Πρέβεζα Ιστορία

Στην περιοχή του Νομού Πρέβεζας υπάρχουν αρχαιολογικά ευρήματα που αποδεικνύουν την κατοίκηση του χώρου από τα παλαιολιθικά χρόνια. Πολλαπλά ευρήματα στη Βραχοσκεπή του Ασπροχάλικου Πρέβεζας και στη θέση Κοκκινόπηλος, κοντά στο χωριό Άγιος Γεώργιος Πρέβεζας, μαρτυρούν την κατοίκηση στα βόρεια του Νομού ήδη από το 100.000 π.Χ.[8] Στη χερσόνησο του Αγίου Θωμά, απέναντι από την πόλη της Πρέβεζας, έχουν εντοπισθεί τόσο παλαιοντολογικά όσο και αρχαία ευρήματα της εποχής του χαλκού.

Στην περιοχή του Νομού Πρέβεζας σώζονται, επίσης, ερείπια πολλών αρχαίων πόλεων, όπως της Κασσώπης, πρωτεύουσας των Κασσωπαίων, του Ορράου, πόλης των Μολοσσών, των Βατιών, του Βουχετίου και της Πανδοσίας, αποικιών των αρχαίων Ηλείων, του Τρικάστρου, της Ελάτρειας, της Εφύρας και της Νικόπολης, αποδεικνύοντας τη διαχρονική κατοίκηση της περιοχής.

Στις 2 Σεπτεμβρίου του έτους 31 π.Χ., έγινε στη θαλάσσια περιοχή δυτικά της σημερινής Πρέβεζας η περίφημη Ναυμαχία του Ακτίου μεταξύ των δυνάμεων του Μάρκου Αντώνιου και της Κλεοπάτρας από τη μία πλευρά και του Οκταβιανού από την άλλη. Μετά τη νικηφόρα για τον Οκταβιανό ναυμαχία του Ακτίου, ο μονοκράτορας πλέον της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, διέταξε την ανέγερση πόλης εις ανάμνηση της νίκης του, που θα έφερε το όνομα Νικόπολις, τα ερείπια της οποίας σώζονται περί τα έξι χιλιόμετρα βόρεια της Πρέβεζας.
Ιστορικές περίοδοι της Πρέβεζας – συνοπτικά

Οι ιστορικές περίοδοι της Πρέβεζας, από την ίδρυσή της μέχρι και σήμερα, μπορούν επιγραμματικά να συνοψισθούν στον ακόλουθο πίνακα:[10]
(Οι χρονολογίες που δίνονται στον ακόλουθο πίνακα είναι οι de facto και όχι οι de jure χρονολογίες κατοχής της Πρέβεζας.)

  Κατάληψη της περιοχής από τους Οθωμανούς: Ιούλιος 1463
  Α΄ Οθωμανική περίοδος: 1463-1684
  Α΄ Ενετική περίοδος: 1684-1701
  Β΄ Οθωμανική περίοδος: 1701-1717
  Β΄ Ενετική περίοδος: 1717-1797
  Γαλλική περίοδος: 1797-1798
  Α΄ περίοδος Αλή πασά: 1798-1800
  Περίοδος Αυτονομίας: 1800-1806
  Β΄ περίοδος Αλή πασά: 1806-1820
  Γ΄ Οθωμανική περίοδος: 1820-1912
  Ένταξή της στο Ελληνικό Κράτος: 21 Οκτωβρίου 1912 μέχρι σήμερα

Ίδρυση της Πρέβεζας

Ο Πέτρος Φουρίκης, κατά την ώριμη επιστημονική του φάση, επεσήμανε πρώτος, το 1924, την αναφορά του ονόματος «Πρέβεζα» στο Χρονικόν του Μορέως.[11] Το όνομα «Πρέβεζα» εμφανίζεται στην εξιστόρηση της αμφίβιας επιχείρησης ανακατάληψης του Δεσποτάτου της Ηπείρου από συμμαχικές προς τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β΄ Παλαιολόγο δυνάμεις. Οι επιχειρήσεις αυτές τοποθετούνται χρονικά στο έτος 1290 μ.Χ. ή κατ’ άλλους το 1292 μ.Χ.[12] Η σχετική περιγραφή του Χρονικού έχει ως εξής: Ἐκείνη γὰρ ἡ ὑποδρομή, τῶ κούρσω ὄπου σᾶς λέγω, οὐδὲν ἐδιήρκησεν πολλά, ἄνευ καὶ ἡμέραις δύο, ἐπὴν μαντᾶτα ἠφέρασιν ἐτότε τοῦ δεσπότου, τὸ πῶς ἐκεταλάβασιν εἰς τὸν κορφὸν τῆς Ἄρτας, κάτεργα ἑξῆντα ἤλθασιν, κ’ εἶναι τῶν Γενουβίσων· ἐπέζευσαν εἰς τὴν Πρέβεσαν, κουρσεύγουν τὰ χωρία, ὡρμήσασιν νὰ ἔρχονται ὁλόρθα εἰς τὴν Ἄρταν,[13] και μια σελίδα παρακάτω επαναλαμβάνονται τα εξής: … καὶ ἐπέζευσαν εἰς τὴν Πρέβεζαν, κουρσεύουν τὰ χωρία, καὶ ὡρμήσασιν καὶ ἐρχόντησαν ὁλόρθα εἰς τὴν Ἄρταν.[14] Ο Φουρίκης στηριζόμενος μόνον σε αυτή την αναφορά του ονόματος Πρέβεζα, προβαίνει σε μια θεωρητική κατασκευή, σύμφωνα με την οποία μετά την ερήμωση της αρχαίας Νικόπολης ένα νέο λιμάνι ήταν αναγκαίο. Θεωρεί ότι το λιμάνι αυτό θα είχε μια οικιστική εξέλιξη την οποία πρέπει να φανταστούμε ως εξής: «εμπορικός σταθμός (σκάλα), συνοικισμός, χωρίδιον, χωρίον, κώμη, κωμόπολη». Υποστηρίζει επιπλέον ότι αυτή η εξέλιξη πρέπει να είχε ολοκληρωθεί τουλάχιστον 100 χρόνια πριν το 1292 (χρόνο κατά τον οποίο έγινε η επιχείρηση ανακατάληψης του Δεσποτάτου της Ηπείρου) και, έτσι, συμπεραίνει ότι η Πρέβεζα ιδρύθηκε κατά τον 12ο αιώνα και είναι οικιστική συνέχεια της αρχαίας Νικόπολης, μετά την ερήμωση της τελευταίας. Οι απόψεις του Φουρίκη επέδρασαν καθοριστικά στη μετέπειτα ιστορική έρευνα για την ίδρυση και την πορεία της Πρέβεζας.[15]

