Πύλος Πληροφορίες

Η Πύλος,[4] ιστορικά γνωστή παλαιότερα και με την ενετική-ιταλική ονομασία ως Ναβαρίνο ή Ναυαρίνο, είναι παραθαλάσσια κωμόπολη, η οποία υπάγεται διοικητικά στον Δήμο Πύλου – Νέστορος και βρίσκεται στα δυτικά του Νομού Μεσσηνίας, ενώ ως το 2010, αποτελούσε έδρα του ομώνυμου Δήμου.

Είναι γνωστή για την πλούσια αρχαία, μεσαιωνική και σύγχρονη ιστορία της. Επισημαίνεται πάντως ότι η πρώτη και αρχαιότερη πόλη της Πύλου, η Αρχαία Πύλος, δεν ταυτίζεται γεωγραφικά με την σημερινή κωμόπολη, αν και η δεύτερη, αποτελεί τόσο την τιμητική, όσο και την ουσιαστική οικιστική συνέχεια της πρώτης. Επίσης, όσον αφορά την αρχαία Πύλο, αυτή ταυτίζεται, μερικώς μόνο, με διάφορα αρχαιολογικά κατάλοιπα ανακτόρων και λοιπών διοικητικών και οικιστικών υποδομών σε διάφορες άλλες γειτονικές αρχαιολογικές θέσεις της ευρύτερης περιοχής της Πυλίας, αλλά παραμένει ουσιαστικά αταυτοποίητη, εν συνόλω, σύμφωνα με τους παλαιότερους και τους σύγχρονους ειδικούς-ερευνητές. Χαρακτηριστικό σημείο αναφοράς της μυκηναϊκού περιόδου της αρχαίας πόλης είναι το Ανάκτορο του Νέστορα, αλλά και άλλα ανάκτορα, όπως αυτά που έχουν ανεβρεθεί και ανασκάπτονται στην κοντινή Ίκλαινα.

Η Πύλος είναι σήμερα η έδρα του Δήμου Πύλου – Νέστορος, που υπάγεται στην Περιφερειακή Ενότητα Μεσσηνίας, η οποία συστάθηκε το 2011 με το Πρόγραμμα Καλλικράτης. Στην τελευταία απογραφή πληθυσμού που έγινε το 2011, ο Δήμος Πύλου – Νέστορος είχε πληθυσμό 21.077 κατοίκους, η Δημοτική Ενότητα Πύλου 5.287 κατοίκους, η Δημοτική Κοινότητα Πύλου 2.767 κατοίκους, ενώ η Πύλος είχε 2.345 κατοίκους και ήταν η έκτη σε πληθυσμό πόλη της Περιφερειακής Ενότητας Μεσσηνίας, μετά την πρωτεύουσα Καλαμάτα (54.100), την Μεσσήνη (6.065), τα Φιλιατρά (5.969) την Κυπαρισσία (5.131) και τη Χώρα (3.454).[5].

Η σύγχρονη κωμόπολη της Πύλου βρίσκεται στο νοτιοδυτικό μέρος της Πελοποννήσου, δίπλα στις ακτές του Ιονίου. Το λιμάνι της Πύλου αποτελεί επίσης ένα σημαντικό ναυτιλιακό κέντρο της δυτικής περιοχής της Μεσσηνίας με ανοδική εμπορική και επιβατική/τουριστική ανάπτυξη. Λόγω της στενόμακρης μορφής της νήσου νήσου Σφακτηρίας η οποία «κλείνει» τον όρμο του Ναυαρίνου, γνωστού και ως Κόλπου της Πύλου, και η οποία λειτουργεί ως φυσικός κυματοθραύστης, ο Κόλπος του Ναυαρίνου και το λιμάνι της Πύλου θεωρείται ως ένα από τα ασφαλή αγκυροβόλια στη Μεσόγειο.

