Σαντορίνη Ιστορία

Σαντορίνη

Το 726 μχ έγινε έκρηξη στη βορειοανατολική πλευρά της Παλαιάς Καμένης και εμφανίστηκε νέο νησί, το οποίο γρήγορα ενώθηκε με αυτήν. Η έκρηξη θεωρήθηκε ως δείγμα θεικής οργής κατά του αυτοκράτορα του Βυζαντίου Λέοντος Γ του Ισαύρου, ο οποίος ήταν εικονομάχος.

Οι αντίπαλοι του αυτοκράτορα χρησιμοποίησαν το γεγονός για να υποκινήσουν εξέγερση, η οποία τελικά εκδηλώθηκε το 727 τόσο στις Κυκλάδες όσο και στην υπόλοιπη Ελλάδα, καθώς και στην Βενετία. Αρχηγός της επανάστασης ήταν ο τουρμάρχης της Ελλάδας Αγαλλιανός και ο Στέφανος. Οι επαναστάτες όρισαν άλλο αυτοκράτορα, έναν Κρητικό που ονομαζόταν Κοσμάς, και πλεύσανε προς την Κωνσταντινούπολη. Ο στόλος καταστράφηκε με το υγρό πυρ στις 18 Απριλίου του 727 ενώ από τους αρχηγούς της επαναστάσεως, ο μεν Αγαλλιανός ρίχτηκε στη θάλασσα, οι δε Στέφανος και Κοσμάς παραδόθηκαν και αποκεφαλίσθηκαν.

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204 ο Μάρκος Σανούδος ίδρυσε το δουκάτο του Αιγαίου με έδρα την Νάξο (1207) Τα υπόλοιπα νησιά που περιλάμβανε το δουκάτο του Αιγαίου ή δουκάτο της Νάξου, ήταν η Σύρος, η Κίμωλος, η Μήλος, η Ιος, η Θήρα και η Ανάφη. Η Θήρα και η Θηρασία παραχωρήθηκαν στον Ιάκωβο Μπαρρότσι και παρέμειναν στην οικογένεια αυτή, με μικρά διαλείμματα, ως το 1480 Τότε η Θήρα δόθηκε ως προίκα από τον δούκα της Νάξου Ιάκωβο Γ Κρίσπι στην κόρη του Φιορέντσα και στον σύζυγό της Δομίνικο Πιζάνι, γιο του δούκα της Κρήτης. Το νησί, λίγο μετά το θάνατο του Ιακώβου Κρίσπι, καταλήφθηκε από τον αδελφό του Ιωάννη και προσαρτήθηκε στη Νάξο. Κατά τους χρόνους της άλωσης της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς, πολλές Ελληνικές χώρες παρέμεναν κάτω από Λατινική κυριαρχία.

Κατά το 1537 η Θήρα, ακολουθώντας την μοίρα και των άλλων νησιών του Αιγαίου, δέχτηκε τις επιδρομές του Χαιρεντίν Μπαρμπαρόσσα. Ο Μπαρμπαρόσα απέσπασε την Κέα, τη Μύκονο και τη Θήρα από τη Λατινική κυριαρχία και ανάγκασε τους δυνάστες των νησιών να αναγνωρίσουν την επικυριαρχία του Σουλτάνου. Η Θήρα περιήλθε τελικά στους Τούρκους το 1566 με εξαίρεση το καστέλι του Ακρωτηρίου, το οποίο πέρασε στα χέρια των Τούρκων το 1617 Οταν το 1579 πέθανε ο ΙσπανοΕβραίος Ιωσήφ Νασί, στον οποίο είχαν παραχωρηθεί οι Κυκλάδες από την Υψηλή Πύλη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, οι νησιώτες έστειλαν πρεσβεία στο σουλτάνο Μουράτ Γ (1574 – 1595) για να ζητήσουν χορήγηση προνομίων. Στους απεσταλμένους των νησιών ανήκαν και εκπρόσωποι της Σαντορίνης. Με ορισμό που εκδόθηκε το 1580 στα νησιά των Κυκλάδων παραχωρήθηκαν σημαντικά προνόμια, τα οποία ανανεώθηκαν το 1628 – 1629 και αργότερα. Το καθεστώς των προνομίων βοήθησε στην οργάνωση συστήματος αυτοδιοίκησης και στην ανάπτυξη εμπορικής δραστηριότητας σε αυτά.