Νεότερες ιστορικές έρευνες, όμως, υποστηρίζουν ότι η Πρέβεζα ιδρύθηκε, ως οικισμός, στο δεύτερο μισό του 15ου αιώνα, μετά την κατασκευή από τους Οθωμανούς, το 1478, του Κάστρου της Μπούκας.[16] Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η πόλη αποτελεί την οικιστική συνέχεια της αρχαίας Νικόπολης.[17]
A´ Οθωμανική Περίοδος (1463-1684)
Το Κάστρο της Μπούκας. Η παλαιότερη γνωστή απεικόνισή του από τον Francesco Genesio, 1538
«H Ναυμαχία της Πρέβεζας»,
ελαιογραφία του Ohannes Umed Behzad, 1866,
Ναυτικό Μουσείο Κωνσταντινούπολης
Το Κάστρο της Μπούκας κατά την επίθεση
των Φλωρεντινών τον Μάιο του 1605.
Ξυλογραφία του Τζιοβάνι Ορλάντι.

Πρόσφατες δημοσιεύσεις σε επιστημονικά συμπόσια υποστηρίζουν ότι η κατάληψη της περιοχής της Πρέβεζας από τους Οθωμανούς πραγματοποιήθηκε το 1463 και ότι την εποχή εκείνη το διοικητικό κέντρο της περιοχής ήταν πιθανότατα η Ρηνιάσσα, ενώ δεν υφίστατο ακόμη οικισμός με το όνομα Πρέβεζα.[18] Λίγα χρόνια μετά την κατάληψη της περιοχής, οι Οθωμανοί οχύρωσαν τη βόρεια πλευρά του πορθμού που οδηγεί από το Ιόνιο Πέλαγος στον Αμβρακικό κόλπο, ανεγείροντας το Κάστρο της Μπούκας, το 1478. Με την κατασκευή του κάστρου αυτού, οι Οθωμανοί έλεγχαν ολόκληρο τον Αμβρακικό κόλπο, τον οποίο μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν ως φυσικό ναύσταθμο στα δυτικά όρια της αυτοκρατορίας τους και να εκστρατεύσουν από εκεί για τη σχεδιαζόμενη κατάκτηση της Ρώμης, το 1480.[19] Στη διάρκεια της πρώτης Οθωμανικής Περιόδου της Πρέβεζας έγιναν τέσσερις, τουλάχιστον, προσπάθειες κατάληψής της από τις δυτικές χριστιανικές δυνάμεις, χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα: η πρώτη το 1481, η δεύτερη το 1501, η τρίτη το 1538 και η τέταρτη το 1605.[20]
Οι επιχειρήσεις του 1501

Στις αρχές Ιουλίου του 1500, οθωμανικός στολίσκος ο οποίος αποτελείτο από 28 ιστιοφόρα πλοία που είχαν ναυπηγηθεί στα νεωλκεία της Πρέβεζας, συνενώθηκε με τον οθωμανικό στόλο που είχε καταπλεύσει στη Λευκάδα και από κοινού απέπλευσαν για την Πελοπόννησο με σκοπό την κατάληψη της Μεθώνης και της Κορώνης.[21] Οι Ενετοί, αντιδρώντας στην κατάληψη των δύο Πελοποννησιακών καστρουπόλεων, επιχείρησαν εφόδους σε διάφορα νησιά του Αιγαίου και παράλιες πόλεις του Ιονίου.
Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρεται συχνά στην ιστοριογραφία της Πρέβεζας μια επιδρομή του ενετικού στόλου εναντίον της πόλης, υπό τον αρχιναύαρχο Μπενεντέτο Πέζαρο. Η επιδρομή αυτή χρονολογείται μάλιστα από τους ιστοριογράφους άλλοτε το 1500 και άλλοτε το 1499, μεσούντος του Β΄ Βενετοτουρκικού Πολέμου.[22] Νέες ιστορικές μελέτες υποστηρίζουν βάσιμα, πειστικά και αυταπόδεικτα ότι η επιδρομή αυτή έγινε στα τέλη Ιανουαρίου του 1501 εναντίον της Βόνιτσας και όχι της Πρέβεζας. Οι ενετικές δυνάμεις, στη διάρκεια της εν λόγω επιδρομής, λαφυραγώγησαν έντεκα οθωμανικές γαλέρες που βρίσκονταν στο λιμάνι της Βόνιτσας, αλλά είχαν ναυπηγηθεί στην Πρέβεζα. Στις 29 Ιανουαρίου 1501 ο ενετικός στολίσκος εξήλθε από τον Αμβρακικό κόλπο, υπό τα πυρά του κάστρου της Μπούκας της οθωμανοκρατούμενης Πρέβεζας, και συναντήθηκε στο Ιόνιο με τον υπόλοιπο στόλο.[23]
Οι επιχειρήσεις του 1538

