Πάρος Πληροφορίες

Πάρος

Η Πάρος είναι το τέταρτο σε μέγεθος νησί των Κυκλάδων και βρίσκεται δυτικά της Νάξου, από την οποία χωρίζεται απο στενό δίαυλο, πλάτους 3 περίπου μιλίων, ενώ από τον Πειραιά απέχει 90 ναυτικά μίλια. Εχει έκταση 193.308 τετραγωνικά χιλιόμετρα και το μήκος των ακτών της είναι 118.5 χιλιόμετρα. Ο πληθυσμός του νησιού, κατά την απογραφή του 2001 ήταν 12853 κάτοικοι και κατά την απογραφή του 2011 13710 Η καίρια γεωγραφική θέση της Πάρου στο κεντρικό Αιγαίο, το σταυροδρόμι των θαλάσσιων δρόμων που συνδέουν την ηπειρωτική Ελλάδα με τα νησιά του αρχιπελάγους, τα Μικρασιατικά παράλια και ευρύτερα τη Μεσόγειο, αποτέλεσε τη διαχρονική βάση για την ανάπτυξη του νησιού.

Η Πάρος έχει σχήμα ελλειψοειδές μειούμενο προς βορρά. Ο περίπλους της είναι 35 μίλια. Αποτελεί έναν από τους πιο δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς των Ελλήνων και όχι μόνο. Οι ακτές του νησιού, από τις οποίες άλλες σχηματίζουν όμορφες παραλίες (κυρίως στην ανατολική πλευρά του) και φυσικά λιμανάκια και άλλες είναι απότομες και βραχώδεις, είναι περισσότερο διαμελισμένες στην βόρεια πλευρά του.

Εκεί σχηματίζεται ο μεγάλος κόλπος της Νάουσας, ένα από τα πιο γραφικά λιμάνια του Αιγαίου. Οι άλλοι δύο μεγάλοι κόλποι του νησιού βρίσκονται στα δυτικά (Παροικιά) και στα ανατολικά (Μάρμαρα) Τα κυριότερα ακρωτήρια της Πάρου είναι: ο Αγιος Φωκάς στον λιμένα της Παροικιάς όπου υπάρχει φάρος, ο Κόρακας στο βόρειο άκρο όπου υπάρχει παραδοσιακός πέτρινος φάρος χτισμένος το 1887 ο Τούρχος (Τούρκος) ανατολικά του προηγουμένου, η Αγριά, ακριβώς απέναντι της Νάξου, η Σταφίδα, η Βίγλα, και ο Πύργος ή Πυργάκι, ανατολικά – νοτιοανατολικά, και ο Μαύρος Κάβος, το νοτιότερο άκρο.

Κυριότεροι λιμένες της Πάρου είναι: της Παροικιάς, της Νάουσας (αρχαία Αργούσα, πολεμικός λιμένας) μεταξύ των ακρωτηρίων Κόρακα και Τούρχου και ο λιμένας του Δρυός (Πόρτο Τρίο) νότια. Αλλοι μικρότεροι όρμοι είναι του Φιλιζίου, του Κεφάλου, του Πίσω Λιβαδιού και της Αλυκής. Οι παραλίες του νησιού είναι ιδανικές για όλους καθώς υπάρχουν και απομονωμένες και οργανωμένες αντίστοιχα, με βράχια ή αμμουδιά.

Εσωτερικά το νησί διασχίζεται από τέσσερα γυμνά όρη, των οποίων ψηλότερες κορυφές είναι ο Προφήτης Ηλίας (776 μ) η Μάρπησσα και ο Στρούμπουλας (730 μ) Πηγαία νερά δεν έχει πολλά και τα περισσότερα υφιστάμενα βρίσκονται στην περιοχή του Δρυού.

Το έδαφος του νησιού είναι πετρώδες και αποτελείται από γρανίτες, ασβεστολιθικά πετρώματα (μάρμαρα) γνευσίους και μαρμαρυγίες. Το Παριανό μάρμαρο ήταν γνωστό από την αρχαιότητα ως το καλύτερο της Ελλάδας. Σε μικρή ποσότητα υπάρχει επίσης μαγγάνιο, το οποίο οι Παριανοί το εκμεταλλεύονταν ως το 1960 στα ορυχεία των Θαψανών.