Παρά το άγονο έδαφος και τους καταστρεπτικούς σεισμούς, το νησιωτικό σύμπλεγμα της Σαντορίνης, όπως επικράτησε να ονομάζεται κατά την Βενετοκρατία, παρουσίασε επίδοση στη γεωργία και στη ναυτιλία. Το 1770 ο πληθυσμός του νησιού έφθανε τους 9000 και όπως προκύπτει από το ποσό του φόρου που κατέβαλλε το νησί, πρέπει να ήταν ευπορότερο σε σύγκριση με τα άλλα. Στις αρχές του 19ου αιώνα η οικονομική ευρωστία του νησιού συνεχιζόταν, όπως επίσης και η επίδοση στο ναυτικό. Το 1807 κατά τη ναυτολογία που πραγματοποίησε η Πύλη, για την αντιμετώπιση των αναγκών της, στη διάρκεια του ΡωσοΤουρκικού πολέμου, η Θήρα υποχρεώθηκε να αποστείλει στον τουρκικό ναύσταθμο 50 ναύτες, όσους δηλαδή και η Μύκονος, γεγονός που φανερώνει τη μεγάλη ανάπτυξη του ναυτικού του νησιού. Ανάπτυξη παρατηρήθηκε επίσης κατά τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας και στην παιδεία, ενώ η μονή του Προφήτη Ηλία στο νησί αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα μοναστηριακά κέντρα των Κυκλάδων.

Στα τέλη Απριλίου του 1821 μετά από παραγγελία του Υψηλάντη, οι Θηραίοι έστειλαν στις Σπέτσες 71 ναύτες με έναν ιερέα και τον προεστώτα Νικόλαο Δεκαζά για να υπηρετήσουν στα Σπετσιώτικα πλοία που ήδη είχαν αρχίσει τον επαναστατικό αγώνα. Στις 5 Μαίου του 1821 κατά την εορτή της πολιούχου του νησιού Αγίας Ειρήνης, ο καπετάνιος Ευάγγελος Ματζαράκης, επίτροπος του Υψηλάντη, σήκωσε την σημαία της επανάστασης στην Σαντορίνη. Μετά από αυτό οι κάτοικοι έδιωξαν τον αρχιεπίσκοπο Ζαχαρία από την αρχιεπισκοπή του επειδή κατά την τελετή της κήρυξης της επανάστασης καθόταν ήσυχος στο σπίτι του και για αυτό θεωρήθηκε από μερικούς Τουρκόφιλος. Αργότερα, λαικοί και κληρικοί, βεβαιώνοντας την αγάπη του προς το λαό και την πατρίδα, ζήτησαν την επάνοδό του, κάτι που έγινε δεκτό από τον κυβερνήτη Υψηλάντη.

Μετά την απελευθέρωση της Σαντορίνης και την ένταξή της στο νεοσύστατο Ελληνικό κράτος το 1830 η κύρια πηγή εισοδήματος ήταν το εμπόριο και η ναυτιλία. Το 1852 η Σαντορίνη, με 7222 κατοίκους είναι το δεύτερο σημαντικότερο εμπορικό κέντρο μετά την Σύρο στις Κυκλάδες, με συναλλαγές κυρίως με την Ρωσία, η οποία είναι η κύρια χώρα εισαγωγής Σαντορινιού κρασιού. Μια άλλη σημαντική πηγή εισοδήματος ήταν η καλλιέργεια αγροτικών προιόντων.