Στις 28 Σεπτεμβρίου 1538, στον θαλάσσιο χώρο βορειοδυτικά της νήσου Λευκάδας, έγινε η περίφημη Ναυμαχία της Πρέβεζας, μεταξύ του οθωμανικού στόλου υπό τον Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα και του συνασπισμένου Χριστιανικού στόλου του Ιερού Συνασπισμού υπό τον Αντρέα Ντόρια. Παρά τη ναυτική υπεροπλία των Χριστιανικών Δυνάμεων, οι Οθωμανοί ήταν οι νικητές της ναυμαχίας, που έμελλε να γίνει γνωστή στην ιστορία με το όνομα της νεοσύστατης τότε Πρέβεζας.[24] Η ημέρα της διεξαγωγής της ναυμαχίας είναι εθνική γιορτή για την Τουρκία.[25]
Οι επιχειρήσεις του 1605

Το βράδυ της 2ας προς 3η Μαΐου 1605, στρατιωτικές δυνάμεις του Τάγματος των Ιπποτών του Αγίου Στεφάνου της Πίζας, υπό τον συνταγματάρχη Φεντερίκο Γκισλιέρι (ιταλικά: Federico Ghislieri), αποβιβάστηκαν στη δυτική ακτή της χερσονήσου της Πρέβεζας, κοντά στη σημερινή παραλία «Αλωνάκι», και επιτέθηκαν κατά του κάστρου της Μπούκας, το οποίο υπερασπιζόταν από οθωμανική δύναμη 80-100 ανδρών. Με την αυγή, οι γαλέρες του σώματος, υπό τον αντιναύαρχο Ιάκοπο Ινγκιράμι (ιταλικά: Iacopo Inghirami), έφτασαν σε απόσταση βολής από το κάστρο της Μπούκας, το οποίο κανονιοβολούσαν συνεχώς και υποχρέωσαν, έτσι, τους Οθωμανούς να συνθηκολογήσουν. Ακολούθησε λεηλασία και πυρπόληση των αποθηκών και κτηρίων του κάστρου, καθώς και του οικισμού της Πρέβεζας από τους Φλωρεντινούς, οι στρατιώτες των οποίων αιχμαλώτισαν περί τους 250 κατοίκους της Πρέβεζας, μωαμεθανούς και χριστιανούς, και πήραν αρκετά λάφυρα. Όταν ο στολίσκος έφτασε στους Αντίπαξους, ελευθερώθηκαν οι χριστιανοί αιχμάλωτοι.[26]
Η μονοήμερη δήωση της Πρέβεζας από τους Φλωρεντινούς δεν μπορεί να θεωρηθεί και κατάληψή της από αυτούς, καθώς οι Οθωμανοί φαίνεται ότι επανήλθαν στο κάστρο της Μπούκας λίγες ημέρες αργότερα.
Πρώτη Ενετοκρατία (1684-1701)[27]
Το Κάστρο της Μπούκας και η Πρέβεζα κατά την επίθεση των Ενετικών δυνάμεων τον Σεπτέμβριο του 1684. Χαλκογραφία του Βιντσέντζο Κορονέλλι, 1691

Στο ξεκίνημα του 6ου Βενετοτουρκικού Πολέμου οι ενετικές δυνάμεις και άλλες συμμαχικές με αυτές δυνάμεις, υπό την ηγεσία του αρχιναυάρχου Φραντσέσκο Μοροζίνι, κατέλαβαν αρχικά τη Λευκάδα και στη συνέχεια το Ξηρόμερο και την Πρέβεζα, μετά από ολιγοήμερη επίθεση που ολοκληρώθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 1684. Με την κατάληψη του κάστρου της Μπούκας το οθωμανικό τέμενος, που υπήρχε σε αυτό, μετατράπηκε σε καθολικό ναό του αρχαγγέλου Μιχαήλ, καθώς η κατάληψη της Πρέβεζας συνέπεσε με την εορτή του στην Καθολική Εκκλησία.[28]

Η Πρέβεζα θα έμενε στα χέρια των Ενετών για λίγο περισσότερο από 16 χρόνια, καθώς στο τέλος του Πολέμου και με την υπογραφή της Συνθήκης του Κάρλοβιτς τον Ιανουάριο του 1699, η Βενετία κατόρθωσε μεν να διατηρήσει την Πελοπόννησο και τη Λευκάδα, αλλά υποχρεώθηκε να επιστρέψει στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, μεταξύ άλλων οχυρών θέσεων, την Πρέβεζα, τη Ναύπακτο και το Αντίρριο. Στην περίπτωση της Πρέβεζας, η υλοποίηση των συμφωνηθέντων στη Συνθήκη του Κάρλοβιτς πραγματοποιήθηκε δυόμισι χρόνια μετά την υπογραφή της, με την ανατίναξη εκ μέρους των Ενετών του κάστρου της Μπούκας και την παράδοση της Πρέβεζας στους Οθωμανούς, το καλοκαίρι του 1701.[29]
Β´ Οθωμανική Περίοδος (1701-1717)[30]

Η Συνθήκη του Κάρλοβιτς, τον Ιανουάριο του 1699, καθόρισε την επιστροφή της περιοχής της Πρέβεζας στους Οθωμανούς και η διμερής Συμφωνία της Κωνσταντινούπολης, της 12 Ιουνίου 1700, επέλυσε τα θέματα συνόρων των περιοχών που θα περιέρχονταν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η παράδοση, όμως, της Πρέβεζας στους Οθωμανούς έγινε περί τα τέλη Αυγούστου του 1701, μετά την ανατίναξη του κάστρου της Μπούκας, που ήλεγχε την είσοδο του Αμβρακικού κόλπου, όπως οριζόταν από την προαναφερθείσα συνθήκη. Η ανατίναξη του κάστρου από του Ενετούς διήρκεσε τριάντα ημέρες και είχε ολοκληρωθεί στις 22 Αυγούστου 1701.[31]

