Σύρος Ιστορία

Σύρος

Η Σύρος είχε κατοικηθεί ήδη από τους προιστορικούς χρόνους, όπως αποδεικνύουν ευρήματα στις περιοχές Χαλανδριανή και Καστρί. Ειδικά στην Χαλανδριανή, βρέθηκαν περισσότεροι από 600 τάφοι με κτερίσματα, ενώ στο Καστρί βρέθηκε οχυρωμένος οικισμός με σημαντική αστική και εμπορική δραστηριότητα.

Η Σύρος φαίνεται ότι πέρασε διαδοχικά υπό τον έλεγχο των Φοινίκων, της Μινωικής Κρήτης, των Μυκηνών και των Ιώνων. Στην Οδύσσεια αναφέρεται ως Συρίη, πλησίον της Δήλου. Τον 6ο αιώνα, όταν η Σύρος είχε καταληφθεί από τους Σάμιους, γεννήθηκε στο νησί ο φυσικός φιλόσοφος Φερεκύδης, που αργότερα εγκαταστάθηκε στη Σάμο και υπήρξε δάσκαλος του Πυθαγόρα. Θεωρείται εφευρέτης του ηλιοτροπίου, του πρώτου ηλιακού ρολογιού.

Κατά τους Ρωμαικούς χρόνους η πρωτεύουσα της Σύρου βρισκόταν στη θέση της σημερινής Ερμούπολης. Την Βυζαντινή περίοδο, η απειλή της πειρατείας είχε ως αποτέλεσμα ο κόσμος να εγκαταλείψει τα μικρά και απροστάτευτα νησιά. Ιχνη εγκαταστάσεων στην ενδοχώρα μαρτυρούν ωστόσο, ότι το νησί δεν είχε εγκαταλειφθεί εντελώς. Το 1204 με την επικράτηση των Βενετών στο Αιγαίο, δημιουργήθηκε ο πρώτος αξιόλογος οικισμός, η Ανω Σύρος, οι κάτοικοι της οποίας ασπάστηκαν τον Καθολικισμό.

Η κατάσταση διατηρήθηκε ως το 1579 όταν ο Χαιρεντίν Μπαρμπαρόσα κατέλαβε το νησί για λογαριασμό της Πύλης. Καπουτσίνοι μοναχοί (1635) και έπειτα Ιησουίτες (1744) εγκαταστάθηκαν στη Σύρο τους επόμενους αιώνες. Μετά την επιδημία πανούκλας που έπληξε τη Σύρο το 1728 άρχισε μια περίοδος οικονομικής ανάκαμψης που κορυφώθηκε στο πέρασμα από τον 18ο στον 19ο αιώνα. Μεταξύ 1750 και 1820 ο πληθυσμός του νησιού διπλασιάστηκε σε 4000 κατοίκους.

Στο ξέσπασμα της Ελληνικής επανάστασης το 1821 οι Συριανοί κράτησαν ουδέτερη στάση. Η καταστροφή όμως της Χίου το 1822 αλλά και οι διώξεις των Ελλήνων στη Σάμο, τη Σμύρνη, τις Κυδωνίες, τη Ρόδο, τα Ψαρά και την Κάσο προκάλεσαν ένα μαζικό προσφυγικό κύμα προς τη Σύρο. Οι πρόσφυγες βρήκαν στη Σύρο σχετική ασφάλεια λόγω των προνομίων που είχε παραχωρήσει η Πύλη στο νησί αλλά και φυσικά χαρίσματα, όπως το μεγάλο, ασφαλές από τους ανέμους λιμάνι.

Εκείνη την περίοδο ορισμένοι εύποροι Συριανοί έχτισαν τα πρώτα σπίτια εκεί που σήμερα βρίσκεται η Ερμούπολη. Οι πρόσφυγες, που δεν θεώρησαν εξαρχής μόνιμη τη διαμονή τους στο νησί, εγκαταστάθηκαν σε σκηνές και ξύλινα παραπήγματα. Ωστόσο, το 1824 έχτισαν την πρώτη εκκλησία (τη Μεταμόρφωση του Σωτήρος) και λιθόκτιστες οικοδομές στα πιο στέρεα σημεία του εδάφους, ενώ τα σπίτια άρχισαν να σκαρφαλώνουν στις πλαγιές οργανώνοντας τις συνοικίες των συντοπιτών (Βροντάδο, Ψαριανά, Υδραίικα)