Το ηφαίστειο της Σαντορίνης άρχισε να εκρήγνυται τις 26 Ιανουαρίου 1866 Πριν την έκρηξη παρατηρήθηκε αύξηση της θερμοκρασίας των νερών κοντά στη νέα Καμένη. Η έκρηξη περιλάμβανε την έκχυση λάβας και τη δημιουργία δόμων. Ενας σεισμός 6.1 Ρίχτερ έλαβε χώρα στις 30 Ιανουαρίου και προκάλεσε ζημίες σε 50 σπίτια και δύο εκκλησίες. Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, η έκρηξη τελείωσε στις 15 Οκτωβρίου 1870 Η έκρηξη έλαβε χώρα στο κρατήρα του Αγίου Γεωργίου και της Αφρόεσσας, δημιούργησε τις νησίδες του Μαίου που σήμερα έχουν καταβυθιστεί και τριπλασίασε την έκταση της Παλαιάς Καμένης.

Στις 28 Ιουλίου 1925 παρατηρήθηκαν σεισμικές δονήσεις, προειδοποιώντας τους κατοίκους ότι μια έκρηξη επίκειται. Στην περιοχή των Κόκκινων Νερών, ανάμεσα στις νησίδες Νέα και Μικρή Καμένη, η θερμοκρασία της θάλασσας αυξήθηκε και η θάλασσα άλλαξε χρώμα. Η έκρηξη ξεκίνησε τις 25 Αυγούστου με φρεατικές εκρήξεις, ενώ αργότερα παρατηρήθηκαν εκρηκτικές στήλες με ηφαιστειακή στάχτη που έφτασε σε ύψος 3.5 χιλιομέτρων. Η δραστηριότητα επικεντρώθηκε στον ηφαιστειακό δόμο Δάφνη, από όπου εκχύθηκε λάβα και οδήγησε στην ένωση της Νέας και της Μικρής Καμένης. Η πρώτη φάση της έκρηξης τελείωσε το 1926 Ενας δεύτερος, μικρότερος δόμος που σχηματίστηκε σε νέα έκρηξη το 1928 πήρε το όνομα Ναυτίλο. Το ηφαίστειο εξερράγει ξανά το 1939 και δημιούργησε τους δόμους Τρίτωνα, Κτενά κα Φουκέ και τις ροές λάβας Σμιθ, Ρεκ και Νίκης. Η έκρηξη τελείωσε τον Ιούλιο του 1941 Η πιο πρόσφατη έκρηξη του ηφαιστείου, έλαβε χώρα από τις 10 Ιανουαρίου 1950 μέχρι τις 2 Φεβρουαρίου του ίδιου χρόνου και δημιούργησε το δόμο του Λιάστικα. Αυτά τα ηφαιστειακά πετρώματα είναι τα πιο πρόσφατα που δημιουργήθηκαν στην Ελλάδα.

Κατά το Β Παγκόσμιο πόλεμο, η Σαντορίνη καταλήφθηκε πρώτα από Ιταλικές (1941) και έπειτα (1943) από Γερμανικές δυνάμεις κατοχής.

Στις 9 Ιουλίου 1956 σημειώθηκε κοντά στην Αμοργό σεισμός μεγέθους 7.8 Ρίχτερ, ο οποίος ήταν ο ισχυρότερος που έλαβε χώρα στην Ευρώπη κατά τον 20ο αιώνα. Ο κύριος σεισμός, μαζί με ένα μετασεισμό 6.9 Ρίχτερ που ακολούθησε 12 λεπτά αργότερα, προκάλεσαν εκτεταμένες καταστροφές σε Σαντορίνη, Αστυπάλαια, Ανάφη, Κάλυμνο, Λέρο, Αμοργό και Πάτμο, 53 θανάτους, καθώς και ένα από τα μεγαλύτερα τσουνάμι στο Αιγαίο, με ύψος μέχρι 25 μέτρα. Μετά αυτό το γεγονός μεγάλο μέρος του πληθυσμού έφυγε από το νησί.