Σύμφωνα με τους όρους της Συνθήκης του Κάρλοβιτς, οι Οθωμανοί δεν μπορούσαν να οχυρώσουν τη θέση του ανατιναχθέντος κάστρου. Οχύρωσαν, όμως, πολύ σύντομα την Πρέβεζα κατασκευάζοντας, βορειότερα του κατεδαφισθέντος κάστρου της Μπούκας, ένα μεγάλο σε έκταση νέο κάστρο, το οποίο σε έγγραφα της εποχής εκείνης αναφέρεται ως «το κάστρο στο κυπαρίσσι» και το οποίο μετά από αρκετές αλλαγές και βελτιώσεις είναι το σημερινό κάστρο του αγίου Αντρέα.[32] Το νέο αυτό οχυρό συνετέλεσε στη μετατόπιση του οικιστικού ιστού της Πρέβεζας βορειότερα, ώστε να βρίσκεται πιο κοντά στο νέο κάστρο.

Όταν η Πρέβεζα περιήλθε για δεύτερη φορά στους Οθωμανούς, 78 Πρεβεζάνικες οικογένειες ζήτησαν να μετοικήσουν στη βενετοκρατούμενη γειτονική Λευκάδα και με απόφαση του Ενετού γενικού προβλεπτή θαλάσσης Ντανιέλ Ντολφίν (ιταλικά: Daniel Dolfin) 300 περίπου Πρεβεζάνοι πήραν γαίες και μετοίκησαν στο Καλλιγόνι και τη Βασιλική Λευκάδας.[33]

Η δεύτερη Οθωμανική Περίοδος της Πρέβεζας διήρκεσε λίγο περισσότερο από 16 χρόνια, καθώς τον Οκτώβριο του 1717 ενετικές δυνάμεις κατέλαβαν το «κάστρο στο κυπαρίσσι» και εκδίωξαν τις οθωμανικές δυνάμεις από την Πρέβεζα.[34]
Δεύτερη Ενετοκρατία (1717-1797)[35]

Παρά την ανεπιτυχή προσπάθεια των Ενετών να καταλάβουν την Πρέβεζα τον Οκτώβριο του 1716, οι δυνάμεις του ναυάρχου Αντρέα Πιζάνι (ιταλικά: Andrea Pisani) κατέλαβαν το φρούριο της Πρέβεζας στις 22 Οκτωβρίου 1717.[36] Η πόλη θα περιερχόταν και επίσημα στους Ενετούς μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Πασάροβιτς μεταξύ Αψβούργων, Βενετών και Οθωμανών, στις 21 Ιουλίου 1718, η οποία επισφράγισε τον τελευταίο Βενετοτουρκικό Πόλεμο. Ξεκίνησε, ἐτσι, η ογδοντάχρονη δεύτερη ενετοκρατία της Πρέβεζας, που θα αποδεικνυόταν περίοδος ανάπτυξης και ευημερίας. Πολλές Πρεβεζάνικες οικογένειες που είχαν εγκαταλείψει την πόλη το 1701 επέστρεψαν στην πατρώα τους γη.

Τον Δεκέμβριο του 1718, αμέσως μετά την επιστροφή των Βενετών, 77 οικογένειες Πρεβεζάνων, οι οποίες κατοικούσαν σε διάφορες περιοχές της κοντινής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, απηύθυναν αίτημα στον προβλεπτή των Ιονίων νήσων Αντόνιο Λορεντάν (ιταλικά: Antonio Loredan), προκειμένου να τους επιτρέψει να εγκατασταθούν και πάλι στην Πρέβεζα. Οι τόποι που είχαν καταφύγει ήταν τα χωριά Ανέζα και Γιανίτσαρι (Γενίτσαρη), η Άρτα και το Φανάρι. Ο προβλεπτής έκανε δεκτό το αίτημά τους, όρισε ως εκπροσώπους τους τούς Ιωάννη Θάνο, Αναστάση Μανέτα και Κώστα Αυγερινό, παραχώρησε σε κάθε οικογένεια χώρο για να μπορέσει να κατασκευάσει το σπίτι της, καθώς και γη στην περιοχή της Βόνιτσας για να την καλλιεργούν. Τέλος, τους έδωσε την άδεια να εκκλησιάζονται στον ναό του Αγίου Νικολάου.[37] Στην πόλη εγκαταστάθηκαν, επίσης, Χριστιανοί έποικοι από τον Μωριά, ο οποίος με τη λήξη του πολέμου περιήλθε στους Οθωμανούς, καθώς και από τη γειτονική Ακαρνανία. Η Βενετική διοίκηση αντάμειψε τους Έλληνες συμμάχους της οπλαρχηγούς με φέουδα στην περιοχή της Πρέβεζας. Μεταξύ αυτών ήταν οι οικογένειες των οπλαρχηγών Μπότσαρη από το Σούλι, Τσαβαλά, Διγώνη, Γερογιάννη, Καραβέλα, Τσουμάνη, Χάιδα ή Τριανταφύλλη, Σκέφερη, Τσαρλαμπά, Μαλτέζου, Παπαδόπουλου, κλπ.[38]

