόνους και επαναλήφθηκε στην εποχή της κυριαρχίας των Φράγκων στο νησί, με το μάρμαρο να κατευθύνεται προς πολλά σημεία της Ευρώπης και κυρίως την Βενετία.

Η εκμετάλλευση του μαρμάρου αρχίζει και πάλι τον 19ο αιώνα από την Γαλλική εταιρεία μαρμάρου και από το 1878 αναλαμβάνουν τη λειτουργία των λατομείων Βέλγοι, για σύντομο χρονικό διάστημα τριών ετών. Στην συνέχεια, η εκμετάλλευση των λατομείων περνά στον έλεγχο εταιρειών Ελληνικών συμφερόντων και συνεχίζεται για κάποια ακόμα χρόνια σε πιο χαλαρούς ρυθμούς. Στην συνέχεια η λειτουργία των λατομείων διακόπτεται οριστικά, πιθανότατα γιατί η φλέβα του άριστης ποιότητας μαρμάρου φαίνεται πλέον να εξαντλείται.

Στην περιοχή σήμερα σώζονται ερείπια κτιρίων υποδομών που είχαν κατασκευαστεί από τη Γαλλική εταιρεία. Επίσης, υπάρχουν δυο στοές σε σχετικά επισκέψιμη κατάσταση αν και η έντονη κλίση τους δημιουργεί δυσκολίες. Η νότια στοά του λατομείου είναι πιο δύσκολα επισκέψιμη και αποτελεί το αρχαίο τμήμα του. Στην είσοδο, σώζεται τμήμα αρχαίου Ελληνιστικού ανάγλυφου, αφιερωμένου στις νύμφες. Η βόρεια στοά του λατομείου δημιουργήθηκε από τη Γαλλική εταιρία.

Στην αρχαιότητα σπουδαία προιόντα της Πάρου ήταν τα σύκα, τα πεπόνια και οι παριανές πίτες. Συγκεκριμένα ο περίφημος Παριανός σατυρικός ποιητής Αρχίλοχος, όταν πήγε στην Θάσο, δεν μπορούσε να ξεχάσει τα μαύρα σύκα, τα λεγόμενα αιμώνια, που ήταν παραγωγή της Πάρου. Ο δε Αθήναιος μνημονεύει τα πεπόνια της Πάρου που τα ονόμαζε σικυούς σπερματίες.

Ο δε Πλίνιος αναφέρει ότι στην Πάρο υπήρχε ένα δάσος του οποίου τα δένδρα δεν καρποφορούσαν, τα δε αλιεύματα πέριξ της Πάρου ήταν περισσότερο αλμυρά από τα συνήθη. Επίσης, ο ίδιος αναφέρει και το αξιοπερίεργο, ότι στην Πάρο υπήρχε κάποιος λίθος, από τον οποίο εξαγόταν ένας χυμός (πιθανόν με βρασμό) που χρησίμευε ως θεραπευτικό φάρμακο.

Αλλα προιόντα της εποχής εκείνης, ήταν τα Παριανά ιμάτια που ήταν πορφυροβαφή, τα καλούμενα βεύδεα. Κυρίως όμως ήταν τα λευκά μάρμαρα που μαζί με της Νάξου και της Πεντέλης συντέλεσαν στη δόξα της αρχαίας Ελληνικής γλυπτικής. Διάσημοι ήταν οι Παριανοί αγαλματοποιοί Σκόπας και Αγοράκριτος, εφάμιλλοι του Φειδία, καθώς και οι ζωγράφοι Νικάνωρ και Αρκεσίλαος.