Την δεκαετία του 1960 άρχισε να αναπτύσσεται ο τουρισμός στην Σαντορίνη, φτάνοντας στο αποκορύφωμα του στα μέσα της δεκαετίας του 1980 Από τότε ο τουρισμός στο νησί γνωρίζει συνεχή ανάπτυξη, έχοντας καταστήσει πλέον την Σαντορίνη σε ένα από τους δημοφιλέστερους τουριστικούς προορισμούς σε διεθνές επίπεδο. Οι κρουαζιέρες ξεκινούν στο νησί από τον Μάρτιο και συνεχίζονται μέχρι και τέλη Νοεμβρίου, έχοντας επεκτείνει χρονικά την τουριστική περίοδο. Τους καλοκαιρινούς μήνες περισσότερα από 30 με 40 πτήσεις (τσάρτερ) από κάθε γωνιά του κόσμου προσγειώνονται στο αεροδρόμιο του νησιού.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και τους χειμερινούς μήνες οι επισκέψεις τουριστών στο νησί δεν σταματούν, ιδιαίτερα από χώρες της Ασίας. Η τεράστια τουριστική ανάπτυξη της Σαντορίνης είναι φυσικό να έχει αλλοιώσει και τον χαρακτήρα του νησιού. Εκατοντάδες νέα κτίσματα έχουν κάνει την εμφάνιση τους παντού και οι περίφημες αγροτικές καλλιέργειες και αμπελώνες του έχουν περιοριστεί κατά πολύ σε έκταση, δίνοντας την θέση τους σε πολυτελείς ξενοδοχειακές μονάδες, μπαρ, εστιατόρια κλπ

Το 2020 το υπουργείο Τουρισμού ξεκίνησε την καμπάνια ευαισθητοποίησης plastic free Santorini για την προώθηση της μείωσης αλόγιστης χρήσης πλαστικού, κάνοντας έτσι την Σαντορίνη το πρώτο ελεύθερο από πλαστικό νησί των Κυκλάδων.

Μετά την ίδρυση του Ελληνικού κράτους, ξεκινά σταδιακά ο μετασχηματισμός της Ελληνικής κοινωνίας, ενώ η εκβιομηχάνιση βραδυπορεί. Η χώρα εξειδικεύεται σταδιακά στην εξαγωγή αγροτικών προιόντων και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, Ελληνικό και ευρωπαικό και η ναυτιλία αποτέλεσε μοχλό για τον εκσυγχρονισμό του αγροτικού τομέα κι ευρύτερα της οικονομίας. Για πολλές δεκαετίες οι περιοχές εκτός πρωτεύουσας παραμένουν σε ένα καθεστώς που συνεχίζει τη δομή της τοπικής αυτοδιοίκησης, τουλάχιστον άτυπα. Η διασύνδεση των κατοικημένων σημείων, άτακτη και αποσπασματική, δεν είχε οργανωμένο και σταθερό αποτύπωμα.

Η βελτίωση και ανάπτυξη των λιμανιών γίνεται στήριγμα του θαλάσσιου δικτύου. Η οργάνωση της λιμενικής υποδομής σε εθνικό επίπεδο, εκφράζει μια τάση ανάπτυξης εμπορική, οικονομική σε τοπικό και κρατικό επίπεδο. Είναι βεβαίως μεγάλη η διαφοροποίηση μεταξύ των λιμανιών και των νησιών, σε αυτό έχει καθοριστική επίδραση το φυσικό περιβάλλον.

