Σαλαμίνα Ιστορία

Σαλαμίνα

Η Σαλαμίνα είναι η πατρίδα του ομηρικού βασιλιά Αίαντα του Τελαμώνιου και του τραγικού ποιητή Ευριπίδη. Εγινε διεθνώς γνωστή από την ομώνυμη ναυμαχία, που συνέβη το 480 πΧ ανάμεσα στους Ελληνες και την Περσική αυτοκρατορία, το αποτέλεσμα της οποίας ήταν η νίκη των Ελλήνων και το οριστικό τέλος στα σχέδια των Περσών να εξαπλωθούν στην Ευρώπη.

Στην Σαλαμίνα έμεινε ο ποιητής Αγγελος Σικελιανός, από το 1933 έως το 1950 απέναντι από το μοναστήρι της Παναγίας Φανερωμένης. Ο θρυλικός αγωνιστής της Ελληνικής επανάστασης, Γεώργιος Καραισκάκης, είχε το στρατηγείο του στην παραλία της Σαλαμίνας, προστάτης του ήταν ο Αγιος Δημήτρης, για αυτό και τελευταία του επιθυμία ήταν να ταφεί στο νησί. Στις ΒΑ ακτές της νήσου βρίσκονται οι εγκαταστάσεις του ναυστάθμου Σαλαμίνας.

Σύμφωνα με την μυθολογία, το νησί πήρε την ονομασία του από τη νεράιδα Σαλαμίνα, που είχε πατέρα τον θεό Ασωπό, μητέρα την Μετώπη, αδελφή την νεράιδα Αίγινα και σύζυγο τον θεό της θάλασσας Ποσειδώνα. Το όνομα Σαλαμίς, μαρτυρείται ήδη στο Ομηρικό έπος. Κατά την αρχαιότητα και σύμφωνα με τον ιστορικό γεωγράφο Στράβωνα, η Σαλαμίνα ήταν γνωστή με τις ονομασίες Σκιράς (από τον ήρωα Σκίρο) Πιτυούσα (πίτυς, πεύκο) από τα πολλά πεύκα που υπήρχαν και Κυχρεία από τον Κυχρέα, ο οποίος ήταν γιος της νεράιδας Σαλαμίνας.

Ο Κυχρέας έγινε ο πρώτος μυθικός βασιλιάς της Σαλαμίνας, όταν την απάλλαξε από έναν φοβερό δράκοντα, που την καταδυνάστευε και την λεηλατούσε. Αλλες παραδόσεις συνδέουν τον Κυχρέα με ένα ιερό φίδι, που βοήθησε τον Ελληνικό στόλο κατά τη διάρκεια της ναυμαχίας της Σαλαμίνας, προκαλώντας σύγχυση στα Περσικά πλοία. Το νησί είναι επίσης γνωστό από την αρχαιότητα και με την ονομασία Κούλουρη, που προέρχεται από το ακρωτήριο Κόλουρις άκρα (σήμερα Πούντα) στο οποίο ήταν χτισμένη η αρχαία πόλη και το λιμάνι του 4ου αιώνα πΧ

Σύμφωνα με τον Σπυρίδωνα Λάμπρο, το όνομα Σαλαμίνα δεν είναι Ελληνικό. Το συναντάμε και στην Κύπρο (στην ομώνυμη πόλη κράτος Σαλαμίνα Κύπρου) την οποία ίδρυσαν άποικοι με αρχηγό τον Τεύκρο. Επίσης, απο το γεγονός ότι στο νησί συναντάμε την λατρεία του Δία Επικοίνιου (Ba Al Shalam) γίνεται φανερό ότι έχει Σημιτική ρίζα και σημαίνει ειρήνη και τόπος ειρήνης.

Στους αρχαιότατους χρόνους το νησί υπήρξε αυτόνομο Μυκηναικό βασίλειο, με βασιλείς από τον οίκο των Αιακιδών (ο Αιακός ήταν μυθικός βασιλιάς της Αίγινας γιος του Δία και της νεράιδας Αίγινας) Γνωστός βασιλιάς αυτού του οίκου ήταν ο Τελαμώνας, γιος του Αιακού. Σύμφωνα με τη μυθολογία, ο Τελαμώνας έφυγε από την Αίγινα, διότι είχε δολοφονήσει τον ετεροθαλή αδερφό του Φώκο και πήγε στη Σαλαμίνα, όπου νυμφεύτηκε την κόρη του Κυχρέα, Γλαύκη και έγινε βασιλιάς της Σαλαμίνας. Από το γάμο τους δεν απέκτησαν παιδιά.

