Πύλος Ιστορία

Η Πύλος έχει μακρά ιστορία, η οποία συμβαδίζει με αυτήν της Πελοποννήσου. Το ξεκίνημά της χάνεται στα βάθη της προϊστορίας, αφού κατοικήθηκε από τη νεολιθική εποχή, όταν πληθυσμοί από την Ανατολία άρχισαν να εξαπλώνονται στα Βαλκάνια και στην Ελλάδα γύρω στο 6.500 π.Χ., φέρνοντας μαζί τους την πρακτική της γεωργίας και της κτηνοτροφίας.

Οι ανασκαφές έχουν δείξει συνεχή ανθρώπινη παρουσία από την ύστερη Νεολιθική εποχή (5.300 π.Χ.) σε διάφορα σημεία της Πυλίας, συμπεριλαμβανομένων ιδίως εκείνων της Βοϊδοκοιλιάς και του σπηλαίου του Νέστορα, όπου βρέθηκαν πολλά χαρακτηριστικά όστρακα ή θραύσματα κεραμικής. Κατά τις αρχές της ύστερης Νεολιθικής ήταν σε χρήση αμαυρόχρωμη, ζωγραφισμένη και μελανή στιλβωτή κεραμική, ενώ κατά την ύστερη Νεολιθική περίοδο χρησιμοποιείτο εγχάρακτη και γραπτή κεραμική.[21] Η Νεολιθική περίοδος έληξε με την εμφάνιση της χαλκουργίας, γύρω στο 3.000 π.Χ.
Μυκηναϊκή εποχή

Κύρια λήμματα: Αρχαία Πύλος Μεσσηνίας και Ανάκτορο του Νέστορα

Πολεμιστές και άρμα, σε τοιχογραφία από την Μυκηναϊκή Αρχαία Πύλο, η οποία χρονολογείται περί την LH IIIA/B περίοδο (περίπου 1350 π.Χ.)

Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, η Αρχαία Πύλος ιδρύθηκε από τον επώνυμο ήρωα Πύλο ή τον βασιλιά Νηλέα και αρχικά ονομαζόταν Κορυφάσιον, από το Ακρωτήριο Κορυφάσιον, πάνω στο οποίο είχε κτιστεί. H Αρχαία Πύλος ήταν η πρωτεύουσα του μυκηναϊκού βασιλείου της Πύλου, γνωστού και ως Βασιλείου του Νέστορα, το οποίο ήταν σημαντικό κέντρο την εποχή εκείνη, σύμφωνα και με την αναφορά του Ομήρου στην «Οδύσσεια» (Ραψωδία Ραψωδία Ρ, στιχ. 107-114).
τὴν δ’ αὖ Τηλέμαχος πεπνυμένος ἀντίον ηὔδα•
τοιγὰρ ἐγώ τοι, μῆτερ, ἀληθείην καταλέξω.
ᾠχόμεθ’ ἔς τε Πύλον καὶ Νέστορα, ποιμένα λαῶν•
δεξάμενος δέ με κεῖνος ἐν ὑψηλοῖσι δόμοισιν
ἐνδυκέως ἐφίλει, ὡς εἴ τε πατὴρ ἑὸν υἷα
ἐλθόντα χρόνιον νέον ἄλλοθεν• ὣς ἐμὲ κεῖνος
ἐνδυκέως ἐκόμιζε σὺν υἱάσι κυδαλίμοισιν.
αὐτὰρ Ὀδυσσῆος ταλασίφρονος οὔ ποτ’ ἔφασκε
ζωοῦ οὐδὲ θανόντος ἐπιχθονίων τευ ἀκοῦσαι.

Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος ἀπάντησέ της κι εἶπε•
Τὸ καθετίς, μητέρα μου, θὰ δηγηθῶ μὲ ἀλήθεια,
Στὴν Πύλο καὶ στὸ Νέστορα σὰ φτάσαμε τὸ ρήγα,
μὲς στ’ ἁψηλὰ παλάτια του μὲ δέχτηκε μὲ ἀγάπη
καὶ πόνο, σὰν ποὺ δέχεται γονιὸς ἀκριβοπαίδι,
σὰν ἔρχετ’ ἀπὸ ξενιτειές, ποὺ ἐκεῖ πλανιόταν χρόνια•
ὅμοια μὲ δέχτηκε κι αὐτὸς κι οἱ ξακουσμένοι γιοί του,
κι ἔλεγε πὼς ἀπὸ ἄνθρωπο δὲν ἄκουσε στὸν κόσμο
ἂ ζουσε γιὰ ἂν ἀπέθανε ὁ ἀντρόψυχος Δυσσέας.

Όμηρος, «Οδύσσεια», Ραψωδία Ρ, στιχ. 107-114.
Μετάφραση: Αργύρη Εφταλιώτη (Κλ. Μιχαηλίδη).

Η μυκηναϊκή πολιτεία της Πύλου (μεταξύ 1600–1100 π.Χ.) κάλυπτε έκταση 2.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων και είχε πληθυσμό μεταξύ 50.000, σύμφωνα με τις πινακίδες της Γραμμικής Β, και 80.000-120.000 κατοίκων.[22][23][24]

Στην περιοχή της Πύλου έχουν ανακαλυφτεί αξιόλογοι αρχαιολογικοί θησαυροί. Αρχικά ήρθαν στο φως πέτρινοι τοίχοι, κομμάτια από τοιχογραφίες, δάπεδα, μυκηναϊκά αγγεία, πήλινες επιγραφές. Οι πρώτες αυτές ανασκαφές έγιναν το 1912-26 και το 1939 απ’ τον Αμερικανό αρχαιολόγο Καρλ Μπλέγκεν (Carl William Blegen, 1887–1971) και τον Έλληνα αρχαιολόγο Κωνσταντίνο Κουρουνιώτη (1872–1945). Διακόπηκαν στα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και ξανάρχισαν το 1952 από τον Έλληνα αρχαιολόγο Σπυρίδωνα Μαρινάτο (1901–1974). Αυτές οι έρευνες οδήγησαν στην ανάδειξη του πρώτου, από μια σειρά ανακτόρων, του βασιλείου της Αρχαίας Πύλου, της Εποχής του Χαλκού. Πρόκειται για το Ανάκτορο του Νέστορα στην περιοχή του σύγχρονου Άνω Εγκλιανού , σε απόσταση περίπου 9 χιλιόμετρα βορειοανατολικά του κόλπου της Πύλου. Ο Μπλέγκεν ήταν αυτός που έδωσε πρώτος, σύμφωνα και με τα ομηρικά έπη, την ονομασία στα ερείπια του μεγάλου αυτού μυκηναϊκού παλατιού, που χρονολογείται γύρω στα 1300 και 1200 π.Χ.[22] Το κεντρικό κτίριο (50 x 32 μ.) περιλάμβανε το μέγαρο του βασιλιά και το μέγαρο της βασίλισσας ενώ υπάρχουν και άλλα κτίρια. Διάφοροι άλλοι βοηθητικοί χώροι, τάφοι και βωμός, ανακαλύφθηκαν στην περιοχή. Στις 31 Δεκεμβρίου του 1957 ανακαλύφθηκε κυψελοειδής τάφος, ο επιλεγόμενος του Νηλέως, από τον πατέρα του Νέστορα, μυθικό βασιλιά της Πύλου. Επίσης ανακαλύφθηκε και πτέρυγα του ανακτόρου ηλικίας 3.000 ετών. Το 1962 βρέθηκε πλήθος ευρημάτων στην περιοχή Περιστέρια Πύλου[25].
Πινακίδα της Γραμμικής Β γραφής, από το παλάτι, στο Αρχαιολογικό Μουσείο Χώρας Μεσσηνίας.