Στο μεταξύ η κίνηση του λιμανιού αυξανόταν ραγδαία, με τη διακίνηση φορτίων σίτου για την τροφοδοσία και των δύο εμπολέμων, αλλά και πολεμοφοδίων, την εκποίηση λειών πολέμου αλλά και πειρατικών λαφύρων, την εξαγορά αιχμαλώτων, αλλά και το δουλεμπόριο, τη ναύλωση και αγοραπωλησία καραβιών και τη συγκέντρωση ειδήσεων από τα διερχόμενα πλοία. Το 1828 οι κάτοικοι της Ερμούπολης ανέρχονταν σε 14000 περίπου, συνθέτοντας το μεγαλύτερο αστικό κέντρο της χώρας, ενώ πολύ γρήγορα η Ερμούπολη έγινε το μεγαλύτερο βιομηχανικό και εμπορικό κέντρο της ελεύθερης Ελλάδας με 22000 κατοίκους το 1889 Μαζί με το εμπόριο, αναπτύχθηκαν οι βιοτεχνίες, η ναυτιλία, η οικοδομική και τα δημόσια έργα. Το Συριανό ναυπηγείο πρωτοστάτησε στην ανασυγκρότηση του Ελληνικού εμπορικού στόλου που είχε καταστραφεί κατά τον πόλεμο. Η βυρσοδεψία αναπτύχθηκε θεαματικά. Τεχνίτες και τεχνικές παραδόσεις από όλη την ανατολική Μεσόγειο διασταυρώθηκαν στο νησί.

Παράλληλα, οι Ερμουπολίτες, εύποροι και καλλιεργημένοι, φρόντισαν να δώσουν στην πόλη τους μια πνευματική ακτινοβολία πρωτόγνωρη για τα δεδομένα της εποχής. Δέκα δημόσια σχολεία και οκτώ ιδιωτικά, αγοριών και κοριτσιών, φημίζονταν για το υψηλό τους επίπεδο. Το θέατρο Απόλλων λειτούργησε το 1864 φιλοξενώντας δεκάδες παραστάσεις Ελληνικών και ξένων θιάσων κάθε χρόνο. Ολος αυτός ο πλούτος βοήθησε στην πρόταση της Σύρου ως πρωτεύουσας της νεότερης Ελλάδος, κάτι που δεν πραγματοποιήθηκε διότι η υποψηφιότητα του Ναυπλίου ήταν πιο ισχυρή.

Λέσχες, σύλλογοι, καφενεία με μουσική, η εφημερίδα Ελληνική Μέλισσα που εκδόθηκε το 1831 και πλούσια εκδοτική δραστηριότητα είναι μερικά δείγματα της πολιτιστικής άνθησης της πόλης, ενώ από τις θέσεις των δημάρχων και των δημοτικών συμβούλων πέρασαν οι επιφανέστεροι οικονομικοί και κοινωνικοί παράγοντες του τόπου.

Μετά την Μικρασιατική καταστροφή του 1922 και την ανταλλαγή πληθυσμών εγκαταστάθηκαν στην Ερμούπολη Ελληνες Μικρασιάτες πρόσφυγες οι οποίοι βρήκαν γνώριμο τόπο να εγκατασταθούν, καθώς έναν αιώνα πριν, πολλοί Μικρασιάτες των παραλίων είχαν και πάλι καταφύγει στην Ερμούπολη λόγω σφαγών και διώξεων.

Με την ανατολή του 20ου αιώνα και τη διαρκή ανάπτυξη της Αθήνας και του Πειραιά, πολλοί Συριανοί βιομήχανοι, έμποροι και τραπεζίτες μετακόμισαν στην πρωτεύουσα, μεταφέροντας σιγά σιγά εκεί και τη δραστηριότητά τους. Η ανάπτυξη της ατμοπλοίας έκανε το λιμάνι της Σύρου λιγότερο σημαντικό (νωρίτερα τα ιστιοφόρα έκαναν πάντα σταθμό στο νησί για ανεφοδιασμό) ενώ και η διώρυγα της Κορίνθου τροποποίησε τους θαλάσσιους δρόμους βορρά νότου.

Η πιο καίρια περίοδος όμως για την παρακμή της Ερμούπολης, ήταν η κατοχή εξαιτίας της πενιχρής αγροτικής παραγωγής του νησιού και της απονέκρωσης του εμπορίου. Τα Ιταλικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στη Σύρο στις αρχές Μαίου του 1941 ενώ τον Σεπτέμβριο του 1943 το νησί πέρασε στην δικαιοδοσία των Γερμανών. Τον χειμώνα του 1941 χιλιάδες Συριανοί πέθαναν από την πείνα και τις κακουχίες. Στο τέλος του πολέμου, το Νεώριο, η Λέσχη, το Τηλεγραφείο, το Τελωνείο και άλλα κτίρια βομβαρδίστηκαν.

Τα πρώτα μετακατοχικά χρόνια, η Ερμούπολη και η Σύρος στηρίχτηκαν στην περιορισμένη αγροτική παραγωγή και την λειτουργία των ταρσανάδων, όπου ναυπηγούνταν και συντηρούνταν καίκια και άλλα μικρά σκάφη. Το ναυπηγείο, με περισσότερους από χίλιους εργαζόμενους, συντέλεσε στη συγκράτηση του πληθυσμού που μειωνόταν διαρκώς από το 1920 και είχε φτάσει στο κατώτερο σημείο του στην απογραφή του 1971 (13500 κάτοικοι) Μεταξύ 1951 και 1971 τα περισσότερα εργοστάσια έκλεισαν και ως το 1990 είχαν κλείσει και οι τελευταίες κλωστουφαντουργίες.