Μετά τον θάνατο της Γλαύκης, ο Τελαμώνας νυμφεύτηκε δύο γυναίκες, την Ερίβοια και την Ησιόνη. Με την πρώτη απέκτησε τον Αίαντα που σημαίνει αετός, ενώ με τη δεύτερη τον Τεύκρο. Στον Τρωικό πόλεμο, ο Αίαντας έλαβε μέρος με 12 καράβια μαζί με τον Τεύκρο. Μετά το θάνατο του Αίαντα στην Τροία, ο Τεύκρος γύρισε στη Σαλαμίνα, αλλά οργισμένος και θυμωμένος ο πατέρας του Τελαμώνας, τον έδιωξε από το νησί, γιατί δεν εκδικήθηκε το χαμό του αδερφού του και δεν έφερε τα λείψανά του στην πατρίδα του.

Ο Τεύκρος με τους συντρόφους του έφτασε με πλοία στις ανατολικές ακτές της Κύπρου, όπου και ίδρυσε πόλη, την οποία και ονόμασε Σαλαμίνα εις μνήμη της γενέτειράς του. Η πόλη αυτή μετέπειτα ονομάστηκε Κωνσταντία και βρίσκεται περίπου στον χώρο της σημερινής κατεχόμενης Αμμοχώστου. Η αυτονομία της νήσου Σαλαμίνας καταργήθηκε, όταν ο Φιλαίος (Φίλαιος) εγγονός του Αίαντα και γιος του Ευρυσάκη, παρέδωσε το νησί στην κυριαρχία των Αθηναίων. Για την πράξη του αυτή, οι Αθηναίοι τον αναγνώρισαν ως Αθηναίο πολίτη.

Η Σαλαμίνα ανήκε στους Μεγαρείς, από το 640 πΧ έως το 570 πΧ Την περίοδο εκείνη ο Αθηναίος νομοθέτης Σόλωνας έγραψε την πολεμική ελεγεία με τίτλο Σαλαμίς, με απώτερο στόχο να διεγείρει τον πατριωτισμό των συμπολιτών του, ώστε να ανακαταλάβουν το νησί. Τελικά και μετά από εικοσαετή πόλεμο, μεταξύ Αθηναίων και Μεγαρέων, η Σαλαμίνα περιήλθε εκ νέου στην κυριαρχία των Αθηναίων μέχρι το έτος 318 πΧ

Η ναυμαχία της Σαλαμίνας διεξήχθη στις 22 Σεπτεμβρίου του 480 πΧ μεταξύ των αρχαίων Ελληνικών πόλεων κρατών και της Περσικής αυτοκρατορίας. Αποτέλεσε σημαντική σύγκρουση της δεύτερης Περσικής εισβολής στην Ελλάδα, η οποία άρχισε το 480 πΧ Στη μάχη των Θερμοπυλών, η οπισθοφυλακή των Ελλήνων διαλύθηκε, ενώ στη ναυμαχία του Αρτεμισίου οι Ελληνες υπέστησαν βαριές απώλειες και υποχώρησαν μετά την ήττα στις Θερμοπύλες. Αυτό επέτρεψε στους Πέρσες να καταλάβουν τη Βοιωτία και την Αττική. Οι Σύμμαχοι ετοιμάστηκαν να υπερασπιστούν τον Ισθμό της Κορίνθου καθώς ο στόλος αποσύρθηκε στο κοντινό νησί της Σαλαμίνας. Παρά την αριθμητική υπεροχή του αντιπάλου, ο Θεμιστοκλής έπεισε τους Ελληνες συμμάχους να ξαναντιμετωπίσουν σε μάχη τον Περσικό στόλο, με την ελπίδα ότι η νίκη θα απέτρεπε περαιτέρω θαλάσσιες επιχειρήσεις κατά της Πελοποννήσου.