Εκτός από τα αρχαιολογικά ερείπια του ανακτόρου, ο Μπλέγκεν βρήκε επίσης χιλιάδες πήλινες πινακίδες με επιγραφές γραμμένες στη Γραμμική Β, ένα συλλαβάριο με ιδεογράμματα που χρησιμοποιήθηκε μεταξύ 1425 και 1200 π.Χ. για τη συγγραφή της Μυκηναϊκής γλώσσας. Στην Πύλος βρέθηκε η μεγαλύτερη πηγή αυτών των πινακίδων στην Ελλάδα με 1.087 θραύσματα που ανακαλύφθηκαν στην τοποθεσία του ανακτόρου του Νέστορα. Το 1952, όταν ο αυτοδίδακτος γλωσσολόγος Μάικλ Βέντρις (Michael Ventris) και ο κλασικός φιλόλογος Τζων Τσάντγουικ (John Chadwick) αποκρυπτογράφησαν το συλλαβάριο, η Μυκηναϊκή γλώσσα αποδείχθηκε ως η πρώτη βεβαιωμένη μορφή της ελληνικής γλώσσας. Μερικά από τα στοιχεία της έχουν επιβιώσει στη γλώσσα του Ομήρου χάρη στη μακρά προφορική παράδοση της επικής ποίησης.[26][27] Έτσι, αυτές οι πήλινες πινακίδες, που γενικά χρησιμοποιούνται για διοικητικούς σκοπούς ή για την καταγραφή οικονομικών συναλλαγών, δείχνουν σαφώς ότι ο ίδιος ο τόπος ονομαζόταν “Πύλος” και γραφόταν ως Linear B Syllable B050 PU.svgLinear B Syllable B002 RO.svg (pu-ro, 𐀢𐀫 Μυκηναϊκή ελληνική) από τους κατοίκους του.

Σε κοντινές περιοχές, όπως στη περιοχή της Βοϊδοκοιλιάς, της Τραγάνας, της Ίκλαινας,[28] των Νιχωρίων,[29] της Μάλθης,[30] αλλά και σε άλλες αρχαιολογικές θέσεις της περιοχής της Πυλίας, έχουν βρεθεί έκτοτε πολλά ακόμα στοιχεία/κατάλοιπα της περιόδου αυτής της Αρχαίας Πύλου.[22] Επίσης τα ερείπια ενός οχυρού/φρουρίου από ακατέργαστη πέτρα βρέθηκαν στο κοντινό νησί της Σφακτηρίας, επίσης μυκηναϊκής προέλευσης, το οποίο χρησιμοποιήθηκε από τους Σπαρτιάτες κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο.
Κυκλική Εστία στο Μέγαρο (κύρια αίθουσα) ή «Αίθουσα του Θρόνου» του παλατιού του Νέστορα

Η Πύλος ήταν το μόνο ανάκτορο της Μυκηναϊκής εποχής που δεν είχε τείχη ή οχυρώσεις. Καταστράφηκε από πυρκαγιά γύρω στο 1180 π.Χ. και πολλές πήλινες πινακίδες της Γραμμικής Β φέρουν καθαρά στίγματα της φωτιάς.[31][32] Τα αρχεία της Γραμμικής Β που βρέθηκαν εκεί, διατηρημένα από τη θερμότητα της φωτιάς που κατέστρεψε το παλάτι, αναφέρουν βιαστικές αμυντικές προετοιμασίες λόγω επικείμενης επίθεσης, χωρίς ωστόσο να δώσουν λεπτομέρειες για την επιθετική δύναμη.[33] Η τοποθεσία της Μυκηναϊκής Πύλου φαίνεται ότι εγκαταλείφθηκε κατά τη διάρκεια των Σκοτεινών Αιώνων (1100-800 π.Χ.). Η περιοχή της Πύλου, μαζί με αυτήν της αρχαίας Μεσσήνης, υποδουλώθηκε αργότερα από τη Σπάρτη.
Κλασική εποχή

Κύρια λήμματα: Ναυμαχία της Πύλου και Μάχη της Πύλου και της Σφακτηρίας

Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, στο έργο του «Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου», τον 5ο αιώνα π.Χ., η Πύλος ήταν «μαζί με το μεγαλύτερο μέρος της χώρας, χωρίς πληθυσμό».[11] Η αρχαία πόλη δεν βρισκόταν στη σύγχρονη Πύλο, αλλά βόρεια της νήσου Σφακτηρίας, σε απόσταση 400 στάδια από την αρχαία Σπάρτη.[11] Σύμφωνα επίσης με τον Παυσανία η πόλη της Πύλου απείχε από την αρχαία Μοθώνη (βλ. Μεθώνη) λίγο περισσότερο από 100 στάδια.[9] Στην κλασσική αρχαιότητα το ύψωμα του Κορυφασίου και η ευρύτερη περιοχή της ομηρικής Πύλου η οποία ήταν ακατοίκητη και η περιοχή της ήταν σχεδόν συνεχώς κάτω από την κυριαρχία της Σπάρτης με εξαίρεση την περίοδο 425-421 π.Χ. κατά την οποία σύμφωνα με τον Θουκυδίδη (βιβλίο Δ’) οχυρώθηκε από τους Αθηναίους και αποτέλεσε προκεχωρημένο αθηναϊκό οχυρό κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου. Το 425 π.Χ. ο Αθηναίος πολιτικός Κλέων έστειλε εκστρατευτικό σώμα στην Πύλο όπου οι Αθηναίοι οχύρωσαν το βραχώδες ακρωτήριο, το οποίο είναι τώρα γνωστό ως «Κορυφάσιον» ή η «Παλαιά Πύλος» στο βορειοδυτικό άκρο του κόλπου, κοντά στη Λιμνοθάλασσα της Γιάλοβας και μετά από νικηφόρα σύγκρουση με τα σπαρτιατικά πλοία στη Ναυμαχία της Πύλου, ήλεγχαν την περιοχή και τον κόλπο της Πύλου. Λίγο αργότερα, οι Αθηναίοι νίκησαν και τα στρατεύματα των Λακεδαιμονίων, τα οποία είχαν οχυρωθεί στο παρακείμενο νησί της Σφακτηρίας, στη γνωστή και ως Μάχη της Πύλου και της Σφακτηρίας. Το άγχος των Σπαρτιατών για την επιστροφή των αιχμάλωτων στρατιωτών τους, οι οποίοι μεταφέρθηκαν ως όμηροι στην Αθήνα, συνέβαλε στην αποδοχή της συνθήκης του 421 π.Χ., η οποία είναι γνωστή και ως Νικίειος Ειρήνη. Μετά την απελευθέρωση της Μεσσηνίας από την Σπαρτιατική κυριαρχία και την επανίδρυση της Πύλου τον 4ο αιώνα π.Χ. το ύψωμα του Κορυφασίου αποτέλεσε την ακρόπολη της επανιδρυθείσας πόλης.
330-1204: Βυζαντινή εποχή

Λίγα είναι γνωστά κατά τη βυζαντινή εποχή για την Πύλο, η οποία διατηρούσε το αρχαίο όνομά της, εκτός από την αναφορά των επιδρομών στην περιοχή, των Αβάρων τον 6ο αιώνα και των Σαρακηνών από το Εμιράτο της Κρήτης περί το 872/3.[34] Στα ύστερα βυζαντινά χρόνια και στις αρχές της Φραγκοκρατίας και της Α΄ Ενετοκρατίας η περιοχή και η πόλη αναφέρονταν ήδη και ως “Ζόγκλος”.
1205-1432: Μεσαίωνας – Α΄ Ενετοκρατία

Κύρια λήμματα: Μάχη του Ζόγκλου και Ναυμαχία της Σαπιέντζας

Παλαιόκαστρο Ναυαρίνου.