Μετά τον ΡωσοΤουρκικό πόλεμο του 1768 – 1774 διευρύνεται το πεδίο δράσης των Ελληνικών πλοίων. Το άνοιγμα της Μαύρης Θάλασσας επιτρέπει στους νησιώτες να επεκτείνουν το εμπόριό τους στη μεταφορά των Ρωσικών δημητριακών. Η ιστιοφόρος ναυτιλία αντέχει γερά ως τη δεκαετία του 1880 παρά τις δυσκολίες και τις επιζήμιες επιπτώσεις του Κριμαικού πολέμου (1854 – 1855) Από εκεί και πέρα τα ιστιοφόρα υποχωρούν μπροστά στα ατμόπλοια, που κερδίζουν γρήγορα έδαφος από το 1875

Το σημαντικότερο αγροτικό προιόν που εισήγαγε η Ελλάδα είναι τα δημητριακά, ειδικότερα το σιτάρι. Οι εισαγωγές δημητριακών παρουσιάζουν άνοδο μέχρι το 1887 και παραμένουν σταθερές μέχρι το 1904 Η σιτοπαραγωγός Θεσσαλία προσαρτήθηκε στο Ελληνικό κράτος από το 1881 αλλά παρόλα αυτά δεν μειώθηκαν οι εισαγωγές σιτηρών από το εξωτερικό.

Ο νησιωτικός πληθυσμός των Κυκλάδων τον 19ο αιώνα, στον μεγαλύτερο βαθμό, βρίσκεται ακινητοποιημένος και περιχαρακωμένος σε μικρές νησίδες γης με σημαντική ανεπάρκεια εγχώριων πόρων. Οι επαφές με το εξωτερικό όμως, η εμπορική δραστηριότητα που αναπτύσσουν, εξασφαλίζουν ζωτικές προμήθειες και σε κάποιες περιπτώσεις αποτελούν πηγή πλουτισμού για τους τόπους αυτούς. Οι Κυκλάδες ανταλλάσσουν το κρασί τους και τα κουκούλια μεταξιού ή μετάξι ή προιόντα του υπεδάφους τους, με ζάχαρη και καφέ και κατεργασμένα προιόντα, κυρίως υφάσματα, δέρματα και ξυλεία.

Το 1852 η Σαντορίνη, με πληθυσμό 7222 κατοίκους, καταφέρνει να παρουσιάσει μια εμπορική κίνηση που υπερβαίνει κατά πολύ, σε όγκο, την αντίστοιχη των άλλων Κυκλάδων με εξαίρεση την Σύρο. Η ναυτική περιφέρεια της Σαντορίνης περιλαμβάνει τα νησιά Αμοργός, Ιος και Ανάφη. Εμπορεύεται απ ευθείας με την Ρωσία, όπου διοχετεύεται το σύνολο του παραγόμενου κρασιού. Από εκεί τα μεγάλα Σαντορινιά πλοία μεταφέρουν δημητριακά και αφού ξεφορτώσουν μέρος αυτών στο νησί, συνεχίζουν για την Γαλλία, την Ιταλία και την Αγγλία. Επίσης η Σαντορίνη εξάγει θηραική γη (5%) στην Αυστρία και σε Ελληνικά λιμάνια. Τα προιόντα που φέρνουν προς τη Σαντορίνη τα πλοία είναι κυρίως υφάσματα (βαμβακερά και μεταξωτά) είδη κιγκαλερίας, αρώματα και αποικιακά. Για τη διεξαγωγή εμπορίου με δικά τους καράβια, οι έμποροι και πλοιοκτήτες της Σαντορίνης διαθέτουν πλοία μεγάλης χωρητικότητας. Ο στόλος αποτελείται από 200 πλοία συνολικής χωρητικότητας 14755 τόνων, ενώ τα 31 υπερβαίνουν τους 200 τόνους.

Στον τομέα της ναυτιλιακής και εμπορικής δραστηριότητας η Σαντορίνη διαθέτει το 40% του συνολικού αριθμού των πλοίων των Κυκλάδων. Η Ανδρος, όπως και η Σαντορίνη, έχει έναν στόλο που επίσης περιλαμβάνει μεγάλης χωρητικότητας πλοία και εμπορεύεται απ ευθείας με λιμάνια του εξωτερικού, χωρίς να περνούν τα πλοία της απαραίτητα από την Σύρο ή τον Πειραιά αργότερα.