Ο Πέρσης βασιλιάς Ξέρξης Α ήταν επίσης αποφασισμένος για την τελική σύγκρουση. Ως αποτέλεσμα τεχνάσματος του Θεμιστοκλή, ο Περσικός στόλος έπλευσε για τα στενά της Σαλαμίνας και προσπάθησε να κλείσει και τις δύο εισόδους. Στον περιορισμένο χώρο των στενών της Σαλαμίνας οι μεγάλοι αριθμοί των Περσικών πλοίων ήταν πρόβλημα, καθώς τα πληρώματά τους δεν μπορούσαν να πολεμήσουν με ελιγμούς. Αξιοποιώντας την ευκαιρία, ο Ελληνικός στόλος διαμορφώθηκε σε μια γραμμή και πέτυχε σημαντική νίκη, καταστρέφοντας 300 περσικά πλοία.

Ως αποτέλεσμα ο Ξέρξης υποχώρησε στην Ασία με το μεγαλύτερο μέρος του στρατού του και τον επόμενο χρόνο, τα απομεινάρια του Περσικού στρατού ηττήθηκαν αποφασιστικά στη μάχη των Πλαταιών. Οι μάχες στη Σαλαμίνα και στις Πλαταιές σηματοδότησαν την αρχή της νέας φάσης των ΕλληνοΠερσικών πολέμων, οι Ελληνικές πόλεις άρχισαν την αντεπίθεση. Μερικοί ιστορικοί πιστεύουν ότι σε περίπτωση Περσικής νίκης θα σταματούσε η ανάπτυξη της αρχαίας Ελλάδας, καθώς και του δυτικού πολιτισμού και οδηγούνται στο συμπέρασμα ότι η Σαλαμίνα ήταν μια από τις πιο σημαντικές μάχες στην ανθρώπινη ιστορία.

Το 318 πΧ η Σαλαμίνα καταλήφθηκε από τους Μακεδόνες και συγκεκριμένα από τον Κάσσανδρο, έναν από τους επιγόνους του Μ Αλεξάνδρου. Αρκετά χρόνια αργότερα, το 229 πΧ ο αρχηγός της Αχαικής Συμπολιτείας, Αρατος, την παρέδωσε εκ νέου στους Αθηναίους. Από τότε η Σαλαμίνα ακολούθησε, κατά κανόνα, την τύχη της Αθήνας και της υπόλοιπης Ελλάδας σε όλες της φάσεις της πολυκύμαντης ιστορίας της.

Ρωμαική ΠρωτοΒυζαντινή περίοδος (2ος πΧ – 7ος μΧ) Σύμφωνα με τον περιηγητή της αρχαιότητας, Παυσανία, στην εποχή του (τέλη του 2ου μΧ) η αρχαία πόλη της Σαλαμίνας (σημερινά Αμπελάκια) είχε εγκαταλειφθεί, καθόσον ο ίδιος διαπίστωσε ερείπια στην αγορά της. Οι κάτοικοι που την εγκατέλειψαν, εγκαταστάθηκαν σε άλλα σημεία του νησιού.

Από τα υπάρχοντα αρχαιολογικά στοιχεία της Σαλαμίνας, τεκμαίρεται η ύπαρξη δύο οικισμών κατά τη διάρκεια αυτής της χιλιετίας, ενός στη νότια πλευρά, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται το χωριό Αιάντειο και ενός άλλου στη βόρεια πλευρά, όπου είναι η σημερινή πόλη της Σαλαμίνας. Αξιομνημόνευτο είναι το γεγονός ότι, επί εποχής Ιουστινιανού (527 – 565) η Σαλαμίνα κατατασσόταν μεταξύ των πόλεων της Βυζαντινής αυτοκρατορίας.

Χαρακτηριστικό στοιχείο της περιόδου 9ος – 12ος αιώνας, αποτελεί, όχι μόνο για τη Σαλαμίνα αλλά και για όλο τον Ελλαδικό χώρο, η ύπαρξη τοπικών δυναμικών αρχόντων γαιοκτημόνων, που εκμεταλλεύονταν τη γη, δημιουργώντας τοπικούς χώρους εξουσίας, η οποία είτε τους αποδόθηκε με αυτοκρατορική παραχώρηση (πρόνοιες) είτε οι ίδιοι την οικειοποιήθηκαν με άλλο τρόπο.

