Ναός Της Αθηνάς Αφαίας Στην Αίγινα

Αίγινα

O ναός της Αθηνάς Αφαίας βρίσκεται στην Αίγινα, στο ιερό αφιερωμένο στην ομώνυμη θεότητα. Βρίσκεται σε ύψος 160 μέτρων, στην ανατολική πλευρά του νησιού. Το ιερό βρίσκεται 29 περίπου χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της Ακρόπολης των Αθηνών.

Η θεότητα ταυτίζεται με την Κρητική Δίκτυννα ή Βριτόμαρτη. Σύμφωνα με μια σύμπτυξη μύθων από την Ελληνική μυθολογία, ο βασιλιάς της Κρήτης Μίνως, ερωτεύθηκε τη Βριτόμαρτη και την κυνηγούσε και εκείνη για να γλυτώσει έπεσε στη θάλασσα. Την έσωσαν όμως ψαράδες που τη μετέφεραν στην Αίγινα. Κατέφυγε λοιπόν στο ιερό άλσος της Αρτεμης και εξαφανίστηκε με τη βοήθεια της θεάς. Σίγουρη είναι η σχέση της με την Αρτεμη, καθώς αλλού αναφέρεται η Βριτόμαρτη ως νύμφη, κόρη της, ενώ η ίδια η Αρτεμη έχει τα λατρευτικά ονόματα Αφαία, Βριτόμαρτη, Δίκτυννα.

Οταν οι ντόπιοι έψαξαν να τη βρουν, βρήκαν στη θέση της ένα άγαλμα και έτσι την ονόμασαν Αφαία, δηλαδή άφαντη. Στη θέση εκείνη, ίδρυσαν οι Αιγινήτες ένα ιερό και αργότερα χτίστηκε ναός, ο οποίος χρονολογείται στις αρχές του 5ου αιώνα πΧ μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, στην οποία πήρε μέρος και το νησί. Η εύρεση της θεότητας πραγματοποιήθηκε μετά την ανακάλυψη αρχαικής επιγραφής. O αρχικός τύπος του ονόματός της είναι Αφα. Το ιερό της Αφαίας, το αναφέρει ο Παυσανίας. Πριν βρεθούν οι επιγραφές, το θεωρούσαν ιερό της Αθηνάς ή του Ηρακλή.

Ο χώρος του ιερού παρουσιάζει ίχνη λατρείας, από την ύστερη Μυκηναική περίοδο (1300 πΧ) γυναικείας θεότητας της γονιμότητας. Στη σπηλιά που λέγεται από τον μύθο ότι κρύφτηκε η Βριτόμαρτη όταν έφτασε στην Αίγινα, βρέθηκαν ειδώλια προελληνικής γυναικείας θεότητας, της Ευγονίας. Αργότερα, η θεότητα αυτή ταυτίστηκε με τη θεά Αθηνά και έτσι προέκυψε η Αθηνά Αφαία.

Ο ναός που σώζεται σήμερα, χρονολογείται γύρω στο 500 – 490 πΧ Είναι ο δεύτερος, καθώς ο πρωιμότερος Δωρικός, χρονολογείται στο 570 – 560 πΧ και καταστράφηκε από πυρκαγιά γύρω στο 510 πΧ Βαθμιαία, το ιερό της Αφαίας παρήκμασε μετά και την Αθηναική κυριαρχία στην Αίγινα και μόνο κάποιες επισκευές έγιναν τον 4ο αιώνα πΧ Μέχρι το τέλος του 2ου αιώνα είχε πια εγκαταλειφθεί. Ο ναός θεωρείται ως κορυφαία δημιουργία της αρχαικής αρχιτεκτονικής και πιστεύεται ότι αποτέλεσε το ναό πρότυπο για τους αρχιτέκτονες του Παρθενώνα, Ικτίνο και Καλλικράτη.

Στο πλάτωμα του υψώματος στα βορειοανατολικά του νησιού, φαίνεται ότι είχε ιδρυθεί ένας μικρός ναός, που δεν σώζεται κανένα ίχνος του. Ανακαλύφθηκε κατά τις ανασκαφές, στα θεμέλια του βωμού, που υπήρχε εμπρός από τον ναό.

Ο ναός είναι Δωρικός περίπτερος, με 12 μονολιθικούς κίονες (εκτός από τρεις που έχουν σπόνδυλους) στις μακρές και 6 στις στενές πλευρές. Στηρίζεται σε κρηπίδα τριών βαθμίδων, έχει πρόδομο και οπισθόδομο με δύο κίονες εν παραστάσι και σηκό που χωρίζεται σε τρία κλίτη που σχηματίζονται με δύο δίτονες κιονοστοιχίες. Η είσοδος βρισκόταν στην ανατολική πλευρά. Η στέγη του ναού είχε κάλυψη από πήλινη κεράμωση Κορινθιακού τύπου. Οι διαστάσεις του ναού στον στυλοβάτη είναι 13.77 επί 28.81 και είναι κατασκευασμένος από τοπικό πωρόλιθο.