Η Μεσόγειος γενικότερα διέθετε μεγάλα ιστιοφόρα χωρητικότητας 600 έως 1000 ακόμα και 1300 τόνων ήδη πριν τον 16ο αιώνα. Από το 1870 όμως και εξής η επέκταση της χρήσης του ατμού, συνέπεια της ταχείας ευρωπαικής οικονομικής ανάπτυξης, επέφερε σημαντικές αλλαγές. Οι αλλαγές εντατικοποιούνται και σταδιακά θέτουν εκτός μάχης τα Ελληνικά ιστιοφόρα. Στο μεταξύ έχει δρομολογηθεί η τακτική ατμοπλοική επικοινωνία μεταξύ Σύρου και Πειραιά. Με νόμο της 22 Απριλίου 1855 περί συστάσεως συγκοινωνίας μεταξύ των νήσων και των παραλίων μερών της Ελλάδος, η Κυβέρνηση προσπαθεί να εισαγάγει στις θαλάσσιες συγκοινωνίες και μεταφορές που συνδέουν τα Ελληνικά παράλια, την χρήση του ατμού. Διαμορφώνεται ένα δίκτυο άγονων και μη αποδοτικών γραμμών.

Η οικονομική ζωή της Σαντορίνης πριν από το 1960 όταν άρχισε σταδιακά η κίνηση ξένων επισκεπτών στο νησί για τουριστικούς λόγους, βασιζόταν στις καλλιέργειες και στο εμπόριο. Η σπουδαιότητα του εμπορίου κάθε νησιού δεν είναι συνάρτηση του μεγέθους του, αλλά των ιδιομορφιών της νησιωτικής οικονομίας και ειδικότερα της σημασίας που αποκτά στις εξωτερικές αγορές το κυριότερο εξαγωγικό του προιόν, όπως εν προκειμένω στη Σαντορίνη συμβαίνει με το κρασί (85%) Σε αρκετά υψηλό ποσοστό βρίσκεται η εξαγωγή του κρασιού και στην Πάρο, στην οποία επίσης αποτελεί το κύριο προιόν εξαγωγής (60%)

Ως τα μέσα του 19ου αιώνα ο Κυκλαδίτικος πληθυσμός αποτελεί εν μέρει το υπόβαθρο της εμπορικής ανάπτυξης της Σύρου. Η άνοδος της Ερμούπολης θεωρήθηκε ότι οδήγησε στη μετανάστευση νησιωτών προς την Σύρο και έτσι σταδιακά ο νησιωτικός χώρος έχασε την ενότητά του και την αλλοτινή του ιδιαιτερότητα. Η εξέλιξη αυτή έφερε στο φως και αρκετές περιφερειακές ανισότητες, που είχε δημιουργήσει, κατά τα προηγούμενα χρόνια, η απομόνωση.

Κατά τη διάρκεια της κυριαρχίας, αρχικά των Λατίνων και στη συνέχεια των Τούρκων στα νησιά των Κυκλάδων, φαίνεται πως κάθε νησί ακολούθησε μια ιδιαίτερη πορεία μέσα στο σύνολο. Παρόλο που υπάρχουν κοινά στοιχεία στην οικονομία τους, κάθε νησί αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση. Οταν μια κοινότητα χάσει την ανεξαρτησία και την κρατική αυτονομία της, αγωνίζεται με κάθε τρόπο να περισώσει την όποια δυνατότητα έχει για εσωτερική ελευθερία και ομαδική συσπείρωση γύρω από κάποια σημεία αναφοράς. Τέτοιο σημείο αναφοράς μπορεί να είναι το σπίτι, στο οικογενειακό πλαίσιο και κατ επέκταση στο ευρύτερο τοπικό πλαίσιο. Με τα προνόμια που έδωσαν οι Οθωμανοί στους νησιώτες, ευνοήθηκαν αφ ενός η Εκκλησία κι αφ ετέρου οι τοπικές κοινότητες και οι αστικές συντεχνίες.