Τον 12ο αιώνα, ο Άραβας γεωγράφος Muhammad al-Idrisi , από την Θέουτα, ανέφερε το λιμάνι του παλαιού Ναυαρίνου ως το «ευρύχωρο λιμάνι του Irūda», στο έργο του Nuzhat al-Mushtaq .[34] Μετά την Δ΄ Σταυροφορία και την πρώτη κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, το 1204, κατά την Πρώτη Ενετοκρατία και την Φραγκοκρατία, ο Μωριάς γίνεται κτήση των Βενετών και των Φράγκων. Αποτελεί πλέον ένα σταυροφορικό κράτος και ελέγχεται από το Πριγκιπάτο της Αχαΐας (1205-1432). Η Πύλος, αναφερόμενη πλέον και ως Ναβαρίνο, κατελήφθη γρήγορα από τους Σταυροφόρους, σύμφωνα με μια σύντομη αναφορά στο «Χρονικόν του Μορέως», αλλά δεν αναφέρεται ξανά μέχρι το 1280. Οι Βενετοί αντίστοιχα διεκδίκησαν τα λιμάνια της Μεθώνης και της Κορώνης για λογαριασμό τους. Η κυριαρχία τους στις δύο πόλεις της Μεσσηνίας επικυρώθηκε το 1209 κλείνοντας συμφωνία με τον κυρίαρχό τότε της Πελοποννήσου Γοδεφρείδο Βιλλεαρδουίνο. Οι Βενετοί οχύρωσαν την Μεθώνη και την μετέτρεψαν σε σημαντικό εμπορικό κέντρο. Η περιοχή της γνώρισε σημαντική ευημερία και αποτέλεσε σημαντικό ενδιάμεσο σταθμό μεταξύ Βενετίας και Αγίων Τόπων.[35] Προς την απαρχή του τέλους της περιόδου της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, στα τέλη του 13ου αιώνα, και συγκεκριμένα το 1278[36] κτίστηκε από τους Φράγκους με επικεφαλής τον Φλαμανδό σταυροφόρο Νικόλαο B΄ Σαιντομέρ, πρίγκιπα του Πριγκιπάτου της Αχαΐας το φραγκικό επάκτιο κάστρο του Παλαιοκάστρου Ναυαρίνου πάνω στα ερείπια της αρχαίας και βυζαντινής οχύρωσης. Σταδιακά το κάστρο και ο περιβάλλοντας χώρος αυτού αποκτά το χαρακτήρα Καστροπολιτείας. Επισημαίνεται ότι στην περίοδο του Μεσαίωνα, μεταξύ 1262-1432, πολλά χωριά και εκτάσεις εδαφών της περιοχής του Ναυαρίνου και της σημερινής Πυλίας, δεν ανήκαν αποκλειστικά στην οικογένεια του Φλαμανδού σταυροφόρου, αλλά διαμοιράζονταν μεταξύ των Βαρωνιών της Αρκαδίας (Κυπαρισσίας) και της Μεθώνης. Η κοντινή πόλη της Κυπαρισσίας, η οποία αναφερόταν τότε ως Αρκαδία ή Αρκαδιά αποτέλεσε την έδρα της Βαρωνίας της Αρκαδίας. Η βαρωνία αυτή ήταν ένα κρατίδιο υποτελές στο Πριγκιπάτο της Αχαΐας που ιδρύθηκε το 1261/2 από τον πρίγκιπα Γουλιέλμο Β’ Βιλλαρδουίνο. Αρχικά, η πόλη της Αρκαδίας αποτελούσε τμήμα των προσωπικών κτήσεων του πρίγκιπα και σχηματίστηκε ως αποζημίωση για τον Βιλαίν Α΄ ντ’Ωλναί (Vilain d’Aulnay) μετά την βυζαντινή ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τη Λατινική Αυτοκρατορία το 1261.[37][38] Η κατοικία του βαρώνου ήταν το επισκευασμένο αρχαίο Κάστρο της Αρκαδίας.[39] Η ιστορία της περιόδου αυτής είναι ιδιαίτερα πλούσια.

Επίσης, σύμφωνα με τη γαλλική και ελληνική εκδοχή του «Χρονικού του Μωρέως», ο Φλαμανδός σταυροφόρος Νικόλαος Β΄ Σαιντ Ομέρ, ο οποίος ήταν ηγεμόνας της Θήβας, μεταξύ 1258 – 1294, πρωτοστράτορας και Βάϊλος του Πριγκιπάτου της Αχαΐας, παρέλαβε, περί το 1281, μεγάλες εδαφικές εκτάσεις στη Μεσσηνία σε αντάλλαγμα για τα υπάρχοντα της συζύγου του στην Καλαμάτα και το Χλεμούτσι και ανέγειρε, το 1282, πάνω από τα ερείπια της αρχαίας Ακρόπολης της Πύλου και του κατεστραμμένου ελληνιστικού, ρωμαϊκού και βυζαντινού φρουρίου, το πρώτο κάστρο του Ναυαρίνου (το μεσαιωνικό), στα βορειοδυτικά του κόλπου, γνωστό σήμερα και ως Παλαιόκαστρο Ναυαρίνου.

Σύμφωνα με την ελληνική εκδοχή των «Χρονικών», κατασκεύασε το Κάστρον του Αβαρίνου,[40] για μελλοντική χρήση από τον ανιψιό του, Νικόλαο Γ΄ Σαιντ Ομέρ, αν και η αραγονική έκδοση των «Χρονικών» αποδίδει την κατασκευή του κάστρου στον ίδιο τον Νικόλαο Γ΄, λίγα χρόνια αργότερα. Κατά τον A. Bon, στο έργο του «La Morée franque. Recherches historiques, topographiques et archéologiques sur la principauté d’Achaïe», η κατασκευή του κάστρου από τον Νικόλαο Β΄, μετά το 1280 είναι πιθανότερη και ίσως πιθανότατα κατά την περίοδο 1287-89, όταν υπηρέτησε ως Βάϊλος του Πριγκιπάτου της Αχαΐας.[41] Παρά τις προθέσεις του Νικολάου Β΄, δεν είναι σαφές αν ο ανιψιός του κληρονόμησε πράγματι το Ναβαρίνο. Αν το έπραξε, πιθανώς να παρέμεινε μέχρι το θάνατό του το 1317, όταν αυτό και όλα τα μεσσηνιακά εδάφη της οικογένειας επεστράφηκαν στη κεντρική διοίκηση του πριγκιπάτου, καθώς ο Νικόλαος Γ ‘ δεν είχε παιδιά.[41]

Το 1293 στην περιοχή της Πύλου, η οποία τότε αναφερόταν και ως Ζόγκλος, σε τοποθεσία, που δεν είναι γνωστή προς το παρόν, πραγματοποιήθηκε στρατιωτική αναμέτρηση μεταξύ του Πριγκιπάτου της Αχαΐας και Αραγωνέζων πειρατών, οι οποίοι λεηλατούσαν παραλιακές πόλεις του πριγκιπάτου. Η μάχη που έγινε τότε, είναι γνωστή και ως η Μάχη του Ζόγκλου. Συμμετείχαν ο καστελάνος του φρουρίου της Καλαμάτας και Βαρώνος της Χαλανδρίτσας Γεώργιος Α΄ Γκίζι και ο Βαρώνος των Καλαβρύτων Ιωάννης ντε Τουρναί, από τη μια πλευρά για το Πριγκιπάτο της Αχαΐας και από την άλλη πλευρά ο ναύαρχος Ρογήρος ντε Λούρια, ο οποίος είχε αναλάβει τότε πειρατική δράση για λογαριασμό του Βασιλείου της Αραγωνίας, ο οποίος και νίκησε.

Το φρούριο παρέμεινε ως μη άξιο σημαντικής αναφοράς στη συνέχεια, εκτός από τη Ναυμαχία της Σαπιέντζας, του 1354 μεταξύ Βενετίας και Γένοβας[34] και ένα επεισόδιο, το 1364, κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης μεταξύ της πριγκίπισας Μαρίας των Βουρβόνων και του πρίγκιπα Φιλίππου Β΄ του Τάραντα, λόγω της προσπάθειας της Μαρίας να διεκδικήσει το Πριγκιπάτο, μετά το θάνατο του συζύγου της Ροβέρτου του Τάραντα. Η Μαρία είχε πάρει την κατοχή του Ναβαρίνου (μαζί με την Καλαμάτα και τη Μάνη) από τον Ροβέρτο, το 1358, και ο ντόπιος καστελάνης, πιστός στη Μαρία, φυλακίστηκε σύντομα από τον Βάϊλο του νέου πρίγκιπα, Σάιμον ντελ Πόγκγιο. Η Μαρία των Βουρβόνων διατήρησε τον έλεγχο του Ναυαρίνου μέχρι το θάνατό της το 1377.[42] Την εποχή εκείνη, εγκαταστάθηκαν στην περιοχή και Αλβανοί, ενώ το 1381/2 υπήρχαν εκεί και Ναβάρριοι, Γασκώνιοι και Ιταλοί μισθοφόροι.[34]

