Πάτμος Ιστορία

Η Πάτμος (κοινώς Πάτινος) που σπάνια αναφέρεται από τους αρχαίους συγγραφείς, απαντάται επιγραφικά και ως Πάτνος. Το όνομά της κάποιοι ετυμολογούν εκ του πάτνη, Φάτνη, ενώ άλλοι από το όρος Λάτμος της Μικράς Ασίας, όπου κατά τους αρχαίους χρόνους λατρευόταν ιδιαίτερα η Αρτεμις και ο ήρωας Ενδυμίωνας, απο όπου και το πιθανότερο προήλθαν οι πρώτοι κάτοικοι του νησιού μεταφέροντας και τη λατρεία της Αρτεμης.

Μεταγενέστερα η Πάτμος αναφέρεται στα έργα «Σταδιασμοί Μεγάλης Θαλάσσης» (280-284) και «Οικουμένης περιήγηση» του Ευσταθίου (530), καθώς και από τον Λατίνο συγγραφέα Πλίνιο (Φυσική Ιστορία 4, 12, 23). Εκτός του ότι οι αρχαίοι κάτοικοι της Πάτμου και Λέρου είχαν κοινή προστάτιδα θεά την Άρτεμη, ήταν εντελώς άσημοι μέχρι και τους ρωμαϊκούς χρόνους, όπου το νησί ήταν τόπος εξορίας πολιτικών καταδίκων. Αυτόν τον χαρακτήρα διατήρησε και στους πρώτους χριστιανικούς χρόνους, όπου και εξορίστηκε ο μαθητής του Ιησού Ιωάννης ο Θεολόγος και που συνέγραψε στην Πάτμο την Αποκάλυψη και το φερώνυμο αυτού «Ευαγγέλιο», τα ιερά βιβλία των Χριστιανών στην Καινή Διαθήκη.

Περί τον Δέκατο αιώνα η Πάτμος φαίνεται να έχει υποστεί πολλά δεινά από τους πειρατές, όπως όλα τα νησιά του Αιγαίου και μνημονεύεται ως άσημος και σχεδόν έρημος νήσος. Ο 11ος αιώνας βρίσκει την Πάτμο να λαμβάνει νέα ζωή. Τον 11ο αιώνα ιδρύεται η μονή του Αγ. Ιωάννου Θεολόγου από τον μοναχό και μετέπειτα όσιο Χριστόδουλο, ο οποίος πέθανε αργότερα στην Λίμνη Ευβοίας, όπου υπάρχει από τότε ομώνυμο προσκύνημα. Η μονή υπέστη στα τέλη του 12ου και στον 13ο αιώνα φοβερές λεηλασίες και διαρπαγές από Βενετούς και Δυτικούς πειρατές μεταξύ των οποίων ο ελληνικής καταγωγής Μαργαρίτης Βρεντεσίνος, ο οποίος αποπειράθηκε να μεταφέρει στο Brindisi το σκήνωμα του αγίου. Μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης (1453) στο νησί κατέφυγαν πολλοί πρόσφυγες από την «Πόλη» και συν-αναπτύχθηκε ολόκληρος οικισμός, η Χώρα Πάτμου, όπου αργότερα προστέθηκαν και άλλοι πρόσφυγες προερχόμενοι από την Κρήτη. Η άφιξη μορφωμένων στο νησί και η παρουσία εξαιρετικών προσωπικοτήτων μεταξύ των μοναχών, καθώς και το προνόμιο που είχαν από τον αυτοκράτορα Αλέξιο να διατηρούν αφορολόγητο πλοίο δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για την δημιουργία μετοχίων στον Στύλο της Κρήτης και στη Νάξο. Οι επαφές των μοναχών με την Δύση και τα λατινοκρατούμενα νησιά άνοιξαν νέους ορίζοντες και μετέφεραν τα καλλιτεχνικά ρεύματα με έργα από τους πιο περίφημους εκπροσώπους στο νησί. Έτσι στην Πάτμο βρίσκεται μεγάλος αριθμός εξαίρετων εικόνων από τον 14ο αιώνα κ.ε., καθώς και το πρώτο ξυλόγλυπτο τέμπλο με Αναγεννησιακά θέματα.

Οι κάτοικοι της Πάτμου, λόγω του άγονου του νησιού και μη έχοντας άλλο πόρο ζωής, αναγκάσθηκαν να επιδοθούν στη ναυτιλία και το εμπόριο διαθέτοντας στην αρχή μικρά πλοία. Για επαγγελματικούς και μόνο λόγους φρόντιζαν πάντα να διατηρούν αγαθές σχέσεις τόσο με τους Οθωμανούς όσο και με τους Λατίνους, εξαγοράζοντας την ησυχία, ασφάλεια και ελευθερία τους, με φόρους και δώρα που κατέβαλαν συχνά στους Τούρκους και τους Ενετούς.