Μετά το τέλος της Δ Σταυροφορίας (1202 – 1204) και την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους, η Σαλαμίνα περιήλθε στην κυριαρχία των Βενετών και το έτος 1294 παραδόθηκε από το Γκύ Ντε Λα Ρος στον άρχοντα της Ευβοίας Βονιφάτιο, από την Βερόνα. Στην περίοδο εκείνη ανάγεται το κτίσιμο του αρχικού ναού της Παναγίας Φανερωμένης. Στη συνέχεια και κατά τη διάρκεια του 14ου αιώνα, η Σαλαμίνα περιήλθε διαδοχικά στην κυριαρχία των Καταλανών (1311) της Βυζαντινής αυτοκρατορίας (1319) των Καταλανών εκ νέου (1350) και του Φλωρεντινού οίκου των Ατσαγιόλι (1388) Στα τέλη του 14ου αιώνα αποικίστηκε από Αρβανίτες.

Λίγα χρόνια μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τον Μωάμεθ Β (1453) οι Τούρκοι κυρίευσαν τη Σαλαμίνα (1462) Επί Τουρκοκρατίας, η κοινωνική και οικονομική ζωή ατόνησε και αποκαλείται έκτοτε Κούλουρη. Τα ιστορικά στοιχεία για τα πρώτα διακόσια χρόνια αυτής της περιόδου (1450 – 1650) είναι ελάχιστα εως ανύπαρκτα.

Στα μέσα του 17ου αιώνα επισκέφθηκαν τη Σαλαμίνα δύο σημαντικές προσωπικότητες. Το 1640 ο Μεγαρίτης Λάμπρος Κανέλλος (μετέπειτα Οσιος Λαυρέντιος) ο οποίος το 1682 επανίδρυσε, ή κατα άλλους ανακαίνισε, το καθολικό της Μονής Φανερωμένης και το 1674 ο Αγγλος πρόξενος Τζίν Σιρόντ. Ο τελευταίος, σε σχετική έκθεσή του, έγραφε: Στο νησί υπάρχουν τρία χωριά: το ένα ονομαζόμενο Κούλουρη (σημερινή πόλη Σαλαμίνας) το άλλο Μητρόπολη (πρόκειται περί του Αιαντείου) και το Αμπελάκι. Σε όλο το νησί δεν υπάρχουν παρά εξακόσιες ψυχές, εν μέρει Ελληνες εν μέρει Αρβανίτες.

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1688 ο Ελληνικός πληθυσμός της νήσου ενισχύθηκε με την αναγκαστική μετακίνηση Αθηναικών οικογενειών προς τη Σαλαμίνα, λόγω της παρουσίας σε ολόκληρη την Αττική, των Ενετών, με επικεφαλής το Φραγκίσκο Μοροζίνη. Η μετακίνηση αυτή έδωσε πνοή ανάπτυξης και προόδου στο νησί, δημιουργώντας τις προυποθέσεις για την συμμετοχή της Σαλαμίνας στα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δρώμενα εκείνης της εποχής. Μιας εποχής, όπου οι δραστηριότητες του νεοελληνικού διαφωτισμού οδήγησαν στην πνευματική αφύπνιση του Ελληνικού γένους, που είχε ως αποτέλεσμα την επανάσταση του 1821 και την απελευθέρωση των Ελλήνων από τον Οθωμανικό ζυγό.

Απόρροια αυτής της ανάπτυξης ήταν, η Σαλαμίνα, κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα, να διαθέτει αρκετά μικρά πλοιάρια. Πολλά απο αυτά έλαβαν μέρος στην Ελληνική επανάσταση του 1769 – 1770 που εκδηλώθηκε μετά από υποκίνηση των Ρώσων και έμεινε γνωστή στην ιστορία ως Ορλωφικά. Παρ όλη την ατυχή έκβαση των Ορλωφικών, ο ατρόμητος αγωνιστής εκείνης της περιόδου Μητρομάρας συνέχισε μόνος του τον αγώνα της ανεξαρτησίας και το Φεβρουάριο του 1771 ύψωσε στην Σαλαμίνα τη Ρωσική σημαία της επανάστασης. Στην πρώιμη και ατελέσφορη αυτή προσπάθεια αποτίναξης του Οθωμανικού ζυγού, το μοναδικό επίτευγμα ήταν η καταστροφή του Τουρκικού στόλου στο Τσεσμέ (1770) από το Ρωσικό ναυτικό, γεγονός που ανάγκασε τους Οθωμανούς να υπογράψουν το 1774 τη συνθήκη του Κιουτσούκ – Καιναρτζή.