Από τα πρώτα χρόνια του15ου αιώνα, οι Βενετοί προσέβλεπαν στο φρούριο του Ναυαρίνου και την περιοχή του, φοβούμενοι, μήπως οι αντίπαλοί τους, οι Γενουάτες το καταλάβουν και το χρησιμοποιήσουν ως βάση για επιθέσεις εναντίον των βενετσιάνικων φρουρίων της Μεθώνης και της Κορώνης. Εν προκειμένω, τελικά οι Βενετοί κατέλαβαν το ίδιο το φρούριο το 1417 και μετά από παρατεταμένους διπλωματικούς ελιγμούς, κατάφεραν να νομιμοποιήσουν την κατοχή τους σε αυτό το 1423.[34][43] Το 1423 το Ναβαρίνο, όπως και η υπόλοιπη Πελοπόννησος, υπέστη την πρώτη του οθωμανική επιδρομή, υπό την ηγεσία του Τουρακάν Μπέη, που επαναλήφθηκε για δεύτερη φορά το 1452.[20]
1432-1460: Δεσποτάτο του Μυστρά

Για μικρό χρονικό διάστημα, 30 περίπου ετών, μετά την Φραγκοκρατία και την Α΄ Ενετοκρατία, διάφορα τμήματα της περιοχής του Ναβαρίνου ήλεγχε και το Δεσποτάτο του Μυστρά (1349-1460). Από το 1417-18 οι Βυζαντινοί είχαν κατορθώσει να απελευθερώσουν το μεγαλύτερο μέρος της Μεσσηνίας και της Ηλείας. Το 1427 ο Βυζαντινός στόλος καταφέρνει να νικήσει σε ναυμαχία στα νησάκια Εχινάδες, στην είσοδο του Πατραϊκού κόλπου, τον Παλατινό Κόμη Κεφαλληνίας και Ζακύνθου Κάρολο Α΄ Τόκκο και λίγο αργότερα οι Βυζαντινοί καταλαμβάνουν τη Γλαρέντζα στην Ηλεία. Το 1429 ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος καταλαμβάνει και την Πάτρα μετά από πολιορκία. Εκτός από την Μεθώνη, την Κορώνη το Ναύπλιο και το Άργος, τα οποία παρέμειναν στην κατοχή των Βενετών, ολόκληρη η υπόλοιπη Πελοπόννησος αναλαμβάνουν οι Παλαιολόγοι, με το Θεόδωρο να εξουσιάζει τον Μυστρά, το Θωμά τη Γλαρέντζα και τον Κωνσταντίνο τα Καλάβρυτα, λίγο πριν ο τελευταίος γίνει αυτοκράτορας. Όμως οι τουρκικές επιδρομές συνεχίστηκαν αμείωτες τα επόμενα χρόνια, καθώς ο σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ ήθελε να εμποδίσει τους Θεόδωρο και Θωμά, οι οποίοι βρίσκονταν σε αντιπαράθεση μεταξύ τους, από το να αποστείλουν ενισχύσεις στην πολιορκούμενη πρωτεύουσα. Με αφορμή μία μεγάλη τουρκική επιδρομή ξέσπασε εξέγερση των κατοίκων, υπό τον Μανουήλ Κατακουζηνό, η οποία έληξε άδοξα με την επέμβαση του Τουραχάν ή Τουρχάν Μπέη. Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 και ενώ τα δύο αδέλφια συνέχιζαν να συγκρούονται μεταξύ τους, οι Τούρκοι κατέλαβαν την Πάτρα το 1458 και το 1460 ο Μυστράς παρεδόθη αμαχητί στον Μωάμεθ Β΄ που έθεσε το τέλος στο δεσποτάτο. Η Βαρωνία της Αρκαδίας ήταν και το τελευταίο υπόλειμμα του Πριγκιπάτου της Αχαΐας που υπέκυψε, το 1432, στους Βυζαντινούς Δεσπότες του Μορέως. Μετά την κατάκτηση της Πάτρας και της Χαλανδρίτσας το 1429-1430, που σήμανε και την ντε φάκτο κατάλυση του Πριγκιπάτου, ο τελευταίος Πρίγκιπας, Κεντυρίων Β΄ Ζαχαρίας, κράτησε μόνο την Αρκαδία ως προσωπικό του φέουδο. Μετά το θάνατό του το 1432 όμως, ο Δεσπότης Θωμάς Παλαιολόγος, καίτοι γαμπρός του Ζαχαρία, κατέλαβε τη βαρωνία και φυλάκισε την χήρα του Ζαχαρία και πεθερά του, η οποία και πέθανε στη φυλακή.[44][45][46]

Ήταν επίσης το λιμάνι του Ναυαρίνου, το σημείο από το οποίο, ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Ιωάννης Η΄ Παλαιολόγος ξεκίνησε το 1437, για τη Σύνοδο Φερράρας – Φλωρεντίας, αλλά και το σημείο από το οποίο, ο τελευταίος Δεσπότης του Μορέως Θωμάς Παλαιολόγος ξεκίνησε με την οικογένειά του για τη Δύση, το 1460, μετά την οθωμανική κατάκτηση του Δεσποτάτου του Μοριά.[20]
1460-1683: Α΄ Τουρκοκρατία
Το Νεόκαστρο του Ναυαρίνου.
Τμήμα του παλαιού υδραγωγείου.

Κύρια λήμματα: Καζάς Ναβαρίνου, Ναυμαχία του Ζόγκλου και Ναυμαχία της Μεθώνης (1500)

Η περίοδος της Πρώτης Τουρκοκρατίας στην περιοχή του Μωριά αρχίζει με τη δεύτερη εκστρατεία του σουλτάνου Μωάμεθ Β΄ του Πορθητή (Μεχμέτ Β΄), στην Πελοπόννησο. Μετά την παράδοση του Μυστρά (Πέμπτη 29 Μαΐου 1460) και της Βορδώνιας, κατέλαβε το Καστρίτζι και το Γαρδίκι (στο οποίο είχε καταφύγει ο πληθυσμός του Λεονταρίου). Ακολούθησαν τα κάστρα του Αγίου Γεωργίου και της Καρύταινας και στη συνέχεια ο στρατός του κατέβηκε στην περιοχή των Κοντοβουνίων και την περιοχή της Αρκαδίας (Κυπαρισσίας), σύμφωνα με τον ιστορικό Λαόνικο Χαλκοκονδύλη.[47] Είναι το διάστημα αυτό κατά το οποίο η περιοχή του Ναβαρίνου μετατρέπεται για πρώτη φορά σε καζά.

Μετά το 1460, το φρούριο του Ναυαρίνου, μαζί με τα άλλα βενετικά κάστρα στη Μονεμβασιά και τη χερσόνησο της Μάνης, ήταν οι μοναδικές χριστιανικές περιοχές της Πελοποννήσου.[20][34] Ο ενετικός έλεγχος του Ναβαρίνου διατηρήθηκε και κατά τον πρώτο Βενετοτουρκικό πόλεμο (1463-1479), αλλά όχι και κατά το Δεύτερο Βενετοτουρκικό πόλεμο (1499-1503), καθώς μετά τις ενετικές ήττες στην Ναυμαχία του Ζόγκλου, τον Αύγουστο του 1499 και στην Ναυμαχία της Μεθώνης, τον Αύγουστο του 1500, η φρουρά του Ναυαρίνου παραδόθηκε, παρόλο που ήταν καλά προετοιμασμένη για πολιορκία. Εντούτοις, οι Βενετοί προσπάθησαν ανακατάληψη λίγο μετά, στις 3/4 Δεκεμβρίου του 1500, όμως στις 20 Μαΐου 1501, εκδηλώθηκε κοινή οθωμανική επίθεση από θάλασσα και στεριά, υπό τον ναύαρχο Κεμάλ Ρεϊς και τον μετέπειτα βεζύρη Χαντίμ Αλή Πασά ή Ατίκ Αλή Πασά η οποία οδήγησε στην κατάληψη του Ναυαρίνου από τους Οθωμανούς.[20][34]