Το 17ο αιώνα, η Πάτμος με τη συνύπαρξη της Μονής, είχε καταστεί ναυτικό και εμπορικό κέντρο. Κατά την περίοδο του υπέρ 20ετούς ΕνετοΤουρκικού πολέμου του λεγόμενου Κρητικού (1645 – 1669) η Πάτμος λειτουργούσε ως ναύσταθμος των Ενετών. Με τη λήξη του πολέμου η Κρήτη περιήλθε στους στους Οθωμανούς Τούρκους, όπως και η Πάτμος. Παρά ταύτα οι κάτοικοι συνέχισαν να αποκτούν περισσότερα πλοία, η δε Μονή δια της Πατμιάδος Σχολής περισσότερη αίγλη. Η Πάτμος, κατά τις ειδήσεις των ταξιδιωτών εκείνης της εποχής, φέρεται να μην είχε ποτέ ξένους μόνιμους κατοίκους εκτός από Ελληνες και μόνο, όπως και στη συνέχεια μέχρι σήμερα.

Το 1770 κατά την επανάσταση του Ορλόφ, η Πάτμος καταλήφθηκε από τον Ρωσικό στόλο και σε γενόμενη τότε απογραφή βρέθηκε να αριθμεί 510 οικίες και 2.086 κατοίκους. Με τη συνθήκη Κιουτσούκ-Καϊναρτζή (1774) οι Πάτμιοι επωφελούμενοι της παρουσίας των Ρώσων προξένων στο Αιγαίο και χρησιμοποιώντας τη ρωσική σημαία κατασκεύασαν μεγάλα πλοία και επιδόθηκαν στο θαλάσσιο εμπόριο.

Η Πάτμος, που ήταν επίσης γενέτειρα του ενός των ιδρυτών της Φιλικής Εταιρείας του Εμμανουήλ Ξάνθου, με την έκρηξη της Επανάστασης στην Πελοπόννησο κατέστη ναυτικό επαναστατικό κέντρο και πολλοί κάτοικοί της έλαβαν μέρος στον αγώνα της Εθνεγερσίας. Οι τοπικοί επαναστάτες ήταν μυημένοι από τον Πάτμιο Φιλικό Δημήτριο Θέμελη. Ήταν το δεύτερο νησί μετά τις Σπέτσες που επαναστάτησε, την 12 Απριλίου (Τρίτη Διακαινησίμου) 1821, με τελετή στην πλατεία της αγίας Θεοκτίστης της Λεσβίας. Έγινε λιτανεία με προεξάρχοντα τον Πάτμιο πατριάρχη Αλεξανδρείας Θεόφιλο ο οποίος εκφώνησε και ομιλία.[2]

Μετά τη συνθήκη Κωνσταντινουπόλεως (9 Ιουλίου 1832) η Πάτμος περιήλθε και πάλι στην Οθωμανική αυτοκρατορία, όπου και παρέμεινε μέχρι το 1912, οπότε καταλήφθηκε από τους Ιταλούς στους οποίους και παρέμεινε μέχρι την κατάρρευση του Φασισμού, περί το θέρος του 1943, οπότε τους αντικατέστησαν γερμανικοί σχηματισμοί που με τη κατάρρευση του Ναζισμού παραδόθηκαν στους Συμμάχους. Τέλος, με τη συνθήκη 10 Φεβρουαρίου του 1947 ενσωματώθηκε στην Ελλάδα μαζί με τα υπόλοιπα πρώην ιταλοκρατούμενα νησιά που απετέλεσαν τη Γενική Διοίκηση Δωδεκανήσου.

Η Πάτμος κατά τη θρησκευτική ιστορία γίνεται γνωστή από τον 1ο αιώνα από την παρουσία εκεί ως εξόριστου για δύο χρόνια του Ιωάννου του Θεολόγου, μαθητή του Ιησού, ο οποίος βρισκόμενος στη σπηλιά της Αγίας Άννας συνέγραψε το «Ευαγγέλιο» (πιθανώς) και την «Αποκάλυψη», όπως ο ίδιος μαρτυρεί: «Εγενόμην εν τη νήσω τη καλουμένη Πάτμω δια τον λόγον του Θεού και δια την μαρτυρίαν του Ιησού Χριστού. Εγενόμην εν πνεύματι εν τη Κυριακή ημέρα και ήκουσα οπίσω μου φωνήν ως σάλπιγγος λεγούσης: ό βλέπεις γράψον εις βιβλίον και πέψον ταις επτά Εκκλησίαις» (Αποκάλυψη α , 9). Στη Σκάλα (επίνειο) σώζονται τα δύο εκκλησάκια αφιερωμένα το μεν ένα στον Ιωάννη τον Ευαγγελιστή και το άλλο στους μαθητές του Πολύκαρπο και Πρόχορο.