Το κλίμα του νησιού είναι ήπιο, όπως και στα περισσότερα νησιά των Κυκλάδων, δηλαδή εύκρατο, ξηρό, με ήπιους χειμώνες και λίγες βροχοπτώσεις. Η μέση ετήσια θερμοκρασία είναι περίπου 18 βαθμοί Κελσίου, ενώ από τον Μάιο εως τον Σεπτέμβριο, η θερμοκρασία ανεβαίνει αρκετά. Κατά τη διάρκεια του Αυγούστου, για 20 – 30 μέρες περίπου, τη ζέστη του καλοκαιριού μετριάζουν τα μελτέμια, των ετησίων όπως αναφέρονταν απο τους αρχαίους Ελληνες, που φυσούν με ένταση 5 – 7 πολλές φορές φτάνουν και τα 8 – 9 μποφόρ κατά τη διάρκεια της ημέρας, ενώ το βράδυ καταλαγιάζουν.

Η χλωρίδα του νησιού είναι πλούσια: στην παραθαλάσσια ζώνη συναντάται ο κρίνος της θάλασσας, ο αμάραντος, διάφορα αγκάθια και το κρίταμο. Στα πεδινά φύονται φίδες, σχινάρια, κέδροι και ρείκια ενώ στις ημιορεινές και ορεινές εκτάσεις συναντάται επιπλέον φασκόμηλο, ρίγανη, μάραθο, δεντρολίβανο, κυκλάμινα και ανεμώνες. Στην βλάστηση της Πάρου κυριαρχούν τα αρμυρίκια, τα κυπαρίσσια, τα πεύκα, οι χαρουπιές, οι αροκάριες, τα αμπέλια, οι συκιές και οι ελιές. Τα αμπέλια παράγουν δύο τοπικές ποικιλίες κρασιού, τη μανδηλαριά (κόκκινο) και τη μονεμβασιά (λευκό)

Οι υγρότοποι της Πάρου προσθέτουν ψηφίδες φυσικής ομορφιάς στο τοπίο, πλουτίζουν τη χλωρίδα της και αποτελούν ζωτικό χώρο για τα μεταναστευτικά πουλιά. Συναντώνται στις Κολυμπήθρες Νάουσας, στην Σάντα Μαρία, στον Μώλο, στη Χρυσή Ακτή, στην Αλυκή, στον Κάμπο και στα Λιβάδια Παροικιάς. Καλλιέργειες υπάρχουν σε πεζούλες, στις πλαγιές των λόφων και σε αρκετές πεδινές εκτάσεις. Το νησί παράγει εξαιρετικής ποιότητας λάδι, πατάτες, κρασιά, κηπευτικά, φρούτα και δημητριακά. Ενα από τα ιδιαίτερα φυτά των Κυκλάδων που συναντάμε συχνά και στην Πάρο είναι και η κάπαρη.

Η γεωγραφική θέση της Πάρου την καθιστά πολύ σημαντικό τόπο διαβίωσης μίας πλούσιας ορνιθοπανίδας. Περισσότερα από 200 διαφορετικά είδη πουλιών φιλοξενούνται στο νησί. Από αυτά ορισμένα είναι ενδημικά, ενώ τα περισσότερα είναι μεταναστευτικά και χρησιμοποιούν την Πάρο ως ενδιάμεσο σταθμό των ταξιδιών τους την άνοιξη και το φθινόπωρο. Στα πουλιά που συναντώνται στην Πάρο περιλαμβάνονται ο Αρτέμης, ο Κορμοράνος, ο Μικροτσικνιάς και το Βραχοκιρκίνεζο.

Στην ορνιθοπανίδα της Πάρου περιλαμβάνονται επίσης και ορισμένα σπάνια ή απειλούμενα με εξαφάνιση είδη, όπως ο Θαλασσοκόρακας, ο Πορφυροτσικνιάς, η Χαλκόκοτα, ο Λιβαδόκιρκος, η Αετογερακίνα, ο Σπιζαετός, ο Μαυροπετρίτης, η Πετροτριλίδα και ο Αιγαιόγλαρος.

Στην κατάφυτη κοιλάδα, κοντά στα Ψυχοπιανά, τους καλοκαιρινούς μήνες εμφανίζεται ένα είδος πεταλούδας, που την ημέρα μένει ακίνητη επάνω στους κορμούς των δέντρων και στους βράχους, ενώ κατά το απόγευμα ανεβαίνει στα φυλλώματα. Ο τόπος είναι προστατευόμενος βιότοπος του Natura 2000 Τον Σεπτέμβριο, οι θηλυκές πεταλούδες εγκαταλείπουν την κοιλάδα, ταξιδεύοντας μόνο νύχτα και πηγαίνουν σε περιοχές με θαμνώδη βλάστηση, όπου γεννάνε τα αβγά τους και πεθαίνουν.