Οι Οθωμανοί χρησιμοποίησαν το Ναβαρίνο, το οποίο ονόμαζαν Αναβαρίν ή Άβαρνα (Anavarin ή Avarna), ως ναυτική βάση, είτε για πειρατικές επιδρομές είτε για μεγάλες επιχειρήσεις στόλου στις θάλασσες του Ιονίου και της Αδριατικής.[34] Το 1572/3, ο Οθωμανός αρχιναύαρχος (Καπουδάν Πασάς), ο Κιλίτζ Αλή Πασάς κατασκεύασε το νεότερο φρούριο του Ναυαρίνου, στα νοτιοδυτικά του κόλπου της Πύλου, δίπλα στη σύγχρονη κωμόπολη, το οποίο ονομαζόταν ως Αναβαρίν-ι-Κεντίντ (Anavarin-i Cedid) ή Νέο Ναυαρίνο ή Νέοκαστρο ή Νιοκαστρο στα Ελληνικά), για να αντικαταστήσει το ξεπερασμένο φραγκικό κάστρο.[34] Το Νέο Ναβαρίνο ή Νιόκαστρο ή Νεόκαστρο, δηλαδή η σημερινή Πύλος,[48] οικοδομήθηκε σταδιακά γύρω από το καινούργιο κάστρο που έχτισαν οι Οθωμανοί, το 1573, για τον έλεγχο της νότιας εισόδου, στον όρμο του Ναυαρίνου. Το κάστρο ονομάστηκε Νεόκαστρο σε αντιδιαστολή με το Παλαιόκαστρο, το παλαιότερο φρούριο που έλεγχε την βόρεια είσοδο του όρμου.[49] Νεόκαστρο (Νιόκαστρο) υπήρξε και το αρχικό όνομα του νεότερου οικισμού. Το όνομα Πύλος αποδόθηκε στον σημερινό οικισμό μεταγενέστερα, μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας.
1683-1715: Β΄ Ενετοκρατία

Κύριο λήμμα: Τερριτόριο Ναβαρίνου

Το Ναβαρίνο (Νιόκαστρο) περί το 1690, σε έργο του Φλαμανδού χαράκτη Γιάκομπ Πέετερς (Jacob Peeters, 1637–1695).[50]

Οι Βενετοί επανακατέλαβαν ξανά το Ναβαρίνο, στη δεκαετία του 1650, κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Κρητικού Πολέμου (1645–1669).[34]

Το 1668, ο Οθωμανός χρονογράφος και περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή (Evliya Çelebi) στο βιβλίο του «Seyahatnâme», δηλαδή, «Βιβλίο των ταξιδιών» περιγράφει την πόλη ως εξής:

Το Anavarin-i Atik είναι ένα απαράμιλλο κάστρο ... το λιμάνι είναι ένα ασφαλές αγκυροβόλιο ...
στους περισσότερους δρόμους του Anavarin-i Cedid υπάρχουν πολλές πηγές τρεχούμενου νερού ... Η πόλη είναι διακοσμημένη με δέντρα και κληματαριές, έτσι ώστε ο ήλιος να μην χτυπάει στην αγορά, καθόλου, και όλοι οι ευγενείς της πόλης κάθονται εδώ, παίζοντας τάβλι, σκάκι, διάφορα είδη σχεδίων και άλλα επιτραπέζια παιχνίδια ....

Το 1685, κατά τα πρώτα στάδια του έκτου Βενετοτουρκικού πολέμου, γνωστού και ως Πολέμου του Μοριά (1684–1699), οι Βενετοί υπό τον Φραντσέσκο Μοροζίνι και τον Ότο Βίλχελμ φον Κένιξμαρκ εισέβαλαν στην Πελοπόννησο και κατέλαβαν το μεγαλύτερο μέρος της και κατέλαβαν προχωρώντας και τα δύο φρούρια του Ναυαρίνου. Με τη χερσόνησο σε ασφάλεια και υπό ενετικό έλεγχο, το Ναυαρίνου έγινε διοικητικό κέντρο στο νέο Βασίλειο του Μορέως.[34] Η περιοχή του Ναβαρίνου την περίοδο της Δεύτερης Ενετοκρατίας (1683/84-1715), δηλαδή το χρονικό διάστημα της τριακονταετίας (1683/84-1715), κατά την οποία οι Βενετοί κατείχαν εκ νέου την Πελοπόννησο, μέσω της κτήσης τους (Stato da Mar), η οποία είναι γνωστή και ως Βασίλειο του Μορέως (1688-1715), αναφερόταν ως τερριτόριο ή επαρχία του Ναβαρίνου (Territorio di Navarin).

Την εποχή της Β΄ Ενετοκρατίας και τα δυο χωριά, το ένα στο Παλαιόκαστρο και το άλλο στο Νιόκαστρο, αναφερόταν ως Ναυαρίνο ή Ναβαρίνο. Το Νέο Ναβαρίνο και το Παλαιό Ναβαρίνο (Navarin Novo, Navarin Vecchio[51] και Borgo di Navarin[52]) Ο οικισμός αναφέρεται επίσης σε διάφορες απογραφές των Βενετών Προνοητών της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας, οι οποίες έγιναν στο χρονικό διάστημα της τριακονταετίας (1683/84-1715).

Με βάση την ενετική απογραφή Corner του 1689, το Ναυαρίνο αναφέρεται ότι είχε 101 κατοίκους. Ολόκληρη η επαρχία του Ναβαρίνου (Territorio di Navarin), με βάση την ίδια απογραφή είχε συνολικά 1.413 κατοίκους,[52] ενώ είκοσι χρόνια αργότερα, είχε ανέλθει σε 1.797 κατοίκους.[34]

Οι Βενετοί, οι οποίοι είχαν καταλάβει την Πελοπόννησο από την Οθωμανική Αυτοκρατορία κατά τα πρώτα στάδια του πολέμου του Μορέως (1684-1699),ί προσπάθησαν με μεγάλη επιτυχία να αναπτύξουν την περιοχή του Μωριά, που είχε ερημωθεί από τον πόλεμο, και να αναζωογονήσουν την γεωργία και την οικονομία της, αλλά δεν ήταν σε θέση να κερδίσουν την αφοσίωση του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού, ούτε να εξασφαλίσουν την νέα τους κτήση στρατιωτικά. Έτσι, σύντομα η Πελοπόννησος ανακτήθηκε και πάλι από τους Οθωμανούς μετά από μια σύντομη εκστρατεία τους που έγινε μεταξύ του Ιουνίου και του Σεπτεμβρίου του 1715. Η περιοχή του Ναυαρίνου παρέμεινε βενετσιάνικη επαρχία, μέχρι το 1715, όταν οι Οθωμανοί ανάκτησαν την Πελοπόννησο, κατά τη διάρκεια του έβδομου Βενετοτουρκικού πολέμου ή Δεύτερου Πολέμου του Μοριά (1714–1718).[34] Η Βενετική απογραφή του 1689 έδωσε στον πληθυσμό 1.413,
1715-1821: Β΄ Τουρκοκρατία
Κρήνη και ερείπια κτίσματος, πιθανότατα οθωμανικά, στην περιοχή του Ναβαρίνου, το 1808, σε έργο του Γάλλου ζωγράφου Antoine-Laurent Castellan (1772–1838).[53]

Κύριο λήμμα: Καζάς Ναβαρίνου

Για ένα περίπου αιώνα οι Τούρκοι κατείχαν και πάλι τον Μωριά, μέχρι την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Η περιοχή του Ναυαρίνου και της Πυλίας μέχρι και την απελευθέρωσή της το 1821, έγινε και πάλι καζάς, ο Καζάς του Ναβαρίνου, δηλαδή μια από τις 24 επαρχίες του Πασαλικίου Πελοποννήσου,[34] που υπάγονταν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, κατά την περίοδο της Δεύτερης Τουρκοκρατίας του Μωριά. Σύμφωνα με την έκδοση της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα με τίτλο A Historical and Economic Geography of Ottoman Greece: The Southwestern Morea in the 18th Century, μετά την ανακατάληψη των περιοχών του Μωριά από τους Τούρκους, η περιοχή του Ναβαρίνου αποτέλεσε ένα ακόμα τμήμα της οθωμανικής (defter) κτηματογράφησης.[54]

Στις 10 Απριλίου 1770, μετά από πολιορκία έξι ημερών, το φρούριο του Νέου Ναυαρίνου, το Νιόκαστρο, παραδόθηκε στους Ρώσους κατά τη διάρκεια των Ορλοφικών. Η οθωμανική φρουρά αφέθηκε να αναχωρήσει για την Κρήτη, ενώ οι Ρώσοι επισκεύαζαν το φρούριο για να καταστεί βάση τους. Την 1η Ιουνίου του 1770 ωστόσο, οι Ρώσοι το εγκατέλειψαν φεύγοντας και οι Οθωμανοί επανήλθαν στο φρούριο καίγοντάς το και εν μέρει κατεδαφίζοντάς το.[34] Εν τω μεταξύ, ο πληθυσμός που κατοικούσε εκεί είχε δραπετεύσει στην κοντινή νήσο Σφακτηρία, όπου οι Αλβανοί μισθοφόροι των Οθωμανών σφαγιάσαν τους περισσότερους από αυτούς.[55]
1821: Απελευθέρωση του Ναβαρίνου

Κύρια λήμματα: Πολιορκία του Νεοκάστρου και Σφαγή του Ναυαρίνου

Η Παράδοση του Νεoκάστρου κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821, από τον Γερμανό ζωγράφο Πέτερ φον Ες (Peter von Hess, 1792–1871).