Με την ενσωμάτωση της Πρέβεζας στο κράτος της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου έφθασαν στην πόλη Ενετοί αξιωματούχοι, στους οποίους ανατέθηκε η διοίκηση και η φύλαξη της περιφέρειας της Πρέβεζας (ιταλικά: territorio di Prevesa). Οι αξιωματούχοι αυτοί καλούνταν να ασκήσουν καθήκοντα διοικητικά, διαχειριστικά αλλά και δικαστικά. Οι πράξεις τους διέπονταν από το βενετικό δίκαιο, παράλληλα όμως επιτρεπόταν στους κατακτημένους να διατηρήσουν και να χρησιμοποιούν τους προϋπάρχοντες στον τόπο κανόνες δικαίου.[39] Η Διοίκηση αποτελούνταν από τον προβλεπτή και δύο συμβούλους του. Και οι τρεις ήταν Ενετοί, και εκλέγονταν από το “Μείζων Συμβούλιο” με διετή θητεία. Το τριμελές αυτό όργανο πλαισίωνε ένας γραμματέας και ένας αξιωματούχος υπεύθυνος για τον τοπικό ναύσταθμο. Αρωγοί στο έργο τους ήταν ο ταμίας της διοίκησης, ο οποίος εισέπραττε τα έσοδα από φόρους και οι γραφείς στις υπηρεσίες που ασχολούνταν με τις αστικές, ποινικές και οικονομικές υποθέσεις.[40]

Την περίοδο αυτή ανεγέρθηκαν στην πόλη της Πρέβεζας δεκατέσσερις νέοι ιεροί ναοί. Πρόκειται για τους ναούς του αγίου Νικολάου του νέου, του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, του αγίου Δημητρίου, του αγίου Χαραλάμπους, της κοίμησης της Θεοτόκου, των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, του αγίου Αθανασίου, των αγίων Αποστόλων, του αγίου Ανδρέα, του προφήτη Ηλία, του αγίου Βασιλείου, της αγίας Παρασκευής, του αγίου Γεωργίου και του αρχαγγέλου Μιχαήλ.[41] Στα πρώτα χρόνια της περιόδου αυτής βελτιώθηκε αμυντικά το κάστρο του αγίου Αντρέα και η έκτασή του μειώθηκε στη μισή περίπου της αρχικής.[42] Την ίδια περίοδο δημιουργήθηκε ο λεγόμενος σήμερα Ενετικός Ελαιώνας, ο οποίος, παρά τα όσα έχουν γραφεί για την έκτασή του και το μέγεθός του, σε επίσημη απογραφή των Ενετών του 1770 περίπου, καταγράφεται να αριθμεί 4.000 ελαιόδενδρα και έτσι η έκτασή του να περιορίζεται σε 400 περίπου στρέμματα.[43] Προς το τέλος της βενετοκρατίας της Πρέβεζας, το 1792, κτίστηκε ο πύργος του ρολογιού, δίπλα στον ναό του αγίου Χαραλάμπους, και τοποθετήθηκε σε αυτόν βενετσιάνικος μηχανισμός ρολογιού και καμπάνα.[44]
Γαλλοκρατία ενός έτους (1797-1798)
Η μάχη της Νικοπόλεως (Οκτώβριος 1798).
Έργο του Felician Myrbach, 1894

Η Πρέβεζα και οι υπόλοιπες Βενετικές κτήσεις θα περιέλθουν αυτοδικαίως στους Γάλλους, τον Μάιο του 1797, μετά την κατάλυση της Δημοκρατίας της Βενετίας από τον Ναπολέοντα Α΄ και κατά τα οριζόμενα, αργότερα, στη Συνθήκη του Κάμπο Φόρμιο. Ενάμιση μήνα μετά, στις 29 Ιουνίου 1797, αποβιβάζεται στην Κέρκυρα ο Γάλλος στρατηγός Ζεντιγί (γαλλικά: Gentilli), με τα στρατεύματά του. Όλα τα Επτάνησα και οι παράλιες Ηπειρωτικές κτήσεις των Ενετών, μεταξύ των οποίων και η Πρέβεζα, τέθηκαν υπό τις διαταγές του και μετά την αναχώρησή του, τον Ιούλιο του 1797, υπό τις διαταγές του στρατηγού Σαμπώ (γαλλικά: Chabot). Ο Γάλλος ταγματάρχης Ιωσήφ Γκες (γαλλικά: Gues) ορίσθηκε διοικητής της Λευκάδας, στην οποία υπαγόταν και η Πρέβεζα. Οι Σουλιώτες της περιοχής, με υπόμνημά τους προς τον Γάλλο υποστράτηγο Ρόουζ (γαλλικά: Rose), ζήτησαν να τεθούν υπό την προστασία τους.[45]

Ο Μέγας Ναπολέων έστειλε ως πολιτικούς εκπροσώπους του στην Πρέβεζα τους επιφανείς Έλληνες της Κορσικής αδελφούς Στεφανόπολι. Ο στρατηγός Λα Σαλσέτ (γαλλικά: La Salcette) με 280 Γάλλους Γρεναδιέρους στρατιώτες (κατ’ άλλη άποψη με 700) φτάνει με πλοία, ειρηνικά, στην Πρέβεζα.[46] Οι Πρεβεζάνοι υποδέχονται με χαρά τους Γάλλους και το Γαλλικό Ημερολόγιο υιοθετείται στα δημόσια έγγραφα της πόλης.

