Θήβα Ιστορία

Aι Ωγύγιοι Θήβαι, που σημαίνει πανάρχαιες Θήβες, έχουν τις ρίζες τους στην προϊστορική περίοδο, που υπήρξε ένδοξη για την πόλη. Το όνομα Ώγυγος που έδιναν στον πρώτο βασιλιά της Θήβας σημαίνει απλώς “ο πολύ παλαιός”. Η Θήβα, όπως και ολόκληρη η Βοιωτία, έχει εξαιρετικά πρωταγωνιστικό ρόλο στην ελληνική μυθολογία. Σ’ αυτή την περιοχή, συγκεκριμένα στον Παρνασσό, διεσώθη ο Δευκαλίων μετά τον κατακλυσμό και ο απόγονός του ο Έλλην. Στα ηρωικά χρόνια οι πανελλήνιες εκστρατείες των “Επτά επί Θήβας” και των επιγόνων τους είχαν ως κέντρο αναφοράς τη Θήβα. Η αργοναυτική εκστρατεία είναι σχεδόν Βοιωτική υπόθεση. Η εκστρατεία κατά της Τροίας οργανώθηκε στη Βοιωτία. Από τη Βοιωτία προέρχονται επίσης ο ιστορικός Ησίοδος, ο ποιητής Πίνδαρος και ο στρατηγός Επαμεινώνδας.

Η ίδρυση της Θήβας περιγράφεται από τους γοητευτικότερους μύθους της ελληνικής μυθολογίας. Στα Ομηρικά έπη οι μύθοι την απέδιδαν στους αδελφούς Ζήθο (που έφερνε τις πέτρες) και Αμφίονα, ο οποίος παίζοντας τη λύρα του, τις μάγεψε ώστε μετακινήθηκαν μόνες τους και σχημάτισαν τα περίφημα τείχη της επτάπυλης πόλης. Άλλοι μύθοι απέδιδαν την ίδρυση της πόλης στον Κάδμο, γιο του Αγήνορα, βασιλέα της Φοινίκης. Σύμφωνα μ’ αυτούς ο Δίας μεταμορφωμένος σε ταύρο έκλεψε την αγαπημένη κόρη του Αγήνορα Ευρώπη και ο βασιλέας διέταξε τους γιους του να ψάξουν να την βρουν και να μην επιστρέψουν πίσω χωρίς αυτή. Στην αναζήτηση της αδελφής του Ευρώπης, ο Κάδμος ζήτησε τη βοήθεια του Απόλλωνα στο μαντείο των Δελφών. Τότε πήρε την εντολή από τον θεό να σταματήσει τις αναζητήσεις και να ακολουθήσει την πρώτη δαμάλα που θα συναντήσει. Σε όποιο σημείο γονατίσει η δαμάλα, εκεί να κτίσει μια πόλη, τη Θήβα, στην οποία οι θεοί θα μοίραζαν απλόχερα τις ευλογίες τους.

Ο Κάδμος ακολούθησε τη θεϊκή εντολή και όταν η δαμάλα γονάτισε σε ένα λόφο της Βοιωτίας, τη θυσίασε στους θεούς και αναζήτησε πηγή για να πλυθεί και να κάνει σπονδές. Την πηγή Δίρκη που βρήκε την προστάτευε ένας φοβερός δράκοντας, γιος του θεού Άρη. Με τη βοήθεια της θεάς Αθηνάς σκότωσε τον δράκοντα, πήρε το νερό που χρειαζόταν η νέα πόλη και έσπειρε τα δόντια του δράκου στη Θηβαϊκή γη, απ’ όπου ξεφύτρωσαν οι προπάτορες των Θηβαίων, οι Σπαρτοί. Έτσι θαυμαστά, με θεϊκή εντολή κτίστηκε, οχυρώθηκε και κατοικήθηκε η νέα πόλη στο κέντρο της εύφορης πεδιάδας, πλούσιας σε νερά και λίμνες, που περιβάλλεται από πανέμορφα και βαθύσκιωτα βουνά, τον Παρνασσό, Ελικώνα, Κιθαιρώνα και άλλα μικρότερα που της χάριζαν υγιεινό κλίμα. Η πόλη βρισκόταν στο κέντρο της Ελλάδας, κοντά στον Κορινθιακό και Ευβοϊκό κόλπο. Ο Κάδμος δίδαξε στους Έλληνες τα «Φοινίκια» γράμματα, το ελληνικό δηλαδή αλφάβητο. Παντρεύτηκε την Αρμονία και στο γάμο τους για πρώτη και μοναδική φορά όλοι οι Ολύμπιοι θεοί κατέβηκαν από τον Όλυμπο και γλέντησαν με το καινούριο ζευγάρι, στο οποίο χάρισαν πλούσια δώρα.