Με το ξέσπασμα της Επανάστασης του 1821, οι κάτοικοι του Νεόκαστρου εξεγέρθηκαν με αρχηγούς τους Γεωργάκη και Νικόλαο Οικονομίδη. Στις 25 Μαρτίου 1821 άρχισε η Πολιορκία του Νεοκάστρου,[56] η οποία και έληξε την 9η Αυγούστου του 1821.[57] Η οθωμανική φρουρά, ενισχυμένη από τον τοπικό μουσουλμανικό πληθυσμό της Κυπαρισσίας, κρατήθηκε μέχρι την πρώτη εβδομάδα του Αυγούστου, που αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν. Παρά την υπόσχεση που τους δόθηκε, για ασφαλή συμπεριφορά/μεταφορά, τελικά σφαγιάσθηκαν όλοι τους, στη γνωστή και ως Σφαγή του Ναυαρίνου.[34]
1825-1828: Ο Ιμπραήμ

Κύρια λήμματα: Μάχη της Σχινόλακκας (1825), Μάχη του Κρεμμυδίου, Ναυμαχία της Μεθώνης, Πτώση του Νεοκάστρου (1825) και Πτώση της Σφακτηρίας (1825)

Η κατάσταση στον απελευθερωμένο Μοριά ήταν ακόμα ασταθής, όταν στις 24 Φεβρουαρίου του 1825, ο Ιμπραήμ Πασά της Αιγύπτου αποβιβάστηκε στη Μεθώνη, με 4.000 πεζούς και 500 ιππείς.[58] Ένα μήνα αργότερα, στις 17 Μαρτίου 1825, αποβιβάστηκαν στη Μεθώνη και πρόσθετες δυνάμεις, αποτελούμενες αυτήν τη φορά από 7.000 πεζούς και 400 ιππείς.[58] Οι Οθωμανοί σταδιακά επανέκτησαν το μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου, συμπεριλαμβανομένης της περιοχής του Ναυαρίνου, νικώντας τους Έλληνες υπερασπιστές και ελέγχοντας τον Μοριά μέχρι τη ναυμαχία του Ναυαρίνου. Από το 1821 ως το 1825, για τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη της Επανάστασης η Πελοπόννησος ελεγχόταν από τις ελληνικές δυνάμεις, εκτός από τα φρούρια της Πάτρας, της Μεθώνης και της Κορώνης που κατείχαν ακόμα τα οθωμανικά στρατεύματα.[58] Οι εμφύλιοι πόλεμοι είχαν τελειώσει, από τις αρχές του 1825 και η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία των Πελοποννησίων είχε ηττηθεί και φυλακιστεί, ενώ οι Ρουμελιώτες ένοπλοι που στήριξαν με τα όπλα τους την κεντρική διοίκηση περιφέρονταν στις επαρχίες του Μοριά προβαίνοντας σε πράξεις βίας και προκαλώντας τη δυσαρέσκεια των ντόπιων.[58] Οι Έλληνες παρέμεναν πάντως διαιρεμένοι σε δύο στρατόπεδα και ήταν ανήμποροι να σταματήσουν την επέλαση των οθωμανικών στρατευμάτων. Η τότε κυβέρνηση (Εκτελεστικό), με επικεφαλής τον Γεώργιο Κουντουριώτη, διόρισε αρχηγό τον Υδραίο πλοίαρχο Κυριάκο Σκούρτη, για να αποτρέψει τη διείσδυση του Ιμπραήμ προς το εσωτερικό της Μεσσηνίας και στη συνέχεια της υπόλοιπης Πελοποννήσου. Η επιλογή αυτή του Εκτελεστικού επέφερε μεγάλη αναστάτωση στο στράτευμα, καθώς ο Κουντουριώτης, τυφλωμένος από τοπικισμό, παραμέρισε ικανούς στρατιωτικούς όπως ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, ο Αναστάσιος Καρατάσος και ο Κίτσος Τζαβέλλας, δίνοντας την αρχηγία σε άνθρωπο άπειρο από πόλεμο ξηράς.[59] Καθώς ο Ιμπραήμ πολιορκούσε τα κάστρα του Παλαιοκάστρου και Νεοκάστρου, οι Έλληνες επαναστάτες είχαν κάποιες νίκες, κυρίως ο Μακρυγιάννης στο Παλαιόκαστρο και οι Μακεδόνες, υπό τον Αναστάσιο Καρατάσο, στη Μάχη της Σχοινόλακκας (15/16 Μαρτίου 1825)[60] και ο ναύαρχος Μιαούλης με τη Ναυμαχία της Μεθώνης (30 Απριλίου 1825). Ο Ιμπραήμ αρχικά φρόντισε να εδραιώσει την υπεροχή του στα νότια της Μεσσηνίας, για να εξασφαλίσει την επικοινωνία Μεθώνης-Κορώνης και οχύρωσε τη στενή οδό μεταξύ Μεθώνης και Νεοκάστρου. Ο ίδιος στρατοπέδευσε στον μεσσηνιακό κάμπο. Στη δυτική Μεσσηνία διαδραματίστηκαν αρκετές μάχες μεταξύ Ελλήνων και Αιγυπτίων, που αποδεικνύουν τις προσπάθειες των πρώτων να καθηλώσουν αρχικά τις δυνάμεις του εχθρού στην περιοχή και στη συνέχεια να τον αναγκάσουν να εγκαταλείψει την Πελοπόννησο.[58]

Ο Ιμπραήμ συνέτριψε, σχεδόν καθοριστικά, τις ελληνικές δυνάμεις που επιχείρησαν να σταματήσουν την προέλασή του στη Mεσσηνία.[58] Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν, εξάλλου, και οι μάχες που έγιναν στη συνέχεια, με τη Μάχη του Κρεμμυδίου (7 Απριλίου 1825), την μάχη και τη Πτώση του Νεοκάστρου (6 Μαΐου 1825), την μάχη και τη Πτώση της Σφακτηρίας (8 Μαΐου 1825) και τέλος με τη Μάχη στο Μανιάκι, στις 20 Μαίου 1825, όπου έχασε τη ζωή του ο Παπαφλέσσας.[58]
20 Οκτωβρίου 1827: Η Ναυμαχία του Ναβαρίνου
Η Ναυμαχία του Ναυαρίνου. Ελαιογραφία του 1831, από τον Γάλλο ζωγράφο Λουί Αμπρουάζ Γκαρνερέ (Louis Ambroise Garneray, 1783–1857).
Μνημείο της Ναυμαχίας του Ναυαρίνου, στην κεντρική πλατεία της Πύλου.

Κύριο λήμμα: Ναυμαχία του Ναυαρίνου

Ένα ισχυρό φιλελληνικό ρεύμα είχε αναπτυχθεί στη Δύση μετά το ξεκίνημα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821[61] και ακόμα περισσότερα μετά την ηρωική Έξοδος του Μεσολογγίου όπου ο Άγγλος ποιητής, o Λόρδος Βύρων, είχε βρει τον θάνατο το 1824. Πολλοί καλλιτέχνες και διανοούμενοι, όπως οι Φρανσουά-Ρενέ ντε Σατωμπριάν,[62] Βίκτωρ Ουγκώ,[63] Αλεξάντρ Πούσκιν, Τζοακίνο Ροσσίνι, Εκτόρ Μπερλιόζ[64] ή Ευγένιος Ντελακρουά (στα έργα του Σκηνή από τις Σφαγές της Χίου το 1824, και Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου το 1826), ενίσχυσαν το ρεύμα συμπάθειας προς την ελληνική υπόθεση στην κοινή γνώμη.