Στα χρόνια της Οθωμανικής κυριαρχίας σημειώνονται μια σειρά εξελίξεων της κοινοτικής ζωής, από την κλειστή περιχαράκωση και ασφάλεια (καστέλια, πύργοι (μπούργκο), γουλάδες, καταφύγια, λοξά καλντερίμια, πυργόμορφα σπίτια, βίγλες) ως τα ανοιχτά χοροστάσια στα αλώνια και τις γιορτές των πανηγύρεων.

Μετά την οικογένεια, αρχηγός της οποίας ήταν ο πατέρας, η κοινότητα είχε τους δικούς της αρχηγούς (πρωτόγερους, δημογέροντες, κοτζαμπάσηδες) Ο ρόλος της εκάστοτε δημογεροντίας έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον στις δύσκολες ώρες του κοινωνικού συνόλου. Πολλές φορές σε τέτοιες περιστάσεις το μεγαλύτερο βάρος έπεφτε στους ώμους της εκκλησίας και κυρίως της ανεπίσημης. Η κοινότητα απασχολούσε ντελάληδες, βιγλιάρηδες, νυχτοφύλακες, δραγάτες, λογαριαστάδες. Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει η ορολογία των κοινοτικών ενεργειών και εισφορών, όπως το ψυχομέτρι (απογραφή) η λόντζα (γενική συνέλευση) η μάννα (κτηματολόγιο) η φέρτα (εισφορά για τον ιερέα)

Τα έθιμα της αλληλοβοήθειας και συνεργασίας, τόσο στις οικογενειακές όσο και σε άλλες περιστάσεις, είναι από τις πιο συγκινητικές εκδηλώσεις των μελών μιας κοινότητας. Θέρος, τρύγος (βεντέμα) συγκομιδή άλλων καρπών, χτίσιμο σπιτιού και περισσότερο εκκλησίας, ανασύσταση κοπαδιού, αρδεύσεις και κατασκευή περιφράξεων, δρόμων, γίνονταν με πρόθυμη συμμετοχή όλων, που κάποτε την κήρυσσε μετά τη λειτουργία ο παπάς. Οι εκδηλώσεις αυτές είναι γνωστές με ποικίλα ονόματα: ξέλαση, ληλοβόηθο, αντοβόηθο, δανεικαριά, παρασπόρι, αγγαρειά. Στο τέλος κάθε εργασίας ακόμα και οι πιο φτωχοί βοηθούμενοι εξασφάλιζαν στους βοηθούντες το απαραίτητο κρασί και φαγητό για να τους περιποιηθούν. Με τη σειρά τους οι βοηθούντες θεωρούν καθήκον τους να τραγουδήσουν και να ευχαριστήσουν με στίχους τους βοηθούμενους. Καταλήγει έτσι η αλληλοβοήθεια σε ένα συμπόσιο αγάπης.

Συγκεντρώσεις αλληλεγγύης αποτελούν και τα νυχτέρια ή αποσπερίδια σε συγγενικά ή γειτονικά σπίτια του χωριού, στα οποία μαζεύονταν και βοηθούσαν στις οικιακές δουλειές περισσότερο οι γυναίκες. Δουλειές όπως η προετοιμασία φαγητών για τις μεγάλες γιορτές, Χριστούγεννα, Πάσχα, ετοιμασία γάμου, ξάσιμο μαλλιού, ύφανση, κέντημα, γίνονταν τις περισσότερες φορές ομαδικά.

Από την οργάνωση των επαγγελματιών της πρώτης μετα Τούρκων κοινωνίας δημιουργήθηκε η νέα αστική ζωή του Ελληνισμού, τόσο στην ίδια την Οθωμανική κοινωνία όσο και στην άλλη, την διεθνή.