Η Πύλος βρίσκεται περίπου 274 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά από την Αθήνα (είναι πολύ εύκολη η πρόσβαση πλέον), 211 χιλιόμετρα νότια από την Πάτρα, 118 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά από την Τρίπολη και περίπου 55,5 χιλιόμετρα προς τα νοτιοδυτικά της Καλαμάτας. Έχει υψόμετρο από 0-14[1][6] μέτρα και βρίσκεται στις ακτές του Ιονίου Πελάγους. Κοντά στην Πύλο βρίσκονται οι κωμοπόλεις της Κυπαρισσίας, των Φιλιατρών, των Γαργαλιάνων και της Χώρας, προς τα βόρειά της, σε αποστάσεις περίπου 52, 36, 25 και 22,5 χιλιομέτρων αντίστοιχα, ενώ προς τα νότιά της και τα νοτιανατολικά της βρίσκονται οι κωμοπόλεις της Μεθώνης και της Κορώνης, σε αποστάσεις περίπου 11 και 40 χιλιομέτρων αντίστοιχα. Σε κοντινές αποστάσεις βρίσκονται επίσης, προς τα νοτιοανατολικά της ο Κυνηγός, το Μεσοχώρι και η Πήδασος σε αποστάσεις 6,5, 7,5 και 8,5 περίπου χιλιομέτρων αντίστοιχα, προς τα νότιά της το Καινούργιο Χωριό σε απόσταση 6,5 περίπου χιλιομέτρων, προς βορειοανατολικά της η Πύλα και η Ίκλαινα σε αποστάσεις 8 και 17 περίπου χιλιομέτρων, προς τα βόρειά της η Γιάλοβα και το Κορυφάσιο σε αποστάσεις 7,5 και 15 περίπου χιλιομέτρων και προς τα βορειοδυτικά της το Πετροχώρι, ο Ρωμανός και η Τραγάνα σε αποστάσεις 15,5, 15 και 16 περίπου χιλιομέτρων αντίστοιχα.
Ονομασίες
Κορυφάσιον & Πύλος

Σύμφωνα με την μυθολογία, η πρώτη και αρχαιότερη πόλη της Πύλου ιδρύθηκε στη νοτιοδυτική Αρχαία Μεσσηνία από τον μυθικό επώνυμο ήρωα Πύλο ή Πύλα. Ο Πύλος, κατά μια πρώτη εκδοχή, η οποία αναφέρεται στο έργο «Βιβλιοθήκη Απολλοδώρου» (παλαιότερα αποδιδόταν ως έργο στον Απολλόδωρο, ενώ σήμερα αποδίδεται σε άγνωστο συγγραφέα αναφερόμενο ως Ψευδο-Απολλόδωρο)[7] ήταν γιος του θεού Άρη και της Δημονίκης, κόρης του Αγήνορα και της Επικάστης, εγγονή του Αντήνορα και αδελφή του Πορθάονα. Η Δημονίκη και ο Άρης ήταν οι γονείς του Ευήνου, του Πύλου, του Θέστιου και του Μώλου.[8] Κατά μια άλλη εκδοχή, την οποία αναφέρει ο Παυσανίας, στο έργο του «Ελλάδος περιήγησις – Μεσσηνιακά» (βιβλίο 4, στιχ. 36.1-36.2)[9] ο επώνυμος ιδρυτής ταυτίζεται με τον Πύλα, ο οποίος ήταν βασιλιάς των Μεγάρων, γιος του Κλήσωνα και εγγονός του Λέλεγα. Ο Πύλαντας πήγε στην Πελοπόννησο επικεφαλής ομάδας Λελέγων και ίδρυσε την πρώτη ομώνυμη πόλη, γνωστή και ως την Πύλο της Μεσσηνίας, ενώ όταν αργότερα ο Νηλέας τον εξεδίωξε από αυτήν, ο Πύλαντας κατέφυγε στην Ήλιδα, όπου ίδρυσε και τη δεύτερη ομώνυμη πόλη, γνωστή και ως την Πύλο της Ήλίδας. Θυγατέρα του Πύλαντα ήταν η Πυλία.

Ο Παυσανίας αναφέρει επίσης ότι η πόλη ονομαζόταν και Κορυφάσιον, από το Ακρωτήριο Κορυφάσιον (ἄκρα Κορυφάσιον), πάνω στο οποίο είχε κτιστεί.[9] Εκεί κοντά υπήρχε και ο ναός της Κορυφασίας Αθηνάς (πβ. το Κορυφάσιο Μεσσηνίας).[10] Οι αρχαίοι Σπαρτιάτες, σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, την ανέφεραν επίσης ως Κορυφάσιον.[11]
Πύλος & Νηλήιον