Με τη Συνθήκη του Λονδίνου της 6ης Ιουλίου 1827, η Γαλλία, η Ρωσία και το Ηνωμένο Βασίλειο αναγνώρισαν την αυτονομία της Ελλάδας, η οποία ωστόσο θα παραμείνει υποτελής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι τρεις δυνάμεις συμφώνησαν σε μια περιορισμένη παρέμβαση για να πείσουν την Πύλη να αποδεχθεί τους όρους της Συνθήκης. Μια ναυτική εκστρατεία επίδειξης προτάθηκε και υιοθετήθηκε. Ένας συμμαχικός στόλος (βρετανικός, γαλλικός και ρωσικός) 27 πολεμικών πλοίων στάλθηκε για να ασκήσει διπλωματική πίεση στην Κωνσταντινούπολη. Ο συμμαχικός στόλος αποτελούνταν από δώδεκα βρετανικά πλοία (456 κανόνια), επτά γαλλικά πλοία (352 κανόνια) και οκτώ ρωσικά πλοία (490 όπλα), σχηματίζοντας μια συνολική δύναμη πυρός σχεδόν 1.300 κανονιών.[65][66]

Στις 8/20 Οκτωβρίου του 1827 ο συνδυασμένος αιγυπτιακό-οθωμανικός στόλος καταστράφηκε ολοσχερώς στον κόλπο της Πύλου κατά τη διάρκεια της Ναυμαχίας του Ναυαρίνου, από τους συμμαχικούς στόλους τηςΒρετανικής Αυτοκρατορίας, του Βασιλείου της Γαλλίας και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Περισσότερα από 60 πλοία του Οθωμανικού και Αιγυπτιακού στόλου καταστράφηκαν.[65][66] Το γεγονός αυτό αντέκρουσε τις επιτυχίες του Ιμπραήμ και το φθινόπωρο του 1828 τα στρατεύματά του αποσύρθηκαν από την Πελοπόννησο καθώς και από το φρούριο του Νιοκάστρου, το οποίο είχε παραμένει, κι αυτό υπό οθωμανική κατοχή μέχρι την Άνοιξη του 1828.[34]

Στην κεντρική πλατεία της Πύλου υπάρχει σήμερα σχετικό μνημείο προς ανάμνηση της μεγάλης εκείνης νίκης των συμμαχικών στόλων και των τριών ναυάρχων τους, του Βρετανού Εδουάρδου Κόδριγκτον (Sir Edward Codrington), του Γάλλου Δεριγνύ (Comte Henri de Rigny) και του Ρώσου Λογγίνου Χέυδεν (Граф Логгин Петро́вич Ге́йден, Lodewijk van Heiden). Το μνημείο είναι έργο του γλύπτη Θωμά Θωμόπουλου (1873–1937) και τα αποκαλυπτήρια του έγιναν το 1930, αν και ολοκληρώθηκε το 1933.[67]
6 Οκτωβρίου 1828: Η Απελευθέρωση της Πύλου και η οικοδόμηση της σημερινής πόλης

Κύριο λήμμα: Εκστρατεία του Μοριά

Στις 6 Οκτωβρίου 1828, η Πύλος απελευθερώθηκε από τα γαλλικά στρατεύματα του στρατάρχη Νικολάου-Ιωσήφ Μαιζώνος (Nicolas-Joseph Maison) κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Εκστρατείας στον Μοριά (Expédition de Morée).[34][68] Η αποστολή αυτού του Γαλλικού εκστρατευτικού σώματος 15.000 ανδρών, που στάλθηκε από τον βασιλιά της Γαλλίας Κάρολο Ι΄ στην Πελοπόννησο μεταξύ των ετών 1828 και 1833, είχε ως σκοπό την υλοποίηση της εφαρμογής της Συνθήκη του Λονδίνου του 1827, της συμφωνίας σύμφωνα με την οποία οι Έλληνες θα μπορούσαν να έχουν κράτος. Τα γαλλικά στρατεύματα έτσι απελευθέρωσαν τον Οκτώβριο του 1828 τις πόλεις του Ναβαρίνου, της Μεθώνης, της Κορώνης και της Πάτρας από τον αιγυπτιακό στρατό που είχε προξενήσει τεράστιες καταστροφές στις καλλιέργειες, στις πόλεις και στα χωριά.[69]
Συνάντηση του Στρατάρχη Μαιζώνος με τον Ιμπραήμ Πασά το 1828 στο Ναβαρίνο (από τον Ζαν-Σαρλ Λανγκλουά)

Από την άνοιξη του 1829, η σημερινή Πύλος οικοδομήθηκε εκ νέου, ακριβώς έξω από τα τείχη του Νεοκάστρου, με σχεδιασμό σύγχρονης πόλης που ακολουθούσε το πρότυπο των πόλεων της νοτιοδυτικής Γαλλίας και των Επτανήσων (που μοιράζονται κοινά στοιχεία, όπως μια κεντρική πλατεία σε γεωμετρικό σχήμα, οπού οι τρεις πλευρές περικλείονται από καλυμμένες γκαλερί ή στοές με κιονοστοιχίες και τοξωτά ανοίγματα όπως στην Πύλο και στην Κέρκυρα).[69] Το πολεοδομικό σχέδιο είχε όντως σχεδιαστεί από τον Γάλλο αντισυνταγματάρχη του μηχανικού της εκστρατείας του Μοριά, τον Ζοζέφ-Βίκτωρ Οντουά (Joseph-Victor Audoy). Αυτό το σχέδιο εγκρίθηκε από τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια στις 15 Ιανουαρίου 1831 και είναι έτσι το δεύτερο (μετά αυτό της Μεθώνης) πολεοδομικό σχέδιο πόλης στην ιστορία του νεοελληνικού κράτους.[70] Οι οχυρώσεις του Νεόκαστρο επισκευάστηκαν, ένα στρατώνας χτίστηκε (το κτίριο Μαιζώνος, στο οποίο βρίσκεται σήμερα το Αρχαιολογικό Μουσείο της Πύλου), πολλές βελτιώσεις για την πόλη έγιναν (κατασκευή σχολείων, νοσοκομείων, εκκλησιών, ταχυδρομικών υπηρεσιών, καταστημάτων, γεφυρών, πλατειών, κρηνών, κήπων, κλπ.), το παλαιό οθωμανικό υδραγωγείο, που έμεινε ερειπωμένο μέχρι το 1828, επισκευάστηκε και συντηρήθηκε (χρησιμοποιήθηκε για την ύδρευση της Πύλου μέχρι το 1907), και ο δρόμος Ναβαρίνο-Μεθώνη, ο πρώτος της ανεξάρτητης Ελλάδας (που χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα), επίσης χτίστηκε από τους Γάλλους μηχανικούς.[69]

Μέρος της αποστολής αυτής ήταν και 19 επιστήμονες, η « Επιστημονική Αποστολή του Μοριά » (Mission Scientifique de Morée), οι οποίοι χαρτογράφησαν την Πελοπόννησο και τα νησιά του Αιγαίου, μελέτησαν τα αρχαία μνημεία και περιέγραψαν τα αποτελέσματα των ερευνών τους σε βιβλία που δίνουν σημαντικές πληροφορίες για την εποχή. Σύμφωνα με αυτούς, η περιοχή της επαρχίας του Ναβαρίνου, με βάση την γαλλική απογραφή του 1829 είχε συνολικά 1.596 κατοίκους.[71] Μερικοί Γάλλοι έμποροι και Γάλλοι αξιωματικοί της εκστρατείας του Μοριά, που παρέμειναν μόνιμα στην πόλη με τις οικογένειες τους μετά την επιστροφή των στρατευμάτων στη Γαλλία το 1833, εγκαταστάθηκαν σε μια μικρή συνοικία στα βόρεια της πόλης, κοντά σε μια καθολική εκκλησία που δεν υπάρχει πια σήμερα. Αυτή η περιοχή εξακολουθεί σήμερα να ονομάζεται Φραγκομαχαλάς ή Φραγκοκλησά.[69] Οι Γάλλοι είχαν πάντα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την πόλη και αυτή την εποχή οι μεγαλύτεροι Γάλλοι συγγραφείς έγραψαν κείμενα αφιερωμένα στο Ναβαρίνο, όπως οι Φρανσουά-Ρενέ ντε Σατωμπριάν (το 1806),[72] Εζέν Συ (το 1827),[73] Βίκτωρ Ουγκώ (το 1827),[74] Εντγκάρ Κινέ (το 1830)[75] ή Αλφόνς ντε Λαμαρτίν (το 1832).[76]
Νεότερη ιστορία