Ο ιστοριογράφος με το ψευδώνυμο Κάδμιος γράφει το 1900 σχετικά με την άφιξη των Γάλλων στην Πρέβεζα: Τῷ 1798, ὅτε ὑψώθη ἡ Γαλλικὴ σημαία ἐπὶ τῶν δῆθεν ἐπάλξεων τοῦ ἐρειπωμένου φρουρίου τῆς Πρεβέζης, δὲν ὑπῆρχον ἐπ’ αὐτοῦ ἢ τρία σιδηρᾶ τηλεβόλα, ἡ δὲ Γαλλικὴ Δημοκρατία ἀπὸ πολλῶν μεριμνῶν περισπωμένη ἐλάχιστον ἐφρόντιζε περὶ τῆς σπουδαίας ταύτης θέσεως. Ἡ ἄμυνα αὐτῆς, μετὰ τῆς περιοχῆς τῆς Νικοπόλεως εἶχεν εμπιστευθῇ εἰς διακοσίους ὀγδοήκοντα Γρεναδιέρους, ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ Στρατηγοῦ La Salcette. Μόλις οὗτος ὥπλισε καὶ ὠργάνωσε τὴν Ἐθνοφυλακὴν τῆς Πρεβέζης καὶ ἀπέστειλε πολεμοφόδια εἰς τοὺς Σουλιώτας, τοὺς προσφερθέντας να ταχθῶσιν ὑπό τὴν Γαλλικὴν σημαίαν καὶ συμπράξωσι πρὸς ἀπόκρουσιν τοῦ Ἀλῆ Πασσᾶ, ἐσκέφθη διὰ τὴν ἄμυναν τῆς προκεχωρημένης θέσεως Νικοπόλεως.[47]
Α΄ περίοδος Αλή πασά (1798-1800)

Η βραχύβια Γαλλική κατοχή της Πρέβεζας θα επισφραγιστεί το επόμενο έτος, 1798, με την άνιση σε αριθμό αντίπαλων δυνάμεων και αιματηρή Μάχη της Νικοπόλεως και τον επακόλουθο Χαλασμό της Πρέβεζας από τον Αλή Πασά Τεπελενλή. Στις 12/23 Οκτωβρίου 1798, δυνάμεις 7.000 έφιππων και πεζών Τουρκαλβανών επιτέθηκαν κατά της Γαλλικής Φρουράς της Πρέβεζας, που είχε οχυρωθεί στα ερείπια της αρχαίας Νικόπολης και αποτελούταν από 280 Γάλλους γρεναδιέρους, 60 Σουλιώτες πολεμιστές υπό τον καπετάν Χριστάκη και 200 Πρεβεζάνους πολιτοφύλακες. Η μάχη διήρκεσε ολόκληρη τη μέρα και περιγράφεται λεπτομερώς στα απομνημονεύματα του στρατηγού Λ. Α. Καμύ ντε Ρισμώντ (γαλλικά: Louis Auguste Camus de Richemont), ο οποίος πήρε μέρος στη μάχη και τραυματίστηκε σοβαρά. Της Μάχης της Νικοπόλεως ακολούθησαν αψιμαχίες μέσα στην πόλη της Πρέβεζας, με σφαγές αμάχων και λεηλασίες, που έμειναν γνωστές στην ιστορία ως ο Χαλασμός της Πρέβεζας.[48] Σημαντικός αριθμός Πρεβεζάνων σφαγιάστηκε λίγες ημέρες αργότερα στο τελωνείο της Σαλαώρας.[49] Ο Αλή πασάς εγκατέστησε στην πόλη ευνοούμενούς του. Αναγκάστηκε, όμως, να εγκαταλείψει την πόλη μετά από ενάμισι περίπου χρόνο, τον Μάρτιο του 1800, σε υλοποίηση Ρωσοτουρκικής συνθήκης.
Η Συμπολιτεία του Ακρωτηρίου (1800-1806)
Η Πρέβεζα σε χαρακτικό του 19ου αιώνα

Με τη Ρωσοτουρκική Συνθήκη της 21ης Μαρτίου 1800 συστήθηκε αφενός μεν η Επτάνησος Πολιτεία, αφετέρου δε η «Συμπολιτεία των Ηπειρωτικών Πόλεων» (Πρέβεζας, Πάργας, Βόνιτσας και Βουθρωτού). Οι πόλεις αυτές, ως πρώην εξαρτήματα της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας απολάμβαναν προνομιακό καθεστώς μέχρι την κατάλυσή της, το 1797, και το 1800 αυτονομήθηκαν, σύμφωνα με τα άρθρα 8, 9 και 10 της παραπάνω Συνθήκης.[50] Η Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης επικυρώθηκε με σουλτανικό φιρμάνι την 21η Απριλίου 1800 και την 25η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους υπογράφηκε κοινή απόφαση των Ηπειρωτικών Πόλεων και της Επτανήσου Πολιτείας. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε από τον εκπρόσωπο του σουλτάνου στη Συμπολιτεία των πόλεων, Αβδουλάχ μπέη, και αποτέλεσε τον Καταστατικό Χάρτη βάση του οποίου ασκήθηκε η διοίκηση στις πόλεις αυτές.[51] Αποτέλεσμα της Συνθήκης αυτής ήταν η άριστη λειτουργία των τριών εξουσιών, Νομοθετικής, Εκτελεστικής και Δικαστικής, που συνιστούν και αποτελούν τις βάσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Η αυτοδιοίκηση των πόλεων αυτών είναι γνωστή και ως «Συμπολιτεία του Ακρωτηρίου» (Ακτίου), ή απλώς «Συμπολιτεία», η οποία διοικούταν από Γερουσία (Κογκλάβιο) αποτελούμενη από εκπροσώπους των πόλεων της Συμπολιτείας. Πρωτεύουσά της ορίσθηκε η Πρέβεζα. Της εκτελεστικής εξουσίας προΐστατο ο εκπρόσωπος του σουλτάνου, Αβδουλάχ μπέης, ο οποίος διέμενε εκτός των ορίων της αυτονόμου Πρέβεζας, βόρεια αυτής.[52]
Β΄ περίοδος Αλή πασά (1806-1820)