Προς τιμή του πατέρα του Νέστορα Νηλέα η πόλη αναφερόταν και ως «Νηλήιον». Ο Νηλέας ήταν γιος της Τυρούς και του θεού Ποσειδώνα, δίδυμος αδελφός του Πελία και ετεροθαλής αδελφός του Αίσονα (γιου του Κρηθέα και της Τυρούς), του Φέρητα και του Αμυθάονα. Ο Νηλέας και ο Πελίας φιλονίκησαν για τη βασιλεία της Ιωλκού. Ο Πελίας έδιωξε τον Νηλέα, όπως και τον Αίσονα, και έγινε βασιλιάς στην Ιωλκό της Θεσσαλίας, ενώ ο Νηλέας κατέφυγε στη Μεσσηνία, όπου σύμφωνα με μια εκδοχή ήταν αυτός που ίδρυσε την Πύλο. Εκεί πήρε ως σύζυγό του τη Χλωρίδα, κόρη του Αμφίονα και μαζί απέκτησαν μία κόρη, την Πηρώ, και πολλούς γιούς, μεταξύ των οποίων και οι Ταύρος, Αστέριος, Πυλάων, Δηίμαχος, Ευρύβιος, Περικλύμενος, ο μετέπειτα σοφός βασιλιάς Νέστορας, κ.ά. Το τέλος του Νηλέα επήλθε όταν ο Ηρακλής εξεστράτευσε εναντίον του με την αιτιολογία ότι ο Νηλέας αρνήθηκε να τον εξαγνίσει από τον φόνο του Ιφίτου. Τότε ο Νηλέας σκοτώθηκε μαζί με 11 από τους γιούς του ή, σύμφωνα με άλλη παράδοση, διασώθηκε και πέθανε από κάποια ασθένεια στην Κόρινθο όπου είχε καταφύγει, οπότε στη συνέχεια ενταφιάσθηκε εκεί. Οι απόγονοι του Νηλέα ονομάσθηκαν Νηλείδες. Οι Νηλείδες, διωγμένοι από τους Ηρακλείδες, σκορπίστηκαν σε διάφορους τόπους, σε μερικούς από τους οποίους και βασίλευσαν. Χρονικά κατατάσσονται στα τέλη του 12ου αι. π.Χ., αφού η μετακίνησή τους από την Πύλο προς την Αθήνα χρονολογείται το 1104 π.Χ..[12]
Ονομασίες μέσων χρόνων

Η Πύλος διατήρησε το αρχαίο της όνομα στα πρώτα βυζαντινά χρόνια, αλλά εμφανίζεται, πιθανώς μετά τον 6ο αιώνα, που καταλήφθηκε από τους Αβάρους,[13] ως και την κατάκτησή της από τους Φράγκους, τον 13ο αιώνα, με δυο ονόματα, ως “Ζόγκλος” και ως Αβαρίνο (Ναυαρίνο ή Ναβαρίνο).
Πύλος & Ζόγκλος (Port-de-Jonc ή Port-de-Junch)

Η ονομασία, ως “Ζόγκλος”, προέρχεται από το γαλλικό όνομα “Port-de-Jonc” (“Rush Harbour”) ή “Port-de-Junch”, με ορισμένες παραλλαγές και παράγωγα: Στα ιταλικά ως “Porto-Junco” ή “Zunchio” ή “Zonchio”, στο μεσαιωνικά καταλανικά ως “Jonc “, στα λατινικά Iuncum “Zonglon” ή “Zonglos” και στα ελληνικά ως το “Ζόγγον” ή ο “Ζόγγος”, το “Ζόγκλον” ή ο “Ζόγκλος”, κ.λπ. Το όνομα αυτό προερχόταν πιθανώς από τα έλη και τη βλάστηση που περιέβαλαν τον τόπο.[14][15]
Αβαρίνο, Ναυαρίνο ή Ναβαρίνο (Avarin, Navarin, Navarino)

