Ερέτρια Ιστορία

Τα πρώτα σημάδια ανθρώπινης δραστηριότητας στην περιοχή εμφανίζονται κατά την Νεολιθική περίοδο (3500-3000 π.Χ.), όμως δεν είναι σαφές αν υπήρξε εκείνη την εποχή οργανωμένος οικισμός. Η πρώτη βεβαιωμένη οργανωμένη εγκατάσταση τοποθετείται το διάστημα 3000-2000 π.Χ.. Κατά την ύστερη εποχή του Χαλκού (1600-1100 π.Χ.) ο οικισμός συρρικνώθηκε και την Γεωμετρική περίοδο καταλήφθηκε εντελώς.
Αρχαιότητα
Αεροφωτογραφία του αρχαίου θεάτρου της Ερέτριας
Τετράδραχμο της Ερέτριας, 180 π.Χ.

Η πόλη της κλασικής εποχής ιδρύθηκε περίπου τον 9ο αιώνα π.Χ., πιθανότατα ως το επίνειο του Λευκαντιού, 15 χιλιόμετρα δυτικότερα. Η ονομασία της πόλης προέρχεται από το: ἐρέτης (=κωπηλάτης). Αν και ο Στράβων σημειώνει ότι πρότερο όνομα της Ερέτριας ήταν Αρότρια. Το Λευκαντί πυρπολήθηκε το 825 π.Χ., κάτι που έδωσε τη δυνατότητα στην Ερέτρια να αναπτυχθεί σε τοπική δύναμη.

Η πρώτη αναφορά στην Ερέτρια γίνεται από τον Όμηρο στην Ιλιάδα, που εμφανίζεται στον κατάλογο των πλοίων που εκστρατεύουν κατά της Τροίας (Τρωικός πόλεμος). Τον 8ο π.Χ. αιώνα, η Ερέτρια και η γειτονική Χαλκίδα, υπήρξαν οι πιο ακμάζουσες πόλεις της Εύβοιας. Η Ερέτρια έλεγχε την Άνδρο, την Τήνο και την Κέα στις Κυκλάδες. Επίσης κατείχε και τμήμα των απέναντι ακτών της Βοιωτίας. Οι Ερετριείς ίδρυσαν και αποικίες στην Νότια Ιταλία από κοινού με τους Χαλκιδείς: τις Πιθηκούσσες και την Κύμη.

Όμως στα τέλη του 8ου αιώνα π.Χ. η Ερέτρια και η Χαλκίδα συγκρούστηκαν μεταξύ τους, αναμέτρηση που διήρκεσε αρκετές δεκαετίες. Ο ιστορικός Θουκυδίδης αναφέρει λεπτομέρειες από αυτή τη διαμάχη που έμεινε γνωστή ως Ληλάντιος πόλεμος, από το όνομα μιας μικρής πεδιάδας κοντά στην Ερέτρια. Οι Ερετριείς τελικά ηττήθηκαν και έχασαν πολλές από τις κτήσεις τους.

Η Ερέτρια συνέχισε τον αποικισμό περιοχών στο βόρειο Αιγαίο Πέλαγος, στην Ιταλία και στη Σικελία.

Το 499 π.Χ. με την Ιωνική Επανάσταση, υποστήριξαν μαζί με την Αθήνα τις πόλεις της Ιωνίας στην εξέγερσή τους κατά των Περσών. Μετά την αποτυχία της επανάστασης, ο Πέρσης βασιλιάς Δαρείος Α΄, θέλοντας να εκδικηθεί για αυτή την ενέργεια, πολιόρκησε και κατέστρεψε την πόλη κατά την Περσική εκστρατεία του Δάτη και του Αρταφέρνη το 490 π.Χ. Κατά την καταστροφή της πόλης δεν έγιναν σεβαστοί ούτε οι ναοί της, καταστράφηκε ακόμη και ο μεγαλοπρεπής ναός του Απόλλωνα.