Στις 25 Νοεμβρίου του 1806 ο Βελή πασάς, γιος του Αλή πασά, με δύναμη 1.200 Αλβανών κατευθύνθηκε από την Άρτα προς την Πρέβεζα, με πρόφαση ότι κατευθυνόταν προς το Μεσολόγγι για να κυνηγήσει του κλέφτες. Σκοπός του, όμως, ήταν να καταλάβει το κάστρο της Πρέβεζας. Σκοπό τον οποίον και επέτυχε την ίδια ημέρα, με πολύ αθόρυβο και αναίμακτο τρόπο, παντελώς αντίθετα με την κατάληψη και “Χαλασμό” της Πρέβεζας από τον πατέρα του και αδελφό του Μουχτάρ, το 1798.[53] Έτσι, η πόλη ήταν και πάλι στα χέρια του Αλή πασά των Ιωαννίνων, ο οποίος ξεκίνησε αμέσως την αμυντική της θωράκιση και την οχύρωσή της με κατασκευή περιμετρικής τάφρου, κάστρων και πυροβολείων.[54]
Η κεντρική πύλη του κάστρου του αγίου Ανδρέα, μετά τις βελτιώσεις που έκανε ο Αλή πασάς

Τα κυριότερα οχυρωματικά και άλλα έργα που έγιναν την περίοδο αυτή στην πόλη της Πρέβεζας είναι τα εξής:

Κάστρο Αγίου Γεωργίου. Κατασκευάστηκε το 1807.
Κάστρο Αγίου Ανδρέα. Βελτιώθηκε σημαντικά το 1808.
Προμαχώνας Βρυσούλας. Κατασκευάστηκε πιθανότατα την ίδια περίοδο με την περιμετρική αμυντική τάφρο.
Περιμετρική τάφρος της πόλης.[55]
Κάστρο Παντοκράτορα. Κατασκευάστηκε περί το 1815.[56]
Μεγάλο Σεράι στην Πρέβεζα (στη θέση Παλιοσάραγα). Κατασκευάστηκε το 1811 και κάηκε από τον Βελή πασά το 1820.[57]
Οθωμανικά Λουτρά.

Η Πρέβεζα της περιόδου αυτής έγινε η πύλη εισόδου πολλών ευρωπαίων περιηγητών, οι οποίοι ήθελαν να συναντήσουν τον δυναμικό πασά της Ηπείρου, Αλή, και να φιλοξενηθούν από αυτόν. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται ο λόρδος Βύρων,[58] ο Τσαρλς Κόκρελ,[59] ο Ουίλλιαμ Ληκ,[60] κ.ά.
Γ´ Οθωμανική περίοδος (1820-1912)
Το ξυλόγλυπτο, επιχρυσωμένο, τέμπλο του ναού του Αγ. Χαραλάμπους, το οποίο σκαλίστηκε το 1827

Το 1820 ο Αλή πασάς έπεσε σε δυσμένεια από τον Σουλτάνο Μαχμούτ Β΄ και αναγκάστηκε να περιοριστεί στην πρωτεύουσα του πασαλικιού του, τα Γιάννενα. Ο γιος του, Βελή πασάς, πυρπόλησε το σεράι του στην Πρέβεζα και πήρε τους θησαυρούς του. Οι σουλτανικές δυνάμεις εισήλθαν στην Πρέβεζα και ξεκίνησε η Γ´ Οθωμανική περίοδος, η οποία θα κατέληγε με την απελευθέρωση της πόλης από τον Ελληνικό Στρατό την 21η Οκτωβρίου 1912. Το έτος 1897 η Πρέβεζα αποτέλεσε θέατρο πολλών επιχειρήσεων του αποτυχημένου πολέμου του 1897, που έληξε άδοξα.[61]
Ένταξη της Πρέβεζας στο Ελληνικό Κράτος (21 Οκτωβρίου 1912)
Απελευθέρωση και Μεσοπόλεμος (1912-1940)

Τα ξημερώματα της 21ης Οκτωβρίου 1912, μετά τη μάχη της Νικόπολης μεταξύ του Ελληνικού Στρατού και της τουρκικής φρουράς της Πρέβεζας, η πόλη παραδόθηκε στον ελληνικό στρατό. Η συμβολή των προξένων της Αγγλίας, της Ρωσίας και της Αυστρο-Ουγγαρίας, που είχαν έδρα τους την Πρέβεζα, ήταν αποφασιστική για την αναίμακτη παράδοση της πόλης.[62] Ο Οθωμανός διοικητής της Πρέβεζας δέχθηκε να παραδώσει την πόλη υπό τον όρο να μην εισέλθουν σε αυτήν σώματα ατάκτων που αποτελούνταν κυρίως από Ηπειρώτες και Κρήτες εθελοντές. Η παράδοση έγινε στον ταγματάρχη του ελληνικού επιτελείου, Παναγιώτη Σπηλιάδη.[63]

Η σύγχρονη ιστορία της Πρέβεζας, από την απελευθέρωσή της μέχρι σήμερα, γίνεται ολοένα και περισσότερο αντικείμενο έρευνας των νεότερων μελετητών, ενώ έχει συνδεθεί με σπουδαία γεγονότα, όπως η κατάληψή της από τις δυνάμεις της Αντάντ το 1917 κατά τον A΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ατυχής σύνδεσή της με την αυτοκτονία του νεοέλληνα ποιητή Κώστα Καρυωτάκη που έδωσε τραγικό τέλος στη ζωή του στην παραλιακή τοποθεσία του αγίου Σπυρίδωνα στο Βαθύ, στις 21 Ιουλίου του 1928, μόλις ένα μήνα μετά τη δυσμενή του μετάθεση στην πόλη, εξαιτίας της συνδικαλιστικής του δράσης.[64]
Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και Εμφύλιος Πόλεμος (1940-1949)