Η ονομασία ως ο Αβαρίνος ή το Αβαρίνο ή Αβαρήνο, προέκυψε σύμφωνα με μια εκδοχή, μετά την κατάληψη της πόλης από τους Αβάρους, τον 6ο αιώνα. Αργότερα συντομεύθηκε σε Βαρίνος ή επιμηκύνθηκε σε Αναβαρίνος με επένθεση, η οποία μετεξελίχθηκε σε Ναυαρίνο ή Ναβαρίνο (Navarino) στα ιταλικά (πιθανώς με επανάταξη) και Ναβαρίν (Navarin) στα γαλλικά.[14] Η ετυμολογία της λέξης πάντως δεν είναι βέβαιη. Μια άλλη εκδοχή θεωρεί ότι η ονομασία Ναυαρίνο προέρχεται εκ συνεκφοράς των λέξεων (νέου+Αβαρίνου ή του ναυς+Αβαρίνο). Με την ίδια ονομασία πάντως προσδιορίζονταν ολόκληρος ο κόλπος της Πυλίας με τα πέριξ φρούρια, κατ΄ έναντι των νήσων Πρώτη και Σαπιέντζα από τα οποία και ισαπέχει. Μια άλλη ετυμολογία, βασισμένη σε στοιχεία της παράδοσης, η οποία προτάθηκε από τον περιηγητή Nompar de Caumont στις αρχές του 15ου αιώνα και επαναλήφθηκε μεταγενέστερα σε έργα του Γερμανού ιστορικού Καρλ Χοπφ (Karl Hopf, 1832–1873), αποδίδει το όνομα Ναβαρίνο στη στρατιωτική μισθοφορική Εταιρεία των Ναβαρραίων, η οποία έδρασε τον 14ο αιώνα και στον Μοριά, αλλά αυτό είναι σαφώς λάθος, καθώς το όνομα χρησιμοποιήθηκε πολύ πριν την παρουσία τους στην Ελλάδα. Το 1830 ο ο Αυστριακός περιηγητής, πολιτικός και ιστορικός Γιάκομπ Φίλιπ Φαλμεράυερ (Jakob Philipp Fallmerayer, 1790–1861), πρότεινε ότι η ονομασία θα μπορούσε να προέρχεται από το όνομα των Αβάρων που εγκαταστάθηκαν εκεί, μια άποψη που υιοθετήθηκε από μερικούς μετέπειτα μελετητές, όπως ο Βρετανός ιστορικός Ουίλιαμ Μίλλερ (William Miller, 1864–1945).[16] Η εκτίμηση πάντως των σύγχρονων ερευνητών, από την άλλη πλευρά, θεωρεί πιο πιθανό ότι η ονομασία είναι σλαβικής προέλευσης και σημαίνει “τόπος των σφενδάμων” ή το “μέρος με τα σφεντάμια”.[14][15][17][18][19]

Η ονομασία Αβαρίνος – Ναβαρίνο (Avarinos/Navarino), αν και χρησιμοποιούταν πριν από τη Φραγκοκρατία, τέθηκε σε ευρεία χρήση και σύντομα υπερκέρασε την ονομασία Port-de-Jonc και των παραγώγων της, μόνο ύστερα από τον 15ο αιώνα, δηλαδή, μετά την κατάρρευση του φράγκικου Πριγκιπάτου της Αχαΐας (1205–1432).[14]
Σπανοχώρι (Spanochori)

Στα τέλη του 14ου ή στις αρχές του 15ου αιώνα, όταν η περιοχή ελεγχόταν από την Εταιρεία των Ναβαρραίων, ήταν επίσης γνωστό ως Château Navarres και ονομαζόταν από τους ντόπιους Έλληνες ως Σπανοχώρι (Spanochori), δηλαδή χωριό των Ισπανών.[20] Κατά τις περιόδους της οθωμανικής κατοχής (1498-1685 και 1715-1821), η τουρκική ονομασία ήταν Αναβαρίν (Anavarin [o]).
Νεόκαστρον & Παλαιόκαστρον

Μετά την κατασκευή, το 1571/2, του νέου οθωμανικού φρουρίου (Anavarin kalesi), στην τοποθεσία της σημερινής Πύλου, στα νοτιοδυτικά του κόλπου, το νέο φρούριο/κάστρο έγινε γνωστό ως το Νέοκαστρον (Νέο Κάστρο ή Νιόκαστρο, «νέο κάστρο»), ενώ το παλιό φραγκικό κάστρο στα βορειοδυτικά του κόλπου έγινε γνωστό, αναφερόμενο σε αντιδιαστολή, ως το Παλαιόκαστρον (Παλιόκαστρο ή Παλιόκαστρο , “παλιό κάστρο”).[20] Με την ανάπτυξη στη συνέχεια, του οικισμού έξω από τα τείχη του Νιόκαστρου, ο οικισμός που έφερε επίσης το όνομα Νέοκαστρον, ήταν αυτός που μετεξελίχθηκε στη σημερινή κωμόπολη.

Προσωπικότητες από την Πύλο

Αναφέρονται παρακάτω γνωστές προσωπικότητες που γεννήθηκαν, κατάγονταν ή είχαν κάποιου είδους σχέση με την Πύλο:

Γεννήθηκαν στην Πύλο:

Μυκηναϊκή & Κλασική εποχή

Νέστωρ: μυθικός ήρωας της αρχαίας Ελλάδας και βασιλέας της Πύλου.
Μελάμποδας ή Μελάμπους: μάντης, γενάρχης του «μαντικού γένους», των Μελαμποδιδών, που διέσωσε τη διονυσιακή θρησκεία, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο.