Ο Κάδμος αργότερα τιμωρήθηκε από το θεό Άρη επειδή είχε σκοτώσει τον δράκοντα και εξορίστηκε μακριά από τη Θήβα. Πήγε στα μέρη της Ηπείρου, έκτισε μία πόλη, την Φοινίκη, και ένας από τους απογόνους του, ο Ιλλυριός, έγινε ο γενάρχης του έθνους των Ιλλυριών τους οποίους οι σημερινοί Αλβανοί θεωρούν προγόνους τους. Οι απόγονοι του Κάδμου στη Θήβα, οι Λαβδακίδες, ενέπνευσαν τους τραγικούς της αρχαιότητας, οι οποίοι διέσωσαν στις τραγωδίες την άσχημη μοίρα τους.

Ο Οιδίποδας γιος του Λάιου και της Ιοκάστης είναι το πιο σημαντικό πρόσωπο του θηβαϊκού κύκλου. Η τραγική του μοίρα τον οδήγησε από την Κόρινθο, όπου μεγάλωσε, υιοθετημένος από βρέφος, στην αυλή του βασιλιά Πολύβιου ή Πόλυβου, στη Θήβα, όπου σκότωσε τον πατέρα του Λάιο σύμφωνα με το χρησμό της Πυθίας και παντρεύτηκε τη μητέρα του Ιοκάστη, αγνοώντας την ταυτότητά της. Πριν είχε σκοτώσει το μυθικό τέρας «Σφίγγα», εξασφαλίζοντας το στέμμα της Θήβας. Από την ένωσή του με τη μητέρα του γεννήθηκαν τέσσερα παιδιά, ο Ετεοκλής, ο Πολυνείκης, η Αντιγόνη και η Ισμήνη, τα οποία ακολούθησε η κατάρα του οίκου των Λαβδακιδών. Σύμφωνα με το μύθο τα δύο αγόρια αλληλοσκοτώνονται σε πόλεμο για τη διαδοχή του θρόνου, ενώ η Αντιγόνη καταδικάστηκε σε θάνατο, για την ταφή του αδελφού της, που είχε απαγορευθεί με νόμο. Ο Οιδίποδας διωγμένος από τον Κρέοντα αυτοτυφλώθηκε και εξορίστηκε στην Αθήνα, όπου και χάθηκε άδοξα.

Στη Θήβα επίσης γεννήθηκε ο θεός της χαράς, ο Διόνυσος, από την ένωση του Δία με τη βασίλισσα της Θήβας την Σεμέλη. Από τη Θήβα επίσης καταγόταν ο ημίθεος Ηρακλής, γιος του Δία και της Αλκμήνης, που διακρίθηκε για τη γενναιότητα του και τους πασίγνωστους δώδεκα άθλους του.

Οι Θηβαίοι τιμούσαν τον Ηρακλή με αγώνες που γίνονταν προς τιμή του ετησίως και διεξάγονταν στο γυμνάσιο που ήταν αφιερωμένο σ’ αυτόν.

Ιδιαίτερη σημασία στο θηβαϊκό κύκλο έχουν οι θεότητες των Kαβείρων και τα βουνά Ελικώνας και Κιθαιρώνας. Oι Kάβειροι ήταν μυστηριώδεις και δευτέρας μορφής, Ελληνικές χθονικές θεότητες, ψηλοί υπερφυσικοί εκπρόσωποι της υποχθόνιας φωτιάς και του εγκέλαδου. Η θρησκεία τους ήταν τόσο φοβερή που στο άκουσμά της σκορπιζόταν τρόμος. Κατά άλλους θεωρούνται δαίμονες ευεργετικοί για την καρποφορία των δέντρων και ειδικά της αμπέλου. Από ειδώλια στο Μουσείο της Θήβας αποδεικνύεται και η ομοφυλοφιλική τους διάθεση.