Αμέσως μετά της Ιταλική εισβολή στην Ελλάδα, στα τέλη Οκτωβρίου 1940, η Πρέβεζα δέχθηκε βομβαρδισμούς από Ιταλικά αεροπλάνα με σκοπό να εμποδίσουν τη μεταφορά εφοδίων από το λιμάνι προς τα Ελληνοαλβανικά σύνορα. Υπολογίζεται ότι έγιναν σχεδόν εκατό αεροπορικές επιδρομές με πολλές καταστροφές σε κτήρια και αρκετούς νεκρούς και τραυματίες. Το έτος 2016 έγιναν τα αποκαλυπτήρια μαρμάρινης επιγραφής με όλα τα ονόματα των φονευθέντων, έμπροσθεν του Φρουρίου Αγίου Ανδρέα.[εκκρεμεί παραπομπή] Ένα από τα κτίρια που υπέστη ζημιές ήταν το Οθωμανικό τέμενος Εσκί Τζαμί, στο οποίο τότε στεγαζόταν το Αρχαιολογικό Μουσείο Πρέβεζας. Οι ανελέητοι βομβαρδισμοί της πόλης συνεχίστηκαν τόσο από τη γερμανική αεροπορία όσο και από τη συμμαχική κατά τη διάρκεια της κατοχής.

Μετά την αποχώρηση των Γερμανών ναζί από την Πρέβεζα, τον Σεπτέμβριο 1944, οι αντίπαλες ανταρτικές δυνάμεις του Ε.Λ.Α.Σ. και του ΕΔΕΣ κατέλαβαν ταυτόχρονα την Πρέβεζα. Στα τέλη του μήνα ξέσπασε «πολυαίμακτη σύγκρουση που επισφραγίσθηκε με μαζικές εκτελέσεις μελών του ΕΑΜ και της ΕΠΟΝ από το εδεσίτικο τμήμα του Δ. Γαλάνη. Η κατάσταση σταθεροποιήθηκε μετά την αποχώρηση των ελασίτικων τμημάτων».[65]

Ο τερματισμός του Εμφυλίου βρήκε την Πρέβεζα τραυματισμένη αλλά και αποφασισμένη να ορθοποδήσει. Από τη δεκαετία του 1950 άρχισε η γεωργική, βιοτεχνική και οικονομική της ανάπτυξη που τα τελευταία χρόνια ενισχύεται σημαντικά από τον τουρισμό. Παράλληλα στα τελευταία χρόνια παρατηρείται αξιόλογη πολιτιστική δραστηριότητα.
Η μεταπολεμική Πρέβεζα

Η μεταπολεμική Πρέβεζα χαρακτηρίζεται από σταδιακή παρακμή αφ’ ενός μεν γιατί η αστική τάξη έφυγε στην Αθήνα ή στο εξωτερικό, και αφ’ ετέρου γιατί το λιμάνι έπεσε σε παρακμή λόγω της κατασκευής οδικού δικτύου. Η ανάκαμψη ήρθε επί Δικτατορίας των Συνταγματαρχών οπότε έγιναν σημαντικότατα έργα ανάπτυξης όπως επαρχιακή οδός Πρέβεζας-Ηγουμενίτσας, Ναυτικές Σχολές Πρέβεζας, Νοσοκομείο Πρέβεζας, Λιμάνι Πρέβεζας, Κλωστήρια Πρέβεζας, Γυμνάσια, Λύκεια, Σχολεία, κλπ. Η Μεταπολίτευση βρήκε την Πρέβεζα πάνω σε ένα ερωτικό σκάνδαλο του τότε Μητροπολίτη Στυλιανού Κορνάρου, που χάρις στη δημοσιότητα που έλαβε μέσω δημοσιεύσεων, κινηματογραφικών έργων και θεατρικών παραστάσεων, έκανε αρνητική αλλά αποτελεσματική διαφήμιση στην Πρέβεζα. Μετά το 1983 η Πρέβεζα εντάχθηκε στον ενιαίο πολεοδομικό σχεδιασμό (Ε.Π.Α.). Σήμερα η πόλη διαθέτει πλήρη κοινωνική και τεχνική υποδομή και λειτουργίες Νομαρχιακού και Περιφερειακού επιπέδου: Διοίκηση, Νοσοκομείο, Εκπαίδευση και λοιπή κοινωνική υποδομή, αθλητικές εγκαταστάσεις, κεντρικές λειτουργίες πόλης, Λιμεναρχείο, Τελωνείο κλπ. Σε επίπεδο παραγωγικής υποδομής αναφέρουμε τη Βιομηχανική Ζώνη Πρέβεζας, περιοχή στην περιφέρεια της πόλης, καθώς και τις μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας και ιχθυογένεσης στον Αμβρακικό. Σημαντικός παράγων οικονομίας της πόλης είναι τα Θερμοκήπια Πρέβεζας, με κύριο προϊόν τη ντομάτα και άλλα οπωροκηπευτικά. Στη μεταφορική υποδομή σημαντική είναι η ύπαρξη του Λιμανιού και της Μαρίνας, το Διεθνές Αεροδρόμιο του Ακτίου σε απόσταση 8 χιλιομέτρων περίπου και της έδρας ΚΤΕΛ για τα λεωφορεία του Νομού. Μεγάλο άλμα για τη σύνδεση της Πρέβεζας με την υπόλοιπη Ελλάδα έγινε αφ’ ενός μεν με την Υποθαλάσσια σήραγγα Πρέβεζας – Ακτίου (2003) και αργότερα με την αποπεράτωση της Εγνατίας Οδού.[εκκρεμεί παραπομπή] Ο ιστορικός πυρήνας (Ιστορικό Κέντρο) της πόλης, διαμορφώθηκε το 19ο αιώνα και διασώζει τα πολεοδομικά χαρακτηριστικά της περιόδου εκείνης (πυκνός οικιστικός ιστός με στενούς δρόμους-καλντερίμια, Σεϊτάν Παζάρ, περιορισμένους κοινόχρηστους χώρους κλπ). Το υπόλοιπο πολεοδομικό συγκρότημα της πόλης είναι αποτέλεσμα διαδοχικών επεκτάσεων μετά το 1920.