Νεότερη εποχή

Ιωάννης Ζέπος (1870-1946): νομομαθής, τακτικός συνεργάτης της «Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας» και του «Εγκυκλοπαιδικού Λεξικού Ελευθερουδάκη».
Κωστής Τσικλητήρας (1888–1913): αθλητής στίβου και ποδοσφαίρου, και ολυμπιονίκης στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου το 1908 (ασημένιο μετάλλιο στο άλμα εις μήκος άνευ φοράς και ασημένιο μετάλλιο στο άλμα εις ύψος άνευ φοράς) και στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Στοκχόλμης το Στοκχόλμη 1912 (χρυσό μετάλλιο στο άλμα εις μήκος άνευ φοράς και χάλκινο μετάλλιο στο άλμα εις ύψος άνευ φοράς).
Γεώργιος Σαμαράς (1903–1984): πολιτικός και βουλευτής Μεσσηνίας με την ΕΡΕ (εξελέγη 1956, 1958, 1961 και 1963). Ήταν αδερφός του επίσης Πύλιου ιατρού-καρδιολόγου Κωνσταντίνου Σαμαρά και θείος του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά.
Γιάννης Σπυρόπουλος (1912-1990), ζωγράφος.[147][148][149][150][151][152]
Νότης Δ. Καραβίας (1919-2004): εκδότης.[153][154]
Δημήτρης Ν. Παπαδήμας (1924-2016): εκδότης.[155]
Βασίλης Τσάγκλος (1939-2017): ηθοποιός.
Αντώνης Σαμαράς (1951–): πολιτικός, βουλευτής της Μεσσηνίας και πρώην Πρωθυπουργός της Ελληνικής Δημοκρατίας (20 Ιουνίου 2012 – 26 Ιανουαρίου 2015). Γεννήθηκε στην Αθήνα αλλά κατάγεται από την Πύλο.

Είχαν κάποιου είδους σχέση με την Πύλο:

Τηλέμαχος: μυθικός ήρωας της Ιθάκης, γιος του Οδυσσέα και της Πηνελόπης, ο οποίος επισκέφθηκε την Πύλο, όπου τον φιλοξένησε ο Νέστορας και στη συνέχεια συνοδευόμενος από το γιο του Νέστορα, Πεισίστρατο, επισκέφθηκε τις Φερές και την Σπάρτη, όπου εκεί τον φιλοξένησε ο Μενέλαος.
Θεοκλύμενος: μάντης, γιος του Πολυφείδη και δισέγγονος του Μελάμποδα. Στην Πύλο συνάντησε τον Τηλέμαχο, που τον πήρε μαζί του στην Ιθάκη.
Έντουαρντ Κόδριγκτον (Sir Edward Codrington, 1770–1851): Ναύαρχος του Βρετανικού στόλου (Ναυμαχία του Ναυαρίνου).
Ανρί Δεριγνύ (Marie Henri Daniel Gauthier, comte de Rigny, 1782–1835): Ναύαρχος του γαλλικού στόλου (Ναυμαχία του Ναυαρίνου).
Λογγίνος Χέυδεν (Логин Петрович Гейден, Lodewijk van Heiden, 1773–1850): Ναύαρχος του ρωσικού στόλου (Ναυμαχία του Ναυαρίνου).
Νικόλαος-Ιωσήφ Μαιζών (Nicolas-Joseph Maison, 1770–1851): Στρατάρχης και επικεφαλής της γαλλικής Εκστρατείας του Μοριά που απελευθέρωσε την Πύλο στις 6 Οκτωβρίου 1828.
Ζοζέφ-Βίκτωρ Οντουά (Joseph-Victor Audoy, 1782–1871): Αντισυνταγματάρχης του μηχανικού της γαλλικής Εκστρατείας του Μοριά. Σχεδίασε το πρώτο πολεοδομικό σχέδιο της Πύλου, που εγκρίθηκε από τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια στις 15 Ιανουαρίου 1831.
Καρλ Μπλέγκεν ή Κάρολος Μπλέγκεν (Carl William Blegen, 1887–1971): Αμερικανός αρχαιολόγος, που εργάσθηκε στις ανασκαφές της αρχαίας Πύλου.