Μαντεία και ιερά υπήρχαν πάνω στα βουνά του Eλικώνα, του Κιθαιρώνα, του Πτώου και Μεσσάπιου. Στον Κιθαιρώνα υπήρχε μαντείο των Σφραγητίδων Nυμφών με ιέρειες τις Κιθαιρωνίδες νύμφες. Το μαντείο ήταν κέντρο διονυσιακών τελετών. Εκεί κατοικούσαν οι Ερινύες. Στον Eλικώνα κατοικούσαν οι Νύμφες και οι Μούσες. Υπήρχε μάλιστα και η πηγή της Ιπποκρήνης από την οποία όποιος έπινε αποκτούσε το χάρισμα της ποίησης. Εκεί διεξάγονταν και αθλητικοί αγώνες προς τιμή του Έρωτα και των Μουσών. Στο Πτώο υπήρχε το περίφημο μαντείου του Πτώου Απόλλωνα. Στο Υπάτιο όρος υπήρχε ο ναός του Δία στην κορυφή, ενώ στο κάτω μέρος υπήρχε η πολιτεία του Γλίσαντα, όπου έγινε η μάχη των Eπιγόνων με τους Θηβαίους. Ο πλούσιος μυθολογικός κύκλος δείχνει ίχνη ζωής από το 3200 π.X., όταν η Θήβα περνά από την εποχή του κυνηγιού στην εποχή του χαλκού. Ύστερα παρουσιάζει μεγάλη ανάπτυξη κατά την Μυκηναϊκή περίοδο (1600 – 1100 π.X.) οπότε κτίζονται αποθήκες, εργαστήρια, αρχεία, εντυπωσιακό ανάκτορο, από τα οποία έχουν προκύψει σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα. Σημαντικότατο θεωρείται το ανευρεθέν αρχείο πινακίδων σε γραμμική γραφή Β

Είναι η περίοδος που ξεχωρίζουν οι πόλεις της Θήβας και του Ορχομενού, που ήδη από τα Μυκηναϊκά χρόνια κυριαρχούσαν στη Βοιωτία και συνήθως ανταγωνίζονταν. Μετά την αποδυνάμωση όμως του Ορχομενού, λόγω πλημμύρας στο Κωπαϊδικό πεδίο, όλες οι Βοιωτικές πόλεις σχημάτισαν το κοινό των Βοιωτών με βουλευτήριο στην Ογχηστό, όπου με δημοκρατικές ψηφοφορίες συναποφάσισαν τις κοινές τους κινήσεις για το ομαδικό συμφέρον. Εκείνη την περίοδο αναδείχθηκαν σπουδαίοι και επιφανείς άνδρες, όπως ο Ησίοδος, ο Πίνδαρος και η Ταναγραία ποιήτρια Κόριννα.

Οι πληροφορίες για την περίοδο αυτή διεσώθησαν από τους Αθηναίους ιστοριογράφους, οι οποίοι με μελανά γράμματα περιγράφουν το «μηδισμό» της Θήβας. Για τη στάση τους αυτή μετά το τέλος του πολέμου τιμωρήθηκαν από τους υπόλοιπους Έλληνες, που απαίτησαν την παράδοση της πόλης. Συνέλαβαν τους προύχοντες και τους σκότωσαν χωρίς δίκη, αποδεικνύοντας ότι ο μηδισμός ήταν έργο των λίγων, που τον επέβαλαν στο λαό. Μετά την μάχη των Πλαταιών οι Θηβαίοι για περίπου δέκα χρόνια ήταν υπό τον ζυγό των Αθηναίων. Στα επόμενα χρόνια προσπαθούν να απαλλαγούν από την αθηναϊκή κηδεμονία και συμμαχούν με τους Σπαρτιάτες. Μετά την μάχη της Κορώνειας το 394 π.Χ. η Θήβα αποκτά ιδιαίτερη αίγλη στον ελλαδικό χώρο.