Η Ερέτρια κτίστηκε ξανά και έλαβε μέρος και στην Μάχη των Πλαταιών με 600 οπλίτες (479 π.Χ.). Τον 5ο αιώνα π.Χ. ήταν μέρος της Α΄ Αθηναϊκής Συμμαχίας. Το 446 π.Χ. όμως αποστάτησε από τη συμμαχία, αλλά τελικά επανήλθε. Κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο οι Ερετριείς ήταν σύμμαχοι των Αθηναίων κατά των Σπαρτιατών. Το 411 π.Χ. έλαβε μέρος η λεγόμενη μάχη της Ερέτριας στην περιοχή, μεταξύ Αθηναίων και Σπαρτιατών, μετά τη μάχη όλες οι πόλεις της Εύβοιας επαναστάτησαν κατά του αθηναϊκού ζυγού.

Μετά τη νίκη της Σπάρτης, το 404 π.Χ., η Αθήνα σταδιακά επανέκαμψε και εγκαθίδρυσε και πάλι ηγεμονικό ρόλο στην περιοχή της Εύβοιας, η οποία ήταν πλούσια σε σιτηρά. Οι Ερετριείς επαναστάτησαν και πάλι το 349 π.Χ.. Το 343 π.Χ. ο Φίλιππος Β΄ της Μακεδονίας είχε την πόλη υπό τον έλεγχό του, αλλά το 341 π.Χ. ο Αθηναίος στρατηγός Δημοσθένης, την υπέταξε.

Μετά την Μάχη της Χαιρώνειας (338 π.Χ.), όπου ο Φίλιππος νίκησε τον συνασπισμένο στρατό Αθηναίων και Θηβαίων, σήμανε και το οριστικό τέλος της Ερέτριας ως σημαντική πόλη-κράτος. Η πόλη εξακολουθούσε να υφίσταται ως μικρή επαρχιακή κωμόπολη. Το 198 π.Χ. λεηλατήθηκε από τους Ρωμαίους και το 87 π.Χ. καταστράφηκε κατά τη διάρκεια των Μιθριδατικών Πολέμων και τελικά ερημώθηκε.

Η σύγχρονη κωμόπολη ιδρύθηκε το 1824, μετά το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης και την καταστροφή των Ψαρών τον Ιούνιο του 1824, όταν ήλθαν στην περιοχή επιζώντες από τα Ψαρά, οι οποίοι της έδωσαν το όνομα Νέα Ψαρά. Στην Γ΄ Εθνοσυνέλευση (1826-1827) οι Ψαριανοί ζήτησαν με καθυστέρηση να καθοριστεί τόπος προσφυγικού συνοικισμού τους. Έχοντας εξασφαλίσει στην πράξη τον χώρο της μόνιμης τους εγκατάστασης στην Αίγινα δεν πιέζονταν, όπως άλλοι. Στο αίτημα των προσφύγων ανταποκρίθηκε η κυβέρνηση (επί βαυαροκρατίας) το 1836. Και πρωτύτερα είχαν γίνει κρατικές παρεμβάσεις για την δημιουργία συνοικισμού Ψαριανών στην Ερέτρια, αλλά δεν απέδωσαν, περισσότερο λόγο διαφωνιών για την θέση και την διανομή των οικοπέδων. Δινόταν για οικοδόμηση όλη η παραθαλάσσια περιοχή της Ερέτριας και παρεχόταν στον δήμο Ψαριανών το δικαίωμα να διαχειριστεί ελεύθερα την εθνική γη του συνοικισμού. [3]. Τη σχεδίαση της πόλης ανέλαβαν οι αρχιτέκτονες Σταμάτης Κλεάνθης και Έντουαρτ Σάουμπερτ το 1834. Το όνομα χρησιμοποιήθηκε σημαντικά στον 19ο αιώνα (η εκλογική περιφέρεια και οι βουλευτές ονομαζόταν «Νέων Ψαρών»), αλλά στη συνέχεια επικράτησε το όνομα Ερέτρια.



