Σέριφος Ιστορία

Σέριφος

Πρώτοι κάτοικοι της Σερίφου ήταν Αιολείς από την Θεσσαλία, ενώ αργότερα στο νησί έφτασαν Ιωνες άποικοι από την Αθήνα. Μεταλλεία σιδήρου και χαλκού υπήρχαν από την αρχαιότητα. Τα μόνα αρχαία κτίσματα που σώζονται είναι μαρμάρινοι πύργοι, με πιο γνωστό τον Ασπρόπυργο, στον όρμο του Κουταλά, τον ορθογώνιο Ψαρόπυργο (ή καναπέ του Κύκλωπα) στην χερσόνησο του Κύκλωπα, στα νοτιοδυτικά του Μεγάλου Λιβαδιού και έναν κυκλικό πύργο, κατασκευασμένο από μάρμαρο και γνεύσιο, στον αυχένα της χερσονήσου της Κεφάλας.

Στη Σέριφο κατέληξε το κουτί στο οποίο ο βασιλιάς του Αργους Ακρίσιος, είχε κλείσει την κόρη του Δανάη με τον μικρό γιο της Περσέα, για να εξαφανιστούν. Εκεί μεγάλωσε ο Περσέας. Οταν μεγάλωσε, ο βασιλιάς της Σερίφου Πολυδέκτης, τον έπεισε να του φέρει την κεφαλή της Μέδουσας, μιας από τις τρεις Γοργόνες, που όποιος την έβλεπε κατά πρόσωπο απολιθωνόταν. Ο Περσέας με τη βοήθεια των θεών θα τα καταφέρει και θα επιστρέψει στη Σέριφο.

Στο μεταξύ ο Πολυδέκτης είχε αποπειραθεί να βιάσει τη Δανάη και αυτή για να προστατευτεί είχε καταφύγει σε ενα ναό. Για να εκδικηθεί ο Περσέας, έδειξε στον Πολυδέκτη το τρόπαιό του και εκείνος απολιθώθηκε. Από αρχαίες μαρτυρίες είναι γνωστό ότι οι κάτοικοι της Σερίφου λάτρευαν τον Περσέα. Επίσης στην αρχαιότητα υπήρχε η παράδοση ότι οι βάτραχοι της Σερίφου είναι άφωνοι, η οποία απαντά σε αρκετούς αρχαίους συγγραφείς. Φαίνεται να υπήρχε και η παροιμιώδης έκφραση Σερίφιος βάτραχος ή βάτραχος εκ Σερίφου για άφωνους ανθρώπους.

Στους Ρωμαικούς χρόνους το νησί είναι τόπος εξορίας. Επί Τιβερίου, εξορίζεται ο Κάσσιος Σεβήρος, εχθρός της Συγκλήτου λόγω της ταπεινής του καταγωγής και της κακοποιού ζωής του. Επίσης η Βιστιλία το 19 για ακολασία.

Η ιστορία της Σερίφου τον Μεσαίωνα είναι όμοια με αυτήν των υπόλοιπων Κυκλάδων. Την εποχή που ιδρύθηκε το Δουκάτο του Αιγαίου περιήλθε και αυτή σε οικογένειες Ιταλών ευγενών, των αδελφών Γκίζι, οι οποίοι την διοικούσαν ως υποτελείς στον Δούκα του Αιγαίου, ενώ έπεφτε συχνά θύμα πειρατικών επιδρομών με αποκορύφωμα την επιδρομή του Χαιρεντίν Μπαρμπαρόσα το 1537 Το 1566 όλες οι Κυκλάδες περιήλθαν στην Οθωμανική αυτοκρατορία, όπου και παρέμειναν ως την Επανάσταση του 1821

Από τα τέλη του 19ου αιώνα ξεκίνησε η συστηματική εξόρυξη μετάλλων από εταιρίες στις οποίες είχε παραχωρηθεί το αποκλειστικό δικαίωμα από το κράτος. Πρώτη ήταν η Ελληνική Μεταλλευτική Εταιρεία το 1870 η οποία εξήγε ακατέργαστο σιδηρομετάλλευμα σε Ευρωπαικές χώρες.

Το 1880 την εκμετάλλευση των σιδηρομεταλλευμάτων του νησιού ανέλαβε η εταιρεία Σέριφος Σπηλιαζέζα που ίδρυσαν πλούσιοι Ελληνες Κωνσταντινουπολίτες με την βοήθεια της Οθωμανικής τράπεζας. Η εταιρεία εκχώρησε την εκμετάλλευση των σιδηρομεταλλευμάτων εργολαβικά στον Γερμανό Αιμίλιο Γκρώμαν. Στο Μεγάλο Λιβάδι σώζεται νεοκλασικό κτήριο που ήταν η έδρα της μεταλλευτικής εταιρίας.

Το 1882 και 1884 η εταιρεία διήλθε οικονομική κρίση και ξέσπασαν οι πρώτες εργατικές αναταραχές. Το 1885 άρχισε η συστηματική εκμετάλλευση των σιδηρομεταλλευμάτων με ανοδικό ρυθμό παραγωγής έως το 1910 περίπου. Η λειτουργία των μεταλλείων έφερε άνθηση στο νησί και ο πληθυσμός διπλασιάστηκε κατά την περίοδο εξαιτίας της εισροής εργατών από άλλα Κυκλαδίτικα νησιά.

Το 1915 περίπου ξέσπασε κρίση στις τιμές των μετάλλων και η παραγωγή των μεταλλείων κατέρρευσε. Οι συνθήκες εργασίας στα μεταλλεία ήταν κακές και τα εργατικά ατυχήματα πολύ συχνά. Τον Αύγουστο του 1916 κήρυξαν απεργία οι μεταλλωρύχοι στο Μεγάλο Λιβάδι ζητώντας καλύτερες συνθήκες εργασίας και μεγαλύτερους μισθούς. Οι μεταλλωρύχοι κατέλαβαν το λιμάνι και δεν επέτρεπαν στα πλοία επί 20 ημέρες να φορτώσουν μετάλλευμα. Στις 21 Αυγούστου 1916 επενέβη η χωροφυλακή και με διαταγή του επικεφαλής της άνοιξε πυρ κατά των απεργών που εμπόδιζαν τη φόρτωση με αποτέλεσμα να σκοτωθούν τέσσερις από αυτούς. Απαντώντας οι μεταλλωρύχοι επιτέθηκαν με πέτρες και ξύλα στους χωροφύλακες σκοτώνοντας τέσσερις και τραυματίζοντας περισσότερους. Οι απεργοί στη συνέχεια κατέλαβαν τα μεταλλεία και ύψωσαν Γαλλική σημαία ζητώντας την προστασία της Γαλλίας.

Τα μεταλλεία φυτοζωούν μέχρι το 1934 οπότε, λόγω της ανάκαμψης στις παγκόσμιες αγορές, αρχίζει και πάλι η εντατική εκμετάλλευση. Κύριος προορισμός των μεταλλευμάτων ήταν η Γερμανία. Τα μεταλλεία παραμένουν ενεργά κατά την διάρκεια της κατοχής. Κλείνουν οριστικά το καλοκαίρι του 1963 ως συνέπεια της εξάντλησης των αποθεμάτων, του υψηλού κόστους της σχετικά μικρής κλίμακας εκμετάλλευσης και κυρίως ως συνέπεια της κατάρρευσης των τιμών των σιδηρομεταλλευμάτων παγκοσμίως.