Την περίοδο του Πελοποννησιακού πολέμου, που κράτησε 27 χρόνια, η Θήβα τάχθηκε με το μέρος της Σπάρτης και παρέμεινε στο πλευρό της, προκειμένου να απαλλαγεί από το φόρο υποταγής που πλήρωναν οι Θηβαίοι στους Αθηναίους. Μετά το τέλος του πολέμου συμμάχησαν με τους Αθηναίους, γιατί δεν είχαν τις απολαβές που περίμεναν από τους συμμάχους τους νικητές Σπαρτιάτες. Στην αρχή της περιόδου αυτής (404 – 338 π.Χ.) έκαναν πολλούς αγώνες ενάντια στους Σπαρτιάτες, όπου πάντα νικούσαν οι Θηβαίοι. Αποφασιστική ήταν η σύγκρουση των δύο πόλεων στα Λεύκτρα το 371 π.Χ., που κατέληξε σε συντριβή των Σπαρτιατών. Η σημαντική νίκη των Θηβαίων οφειλόταν στη στρατηγική μεγαλοφυΐα του Επαμεινώνδα, που εφάρμοσε με επιτυχία το σύστημα της λοξής φάλαγγας, και την ανδρεία του Ιερού Λόχου που είχε οργανώσει και διοικούσε ο Πελοπίδας. Για εννέα περίπου χρόνια μετά τη μάχη των Λεύκτρων, η Θήβα γίνεται η πρώτη δύναμη στην Ελλάδα. Στη συνέχεια διατηρεί την ηγεμονία της στο χώρο της Βοιωτίας μέχρι την κάθοδο των Μακεδόνων.

Μετά τη μάχη της Χαιρώνειας (338 π.Χ.) και τη συντριβή των Βοιωτών και των Αθηναίων από τον Φίλιππο Β΄, οι Θηβαίοι έχασαν την ηγεμονία τους στο βοιωτικό χώρο. Οι Ιερολοχίτες ενταφιάστηκαν σε ομαδικό τάφο (το Πολυάνδριο, στο σημείο όπου σκοτώθηκαν και επάνω στήθηκε μαρμάρινο λιοντάρι. Στη Θήβα επιβλήθηκε ολιγαρχικό πολίτευμα και στην Καδμεία εγκαταστάθηκε μακεδονική φρουρά. Στην προσπάθειά τους να απαλλαγούν από την φρουρά, οι Θηβαίοι ηττήθηκαν και ακολούθησε ισοπέδωση της πόλης και εξανδραποδισμός των κατοίκων. Μόνο η οικία του μεγάλου Θηβαίου λυρικού ποιητή Πίνδαρου και οι ναοί των θεών σώθηκαν της καταστροφής, με εντολή του Μέγα Αλεξάνδρου. Η πόλη ξαναχτίστηκε το 316 π.Χ. από τον Μακεδόνα βασιλιά Κάσσανδρο.
Ρωμαίοι (197 π.Χ. – 395 μ.Χ.)

Το 197 π.Χ. η Θήβα με τις άλλες πόλεις της Βοιωτίας αποστάτησε από τους Μακεδόνες και έγινε υποτελής των Ρωμαίων. Την περίοδο της υποτέλειας στους Ρωμαίους κυριαρχεί στην περιοχή ειρήνη, χωρίς στάσεις και πολέμους. Το 86 π.Χ., όταν ο βασιλιάς Μιθριδάτης ΣΤ΄ Ευπάτωρ ξεκίνησε πόλεμο κατά των Ρωμαίων σε Ευρώπη και Ασία, η Βοιωτία τάχθηκε με το μέρος του, για να ξαναγυρίσει στους Ρωμαίους όταν ο Σύλλας εισέβαλε στη Βοιωτία εκ νέου. Στη συνέχεια η Βοιωτία μετατράπηκε σε πεδίο συγκρούσεων μεταξύ των Ρωμαίων, οι οποίοι διεξάγουν πολλούς εμφύλιους πολέμους.