Ο ναός της Αφαίας ήταν ιδιαίτερα γνωστός από την αρχαιότητα για τα αετώματα, τα οποία κοσμούσαν και τις δύο στενές πλευρές του ναού. Τα γλυπτά των αετωμάτων ήταν πολύχρωμα και ήταν φτιαγμένα από Παριανό μάρμαρο, με θεματολογία παρμένη από τον Τρωικό πόλεμο, στον οποίο συμμετείχαν ντόπιοι πολεμιστές και απόγονοι του βασιλιά του νησιού Αιακού (Αίας ο Τελαμώνιος, Τεύκρος, Αχιλλέας) αλλά και από την πρώτη εκστρατεία εναντίον του Λαομέδοντα της Τροίας με αρχηγό τον Ηρακλή, όπου συμμετείχε ο γιος του Αιακού, Τελαμών. Κεντρική φιγούρα είναι η θεά Αθηνά: στο εσωτερικό του ναού, στον σηκό, φυλασσόταν το χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς, για την προστασία του οποίου προστέθηκαν κιγκλιδώματα τόσο στον πρόναο όσο και στον οπισθόδομο.

Παλαιότερα, είχε σχεδιαστεί και κατασκευαστεί άλλο αέτωμα για την ανατολική πλευρά, το οποίο αργότερα αντικαταστάθηκε. Προκύπτει πως παρίστανε έναν μύθο σχετικά με την αρπαγή της Αφαίας από τον Δία. Παρομοίως, είχε ξεκινήσει και η κατασκευή του αετώματος για την δυτική πλευρά, με θέμα την Αμαζονομαχία. Πριν όμως ολοκληρωθεί η κατασκευή του, πάρθηκε απόφαση για τον σχεδιασμό και την κατασκευή άλλων αετωμάτων με διαφορετικό θέμα. Ο λόγος θεωρείται κυρίως πολιτικός. Οι Αιγινήτες θεωρούσαν το νησί τους πατρίδα του γένους του Αιακού. Κατά τα τέλη του 6ου αιώνα πΧ όταν η Αίγινα απειλούνταν από τους Αθηναίους, οι Αιγινήτες αποφάσισαν την αλλαγή των αετωμάτων για να τονίσουν την καταγωγή τους από τον Αιακό και τα κατορθώματά του.

Γύρω στον 3ο αιώνα μΧ αφαιρέθηκαν οι μεταλλικοί σύνδεσμοι που συγκρατούσαν τα αρχιτεκτονικά μέλη του ναού και έτσι, κάποια τμήματά του κατέρρευσαν. Η πρώτη έρευνα, έγινε το 1811 από τον Αγγλο αρχιτέκτονα Cockerell και το Γερμανό βαρώνο Von Hallerstein, που επισκέφθηκαν το χώρο και ανέσκαψαν τα γλυπτά των αετωμάτων, τα οποία μετέφεραν στην Ιταλία, πούλησαν στον Λουδοβίκο Α της Βαυαρίας και έτσι το 1828 κατέληξαν στο Μόναχο, όπου βρίσκονται μέχρι σήμερα και εκτίθενται στη Γλυπτοθήκη του Μονάχου. Συστηματική ανασκαφή του μνημείου, πραγματοποιήθηκε από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, το 1901 υπό την εποπτεία των Furtwangler και Thiersch και αργότερα, το 1964 – 1981, του Ohly. Τα έτη 1956 – 1957 έγιναν αναστηλωτικές εργασίες από τον Ορλάνδο και τον Στίκα.

Στο Αρχαιολογικό μουσείο Αθηνών υπάρχουν λίγα κομμάτια επηρεασμένα από τη χαλκοπλαστική σχολή, απο το τέλος της Αρχαικής περιόδου στην Αίγινα. Η κατάσταση του αρχαιολογικού χώρου παρουσιάζει προβλήματα, τόσο στην περίφραξη όσο και στη συντήρηση των υποστηρικτικών μονάδων. Τον Μάρτιο του 2011 το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο ενέκρινε μελέτη για την αναβάθμιση του περιβάλλοντος χώρου και για φωτισμό ανάδειξης των ναών Αφαίας και Ελλανίου Διός στην Αίγινα.