Μετά το θάνατο του Ιωάννη του Θεολόγου στην Έφεσο, περί το έτος 100, η Πάτμος πέφτει στην αφάνεια για οκτώ αιώνες, όταν το 904 μετά την άλωση της Θεσσαλονίκης από τους κουρσάρους του Λέοντα του Τριπολίτη, οι αιχμάλωτοι Θεσσαλονικείς προσορμίσθηκαν στο νησί. Ο Βυζαντινός ιστορικός Ιωάννης Καμενιάτης, που έγραψε το χρονικό της τραγωδίας εκείνης, σημειώνει τα ακόλουθα: «Ούτω φερόμενοι κατηντήσαμεν είς τινα νήσον, Πάτμον καλουμένην, ένθα δή και προσεμείναμεν εξ ημέρας, παντός χαλεπού πείραν εν αυτή καθυπομένοντες, ανύδρου γαρ όντος του τόπου εληΐζετο τους αιχμαλώτους η δίψα».

Το έρημο αυτό νησί άρχισε να εποικίζεται στις αρχές της δεύτερης χιλιετίας, όταν ο μοναχός Όσιος Χριστόδουλος από τη Βιθυνία έλαβε από τον Αυτοκράτορα του Βυζαντίου Αλέξιο Α΄ τον Κομνηνό (1081–1118) την άδεια να ιδρύσει στην Πάτμο τη Μονή Ιωάννου του Θεολόγου επί υψώματος ψηλότερα από του σπηλαίου της Αποκαλύψεως ακριβώς επί του αρχαίου βωμού της Θεάς Άρτεμης.

Η εν λόγω περίτειχη Μονή κτίσθηκε σε μορφή μεσαιωνικού κάστρου με επάλξεις και τείχη επιστήριξης με καθολικό στο κέντρο αυτής, μικρό μεν, αλλά περίλαμπρο στην τέχνη, καθώς και με άλλα πέριξ κτίσματα και κελιά, καθώς και δεξαμενές. Πέριξ της Μονής άρχισαν να εγκαθίστανται πλην μοναχών και κοσμικοί με τις οικογένειές τους ανεγείροντας οικίες και έχοντας ως άσυλο την εν είδει κάστρου οχυρωμένη Μονή σε περίπτωση κινδύνου πειρατικής επιδρομής. Έτσι η Μονή συνδέθηκε με την ιστορία και την ανάπτυξη του νησιού.

Επίσης, με χρυσόβουλο του ίδιου του Αυτοκράτορα Αλέξιου Α’ το 1088 ιδρύεται στη Μονή η Πατμιάδα Σχολή, η οποία, σύμφωνα με το ιδρυτικό χρυσόβουλο, φέρει την ονομασία «Φροντιστήριο μαθητών». Η έναρξη λειτουργίας της, όμως, καταγράφεται το έτος 1534, που οργανώθηκε από το Μητροπολίτη Νεοκαισαρείας Γρηγόριο και συστηματικότερα από το 17ο αιώνα, όταν εξασφαλίσθηκε η οικονομική συντήρηση από τον επιφανή Έλληνα Μανωλάκη Καστοριανό, κάτοικο Κωνσταντινούπολης και στη συνέχεια από το 1713 που ανέλαβε τη διδασκαλία σ΄ αυτήν ως γυμνασιάρχης ο Πάτμιος στην καταγωγή Μακάριος Καλογεράς.

Το 1769 με Πατριαρχικό σιγίλιο η Σχολή μεταρρυθμίζεται σε «Κοινή Σχολή του Γένους», οπότε και ανέλαβε τη γυμνασιαρχία αυτής ο Πάτμιος Δανιήλ Κεραμεύς. Τη Σχολή της Πάτμου, από την οποία προήλθαν πλείστοι διδάσκαλοι του Γένους, λόγιοι και διάσημοι Αρχιερείς και Πατριάρχες, συντηρούσε στα τέλη του 19ου αιώνα και μέχρι του 1912 ο εν Αθήναις ιδρυθείς σύλλογος των Μικρασιατών «Ανατολή», ενώ ήδη στη Σχολή λειτουργεί Ιερατική Σχολή με καθηγητές του Ελληνικού κράτους και λογίους μοναχούς παρέχουσα τη μόρφωση πλήρους Γυμνασίου και Εκκλησιαστικού Λυκείου αναγνωρισμένη ως κρατικό ίδρυμα.

Η νήσος Πάτμος αποτελεί την έδρα της Πατριαρχικής Εξαρχίας Πάτμου. Η Εξαρχία περιλαμβάνει τα νησιά Πάτμο, η οποία δια Σεπτής Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως και του Νόμου 1155/81 του Ελληνικού Κράτους κηρύχθηκε Ιερά Νήσος, οι Λειψοί, το Αγαθονήσι και οι Αρκοί και τελεί υπό την άμεση εκκλησιαστική δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης φέρει στην Εξαρχία της Πάτμου τον τίτλο, Κυρίαρχος της Ιεράς Μονής και Εξαρχίας Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης. Στην Εξαρχία της Πάτμου υπάγονται επίσης 8 ενοριακοί ναοί, το μοναστηριακό προσκύνημα Παναγία η Διασώζουσα καθώς και 3 γυναικείες μονές (Ζωοδόχου Πηγής, Μητρός Ηγαπημένου και Αγια Αγίων) 3 ησυχαστήρια και 6 ιερά καθίσματα.