Κατά την περίοδο της ρωμαϊκής κατοχής, η Θήβα και η Βοιωτία γενικότερα γνώρισε μεγάλη παρακμή και μαρασμό. Τον 2ο μ.Χ. αιώνα ο περιηγητής Παυσανίας βρήκε κατοικημένη μόνο την Καδμεία. Την παρακμή και την εξαθλίωση συμπλήρωσαν και οι επιδρομές των Έρουλων και των Γότθων τον 3ο και 4ο μ.Χ. αιώνα. Ο χριστιανισμός στη Βοιωτία εισήχθη τον 1ο μ.Χ. αιώνα. Τη Θήβα προσέλκυσε στο νέο Θεό, ο Ευαγγελιστής Λουκάς και ο Ρούφος, που έγινε και πρώτος επίσκοπος Θήβας με την επωνυμία “ο εκλεκτός”. Ο Ρούφος μαρτύρησε μεταξύ των ετών 54 – 68 μ.Χ.
Βυζαντινή περίοδος (395 – 1204 μ.Χ.)

Η Βοιωτία κατά τη Βυζαντινή περίοδο γνώρισε οικονομική άνθηση. Η Θήβα κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο υπήρξε έδρα του στρατιωτικού διοικητή (Στρατηγού) του Θέματος Ελλάδος, καθώς και πολλών άλλων αξιωματούχων. Η πόλη και η ευρύτερη περιοχή εντός ολίγου σχετικά χρόνου ανέπτυξαν πολλές και ποικίλες εύρωστες δραστηριότητες, έτσι ώστε η Θήβα έγινε η πλουσιότερη όλων των εκτός Iσθμού πόλεων. Τα μεταξουργεία, ταπητουργεία, βυρσοδεψία και τα γεωργικά προϊόντα κατέστησαν την Θήβα σπουδαία πόλη στον τότε γνωστό κόσμο. Ούτε οι επιδρομές των Bουλγάρων (1040) και των Nορμανδών (1147) δεν σταμάτησαν την οικονομική άνθηση της πόλης. Σύμφωνα με τον μεσαιωνικό περιηγητή του 12ου αιώνα, Βενιαμίν της Τουδέλα, στη Θήβα ζούσαν 2.000 Εβραίοι ασχολούμενοι με την επεξεργασία, την ύφανση και τη βαφή του μεταξιού. Η πόλη ήταν γνωστή σε όλη την Ελλάδα για τους μεταξοτεχνίτες και για την υφαντουργία της. Ο Judah Al-Ḥarizi, ο οποίος επισκέφθηκε την πόλη το 1218, αναφέρει τον ποιητή Μιχαήλ Β. Caleb, κάτοικο της Θήβας. Η κοινότητα διοικείτο από πέντε έφορους και ήταν διάσημη για τους μελετητές της, όπως ο Σίμων Ατουμάνο. Ο Σίμων ήταν Εβραίος μελετητής και εργαζόταν όπως φαίνεται με μορφωμένα μέλη της μικρής εβραϊκής παροικίας, που υπήρχαν ακόμα στη Θήβα στα τέλη του 14ου αιώνα. Ο Σίμων μετέφρασε τουλάχιστον μέρος της Παλαιάς Διαθήκης από τα Εβραϊκά στα Ελληνικά και Λατινικά. Ετοίμασε έτσι μία τρίγλωσση Βίβλο που αφιέρωσε στον Πάπα Ουρβανό τον ΣΤ’.

Ο Βασίλειος Β΄ ο Βουλγαροκτόνος επισκέφθηκε τη Θήβα πηγαίνοντας στην Αθήνα και θεμελίωσε τον ναό των Τριών Ιεραρχών, στο σημείο που σήμερα σώζονται τα ερείπια του Αγίου Βασιλείου, κοντά στον Μητροπολιτικό Ναό (Λότζα). Γύρω στο 1199, στα χρόνια του Λέοντος Σγουρού, η Θήβα δέχτηκε μία από τις μεγαλύτερες επιθέσεις, καθώς ο Λέων βρέθηκε αντιμέτωπος με τον αυτοκράτορα επιζητώντας προσωπικά οφέλη. Ξεχωριστή υπήρξε στα χρόνια του μεσαίωνα η παρουσία του Αγίου Ιωάννη του Καλοκτένη, ο οποίος τιμάται ως πολιούχος στη Θήβα, με την επωνυμία “Νέος Ελεήμων”.
Φραγκοκρατία (1204 – 1460 μ.Χ.)