Το 1833, μετά την αποχώρηση των Γάλλων, το όνομα « Πύλος » δόθηκε στη νέα πόλη του Ναβαρίνου (για να θυμίζει την ομώνυμη ομηρική πολιτεία) με βασιλικό διάταγμα του νεοσυσταθέντος βασιλιά της Ελλάδας, τον Όθωνα Α΄.[69][77] Το 1835 ορίστηκε έδρα του Δήμου Πυλίων. Ο Δήμος Πυλίων σχηματίστηκε με το βασιλικό διάταγμα της 9ης Απριλίου 1835 και κατατάχθηκε στην Γ΄ τάξη των δήμων, με πληθυσμό 782 κατοίκους. Ο δημότης της Πύλου ονομάστηκε Πύλιος. Το 1844 η Πύλος αναφερόταν πάντως ακόμα και με την παλαιότερη ονομασία, ως Νεόκαστρον και Καλύβια. Η Πύλος υπήρξε έδρα κοινότητας στο διάστημα μεταξύ 1912-1946 και έδρα του πρώην δήμου Πύλου στο διάστημα μεταξύ 1946-2010.[78] Από το 2011 αποτελεί έδρα του νέου Δήμου Πύλου – Νέστορος.
Διοικητική ιστορία–Δημογραφικά
Ο Γρύπας που χρησιμοποιείται σήμερα ως σφραγίδα και σύμβολο για τον Δήμο Πύλου – Νέστορος. Βρέθηκε από τον Καρλ Μπλέγκεν το 1963 σε τάφο κοντά στην Πύλο (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας)
Επαρχία Πυλίας (1833-1997)

Κύριο λήμμα: Επαρχία Πυλίας

Η Επαρχία Πυλίας, δημιουργήθηκε αρχικά, με την διοικητική διαίρεση του 1833 ως μία από τις έξι αρχικά επαρχίες του νομού Μεσσηνίας.[79] Καταργήθηκε στην συνέχεια με την διοικητική διαίρεση του 1836 η οποία κατήργησε προσωρινά το νομαρχιακό σύστημα και επανασυστάθηκε το 1848 ως μια από τις τέσσερις επαρχίες του νομού Μεσσηνίας. Παρέμεινε αμετάβλητη μέχρι το 1997, οπότε και καταργήθηκε με το σχέδιο Καποδίστριας. Έδρα της ήταν η Πύλος και η επαρχία αυτή καταλάμβανε το νότιο-νοτιοδυτικό τμήμα της της Μεσσηνίας.
Παλαιός Δήμος Πύλου (1835–1912)

Η Πύλος[80] προσαρτήθηκε το 1835,[81] στον παλαιό Δήμο Πύλου,[82] ή Δήμο Πυλίων, όπως αναφερόταν, όπου και παρέμεινε ως το 1912 που ο δήμος αυτός καταργήθηκε. Μαζί με την Πύλο, το 1835, προσαρτήθηκε και οικισμός Πύλα, ενώ 5 χρόνια αργότερα, το 1840,[83] προσαρτήθηκαν στον παλαιό δήμο Πύλου οι οικισμοί Καντηλιοκέρι, Καραμανώλη, Κουκκουνάρα, Λέζαγα και Χανδρινός (οι οποίοι αποσπάσθηκαν από τον παλαιό Δήμο Αιγαλαίου), Αβαρινίτσα (που αποσπάσθηκε από τον παλαιό Δήμο Πηδάσσου), Γουβαλοβαρός, Ίκλενα, Ιχθυοτροφείον της Γιάλοβας, Μύλος του Καλέλη, Μύλος Καραμανώλη, Μύλος Πισπίσια, Οσμάναγα, Άνω Παπούλιον, Κάτω Παπούλιον, Πετροχώρι, Πλάτανος, Πισάσκι, Ρωμανός και Σχινόλακκα (που αποσπάσθηκαν από τον παλαιό Δήμο Κορυφασίου). Το 1845[84] προασαρτώνται στον παλαιό Δήμο Πυλίων ο νέος οικισμός Παπούλια και ο οικισμός Κυνηγός ((που αποσπάσθηκε από τον παλαιό Δήμο Μεθώνης), ενώ την ίδια περίοδο καταργήθηκαν οι οικισμοί Αποθήκη της Γιάλοβας, Ιχθυοτροφείον της Γιάλοβας, Μύλος του Καλέλη, Μύλος Καραμανώλη, Μύλος Πισπίσια, Μύλος Χουσεΐναγα, Νήσος Σφακτηρία, Άνω Παπούλιον και Κάτω Παπούλιον. Η Πύλος αναφέρεται, το 1853, επίσης σαν «Πύλος (Νεόκαστρον) και Καλύβια», στον β΄ τόμο των «Ελληνικών» του Ιάκωβου Ρίζου Ραγκαβή, ως «κωμόπολις έδρα» του Δήμου Πύλου της Επαρχίας Πυλίας με πληθυσμό 924 κατοίκων για την κωμόπολη και 3.017 κατοίκων για τον Δήμο Πύλου αντίστοιχα, με βάση την απογραφή του 1851.[85] Το 1889[86] προσαρτάται στον παλαιό Δήμο Πυλίων ο νέος οικισμός Παληονερό και καταργείται ο οικισμός Μονή του Αγίου Νικολάου, ενώ το 1908[87] προσαρτώνται στον παλαιό Δήμο Πυλίων οι νέοι οικισμοί Γιάλοβα, Μπαλοδημέϊκα και Σγράπα και επίσης καταργείται ο οικισμός Γουβαλοβαρός. Το 1912 ο παλαιός Δήμος Πυλίων καταργήθηκε και συστάθηκε η Κοινότητα της Πύλου (1912-1946).
Κοινότητα Πύλου (1912–1946)

Το 1912 η Πύλος αποσπάται από τον παλαιό Δήμο Πύλου, ο οποίος τότε καταργείται και γίνεται έδρα της Κοινότητας Πύλου. Η Πύλος παρέμεινε έδρα της ομώνυμης κοινότητας, από το 1912 ως το 1946, που αναγνωρίζεται επίσημα ξανά ο πρώην Δήμος Πύλου. Μαζί με την Πύλο στην Κοινότητα Πύλου προσαρτώνται και οι οικισμοί Γιάλοβα, Παληονερό και Πύλα, ενώ το 1919[88] προσαρτάται στην Κοινότητα Πύλου ο οικισμός Μπαλοδημέϊκα (αποσπάσθηκε από την Κοινότητα Χανδρινού), Σγράπα (αποσπάσθηκε από την Κοινότητα Ικλένης) και Σχινόλακκα (αποσπάσθηκε από την Κοινότητα Κουκκουνάρας). Το 1933[89] οι οικισμοί Πύλα και Μπαλοδημέϊκα αποσπώνται από την Κοινότητα Πύλου και προσαρτώνται στην Κοινότητα Πύλας, ενώ το 1940[90] η ονομασία του οικισμού Παληονερό διορθώνεται σε Παλαιόνερον και αναγνωρίζονται επίσης ως νέοι οικισμοί της Κοινότητας Πύλου η Σφακτηρία (νησίς) και Πύλος (νησίς). Στην απογραφή του 1940 η κωμόπολη της Πύλου αναφέρεται εκτός παρενθέσεως με το επίσημο όνομά της ως η Πύλος και εντός παρενθέσεως ως το Ναυαρίνον και ως το Νέον Κάστρον. Το 1946[91] η Κοινότητα της Πύλου αναγνωρίζεται στον πρώην Δήμο Πύλου (1946–2010).
Πρώην Δήμος Πύλου (1946–2010)