Στην Πάρο λειτουργεί από το 1995 ο Σύλλογος Περίθαλψης και Προστασίας Αγριων Ζώων Αλκυόνη, ο οποίος έχει ως σκοπό την περισυλλογή, θεραπεία και επανένταξη στη φύση των άγριων ζώων της Ελληνικής πανίδας που για κάποιο λόγο (παράνομο κυνήγι, μολύνσεις, ατυχήματα) έχουν ανάγκη περίθαλψης. Ο σύλλογος λειτουργεί αποκλειστικά με την βοήθεια εκατοντάδων εθελοντών απο όλο τον κόσμο και οι εγκαταστάσεις του φιλοξενούνται σε κτήμα στην περιοχή Καμάρες που παραχωρήθηκε από την ιερά μονή Λογγοβάρδας.

Στο νησί επίσης συναντάει κανείς μια μικρή ποικιλία άγριων μανιταριών από τα τέλη Νοεμβρίου μέχρι και τις αρχές Μαρτίου ανάλογα με τη συχνότητα των βροχοπτώσεων του τρέχοντος έτους. Το σπανιότερο αλλά και καλύτερο ποιοτικά είναι ο αγκαθίτης (αρκετά σκληρό και χρώματος καφετί) Ο κοκκινοαμανίτης είναι πιο κοινό αλλά επίσης αρκετά νόστιμο καθώς και ο γλυστρίτης.

Το όνομα Πάρος δεν είναι το μόνο που χρησιμοποιήθηκε στα αρχαία χρόνια για την ονοματοδότηση του φερώνυμου Κυκλαδικού νησιού. Τα ονόματα αυτά έχει καταγράψει ο Αλεξανδρινός γραμματικός Νικάνωρ (2ος πΧ) στο έργο Μετονομασίαι και διέσωσε γραμματειακά ο Στέφανος ο Βυζάντιος στα Εθνικά του.

Το όνομα Πάρος δεν απαντά στον Ομηρο ούτε στις πινακίδες της γραμμικής γραφής Β ενώ πρώτη γραμματειακή της μνεία είναι στον Ομηρικό ύμνο Εις Απόλλωνα, έργο του 7ου αιώνα πχ και στον Υμνο εις Δήμητραν. Το εθνικό όνομα των κατοίκων του νησιού ήταν Πάριος και απαντάται στον Πίνδαρο και τον Ηρόδοτο. Ως προς την ετυμολογία του ονόματος Πάρος μαθαίνουμε από τον Στέφανο τον Βυζάντιο, πως ο Καλλίμαχος ο γραμματικός, υποστήριζε πως οφείλεται στον Αρκάδα οικιστή του νησιού Πάρο τον Παρράσιο, άποψη που δεχόταν και ο Αριστοτέλης.

Η Πακτία μαρτυρείται μόνο από τον Στέφανο τον Βυζάντιο. Ο Salmasius θεωρεί τον τύπο αυτό αντιγραφικό λάθος και το διορθώνει σε Επακτία. Επάκτιος είναι αυτός που κείται επί της ακτής, ο παραλιακός. Επομένως το όνομα ξεκίνησε από την παραλιακή πόλη του νησιού και επεκτάθηκε σε όλο το νησί. Ο Αύγουστος Μάινεκε επιλέγει τη διόρθωση της Πακτίας σε Πλατεία τοπωνύμιο οφειλόμενο στην αναφορά του Πλίνιου, ο οποίος συνδέει το περιγραφικό τοπωνύμιο με το σχήμα του εδάφους. Ο Αθανάσιος Βερτσέτης, το Πακτία το συνδέει με το ρήμα πακτόω, δηλαδή στερεώνω, ασφαλίζω, δηλαδή την ασφαλή τοποθεσία.

Η Δημητριάς από την θεά Δήμητρα, η λατρεία της οποίας μαρτυρείται στο νησί απο τον Ομηρικό ύμνο στην Δήμητρα, τον Ηρόδοτο, τον Παυσανία, απο αρχαίες επιγραφές και νομίσματα που έχουν βρεθεί στο νησί και απεικονίζουν σιτάρι.

Η Ζάκυνθος όνομα που έλαβε από Ζακύνθιους αποίκους που εγκαταστάθηκαν στο νησί στα πρώιμα ιστορικά χρόνια.

Η Υρία (Υρίη) λέγεται η Πάρος στον Στέφανο τον Βυζάντιο. Υρία λεγόταν και η Ζάκυνθος και έτσι είναι πιθανό να ήλθε αυτή η ονομασία μαζί με την ονομασία Ζάκυνθος.

Η Υλήεσσα ονομασία αναφερόμενη από τον Νικάνορα τον Γραμματικό. Από το κοινό όνομα ύλη, δηλαδή δάσος, δηλώνει τον δασώδη τόπο, όπως ήταν η Ιόνιος Ζάκυνθος.