Η ευδαιμονία συνεχίζεται και την περίοδο της Φραγκοκρατίας, όπου η Θήβα είναι πρωτεύουσα και έδρα του Δουκάτου Αθηνών – Θηβών και η πλουσιότερη επαρχία. Από τα εισοδήματα που εξασφαλίζει, γίνεται μία από τις λαμπρότερες αυλές της Ευρώπης, με αξιόλογο στρατό για την ασφάλεια του Δουκάτου. Κατά την περίοδο της δυναστείας των Φράγκων διατηρήθηκαν στην πόλη της Θήβας οι Γαλλικοί οίκοι των Ντε Λα Ρος, Ντε Μπριέν (1205 – 1311) και Σαιντ-Ομέρ (1240 – 1311), οι Καταλανοί με επικυρίαρχους τους βασιλείς της Σικελίας και της Αραγωνίας (1311 – 1387) και η κυριαρχία του Ιταλικού οίκου των Ατσαγιόλι (1387 – 1460). Έργο της δυναστείας των Σαιντ-Ομέρ είναι ο τετράγωνος πύργος που βρίσκεται σήμερα δίπλα στο αρχαιολογικό Μουσείο. Παρά τις συγκρούσεις των δυναστειών, η Θήβα διατηρήθηκε ως ένα ισχυρό κέντρο, με σημαντική ανάπτυξη και οικονομική άνθηση. Αποτελούσε ισχυρό κέντρο εξουσίας και δύναμης των Φράγκων μέχρι την άλωση της από τον Ομάρ, γιο του Τούρκου μπέη Τουραχάν.
Τουρκοκρατία (1460 – 1821 μ.Χ.)

Την περίοδο της Τουρκοκρατίας η Θήβα είχε δωρηθεί στη Βαλιδέ σουλτάνα (δηλαδή τη μητέρα του εκάστοτε Σουλτάνου). Η Βαλιδέ είχε κατοχυρώσει με φιρμάνια τα δικαιώματά της, ώστε να μην μπορεί κανείς χωρίς την άδειά της να επιβάλλει πρόστιμα ή να διατάξει συλλήψεις. Η διοίκηση της Θήβας παρέμεινε στους Θηβαίους κοινοτάρχες ή δημογέροντες. Η βιομηχανία των μεταξωτών και η γεωργία τα πρώτα χρόνια εξακολουθούν να είναι σε άνθηση, ώστε η Θήβα να συνεχίζει να θεωρείται η πλουσιότερη πόλη.

Μετά την παραχώρηση των πλουσιοχώραφων στους Τούρκους αξιωματούχους, άρχισε η πτώση της οικονομικής άνθησης. Οι γεωργοί άρχισαν να εγκαταλείπουν τα πεδινά και να φεύγουν προς τα γειτονικά ορεινά χωριά, επειδή δεν άντεχαν τους φόρους. Η παιδεία ήταν ανύπαρκτη και μοναδική πηγή μάθησης ήταν τα μοναστήρια.

Στις αρχές του Απριλίου 1821, ο Βασίλης Μπούσγος υπό τις διαταγές του Αθανάσιου Διάκου κατέλαβε τη Θήβα αμαχητί, ενώ οι Τούρκοι είχαν καταφύγει στη Χαλκίδα μαζί με τις οικογένειές τους. Οι επαναστάτες κατέλαβαν το ύψωμα του Ανηφορίτη, απ’ όπου, μετά την επιστροφή τουρκικής φρουράς στην πόλη, εξαπέλυαν επιθέσεις μέχρι τον Ιούνιο του 1821, όταν ο Ομέρ Βρυώνης ανακατέλαβε τη Θήβα για τους Οθωμανούς και διέλυσε τους εναπομείναντες επαναστάτες. Τούρκοι έκαναν επιδρομές και στα γύρω χωριά λεηλατώντας και σκοτώνοντας. Την 1η Ιουνίου 1821 οι Θηβαίοι γράφουν προς τους προεστούς της Ύδρας ζητώντας βοήθεια και προστασία:

"... οι εν Ευβοία τύραννοι ενωθέντες μετά των Θηβαίων ομογενών τους εξέρχονται ως λύκοι ανήμεροι προς τα ενθάδε παράλια χωρία, και τρέχοντες ως κύνες λυσσώδεις και ιοβόλα θηρία αρπάζουν, ξεσχίζουν και κατακαίουν χωρία τε και ανθρώπους, μη όντες ημείς αρκετοί εις το να απαντήσωμεν την τούτων θηριωδέστατον ωμότητα ..."[2] Η πόλη κάηκε από τον Δράμαλη το 1822. Τα επόμενα χρόνια οι Βοιωτοί οπλαρχηγοί απέφευγαν να κινηθούν εναντίον της Θήβας για λόγους τακτικής· καθώς κυριαρχούσαν στα γύρω χωριά εξουδετέρωναν πρακτικά τη φρουρά της πόλης, ενώ από την άλλη θεωρούσαν ότι μια κατάληψη της Θήβας θα ενθάρρυνε τους Τούρκους να κινηθούν με σημαντική δύναμη εναντίον τους. Σώματα Θηβαίων ωστόσο συμμετείχαν σε διάφορες επιχειρήσεις, κυρίως υπό τις διαταγές των οπλαρχηγών Αθανάσιου και Γεώργιου Σκουρτανιώτη (από τα Σκούρτα των Δερβενοχωρίων). Ο δεύτερος μάλιστα υπήρξε στενός συνεργάτης του Δημήτριου Υψηλάντη το 1829, στην επίθεση για την κατάληψη της Θήβας, όταν πλέον ήταν ζωτικής σημασίας η κατοχή της για τη διεκδίκηση στερεοελλαδίτικων εδαφών που θα περιέρχονταν στο Ελληνικό Κράτος.[3] Φωτεινή μορφή την απελευθερωτική περίοδο ήταν ο Θανάσης Σκουρτανιώτης, ο οποίος υπερασπίστηκε την Βοιωτία με ορμητήριο του τα ορεινά Δερβενοχώρια, που τότε αριθμούσαν μεγάλο πληθυσμό. Ο αγώνας του στρατηγού Σκουρτανιώτη ολοκληρώθηκε με τη θυσία του στην Αγία Σωτήρα στο Μαυρομάτιο, όπου ανατινάχθηκε μαζί με όλους τους συντρόφους του.

Με τη νικηφόρα μάχη της Πέτρας, υπό την αρχιστρατηγία του Υψηλάντη, ελευθερώθηκε πλέον όλη η Βοιωτία και από το 1829 αποτέλεσε μέρος του νέου ελληνικού κράτους.

Στα νεότερα χρόνια, μετά τη σύσταση του ελληνικού κράτους, η Θήβα συνεχίζει να είναι η σπουδαιότερη πόλη της Επαρχίας Θηβών, προσφέροντας στο νέο κράτος με την γεωργία της και την κτηνοτροφία της. Σε όλα τα νεότερα χρόνια επιφανείς Θηβαίοι πολίτες αναδεικνύονται και πρωταγωνιστούν στον πολιτικό στίβο, παίζοντας σημαντικό ρόλο στο πολιτικό γίγνεσθαι της χώρας. Χαρακτηριστικά αναφέρονται οι τριακόσιοι νέοι ιερολοχίτες (1877) που πολέμησαν για την απελευθέρωση της Θεσσαλίας και της Ηπείρου. Άλλο γεγονός αξιόλογο των νεότερων χρόνων είναι η αποξήρανση της Κωπαΐδας επί διακυβέρνησης Χαριλάου Τρικούπη (1888), που αλλάζει ριζικά τη ζωή της πόλης.

Ο σεισμός στη Θήβα του 1914 σημειώθηκε στην περιοχή της Θήβας στις 4ης Οκτωβρίου, λίγο πριν τις 8 το πρωί. Ο σεισμός ήταν επιφανειακός, είχε μέγεθος 6 βαθμών[1] της κλίμακας Ρίχτερ, επίκεντρο την πόλη Θήβας και προκάλεσε το θάνατο ανθρώπων και τεράστιες υλικές καταστροφές.

Την ώρα του σεισμού, η πόλη καλύφθηκε από ένα σύννεφο σκόνης, όπως ανέφεραν χωρικοί που ήταν στους γύρω λόφους.

Οι περισσότερες οικογένειες εγκαταστάθηκαν στην αυλή του γυμνασίου, λόγω των συχνών ισχυρών δονήσεων που επικρατούσαν όλη την ημέρα.