Ερέτρια Πληροφορίες

Η Ερέτρια είναι παραλιακή κωμόπολη της Εύβοιας, νοτιο-ανατολικά της Χαλκίδας, απέναντι από τις βόρειες ακτές τις Αττικής, στον Νότιο Ευβοϊκό κόλπο. Κατά την αρχαιότητα ήταν από τις σημαντικότερες πόλεις-κράτη του ελληνικού κόσμου (6ος-5ος αιώνας π.Χ.). Μετέπειτα όμως έπαψε να θεωρείται σημαντικός οικισμός και σταδιακά ερημώθηκε. Στα νεώτερα χρόνια, μετά την καταστροφή των Ψαρών (Ιούνιος 1824), ιδρύθηκε κωμόπολη στη θέση της αρχαίας πόλης αρχικά με το όνομα Νέα Ψαρά, αλλά μετά συνέχισε να αποκαλείται με το όνομα Ερέτρια.

Έχει πληθυσμό 4.166 κατοίκους, σύμφωνα με την απογραφή του 2011. Με τον οικισμό Γέροντα (4 κάτοικοι) και τα χωριά Μαγούλα (1.063 κάτοικοι) και Μαλακώντα (1.097 κάτοικοι) συναπαρτίζουν τη Δημοτική Κοινότητα Ερέτριας, με συνολικό πληθυσμό 6.330 κατοίκους.[1] Ο δήμος Ερέτριας του προγράμματος Καποδίστριας ήταν δήμος του νομού Ευβοίας μέχρι το 2010. Μετά το 2011, παρέμεινε με το ίδιο όνομα, αλλά συνενώθηκε με τον Δήμο Αμαρυνθίων στο νέο Δήμο Ερέτριας, σύμφωνα με το Πρόγραμμα Καλλικράτης.

Η Ερέτρια βρίσκεται στην κεντρική Εύβοια, 21 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Χαλκίδας, επί του νότιου Ευβοϊκού κόλπου. Βρίσκεται στο δυτικό άκρο μιας μικρής πεδιάδας, στην οποία βρίσκεται επίσης η κωμόπολη Αμάρυνθος. Η πεδιάδα οριοθετείται από το όρος Βουδόχη στα δυτικά, το όρος Όλυμπος στα ανατολικά, και τη θάλασσα στα νότια. Βόρεια από το λιμάνι της Ερέτριας βρίσκεται η αρχαία ακρόπολη, ένας ασβεστολιθικός λόφος ύψους 123 μέτρων.[2]

Κοντά στο λιμάνι της Ερέτριας βρίσκονται δύο μικρά νησιά, το Πεζονήσι ή «νησί των Ονείρων», το οποίο συνδέεται με τη στεριά με γέφυρα και η Αγία Τριάδα.



Ερέτρια Eretria



Πεταλίδι Αξιοθέατα

Ιστορικό της Ιεράς Εικόνος

Η εικόνα της Παναγίας εφιλοτεχνήθη με θαυμαστό τρόπο, από τον Ιωάννη Π. Μαυρομιχάλη κατά το έτος 1841 και συντηρήθηκε από αρχαιολόγους – συντηρητές τον Ιούλιο του έτους 2013.

Μαρτυρείται ότι η αιτία της δωρεάς και της εικονογραφήσεώς της, σύμφωνα με τη παράδοση, είναι η παρακάτω : Ο Νικόλαος Μουστάκης, καταγόμενος από τη νήσο Χίο, έπλεε μέσα στον Μεσσηνιακό κόλπο με το πλοιάριό του, το οποίο ήταν φορτωμένο με εμπορεύματα. Ξαφνικά, στα ήρεμα και γαλήνια νερά της θάλασσας, ξέσπασε τρομερή θαλασσοταραχή και κινδύνευσε το πλοιάριο να βυθισθεί και ο καπετάν Νικόλας τρομαγμένος αφήνει το τιμόνι και γονατιστός προσεύχεται στην Παναγία λέγοντας: « Σώσε το πλοίο μου και διαφύλαξε το πλήρωμά μου και θα Σου προσφέρω ό,τι μου ζητήσεις ».

Αυτά είπε με δάκρυα στα μάτια, και ώ ! του θαύματος, δύναμη εξ ουρανού οδήγησε στις όχθες του Πεταλιδίου το πλοιάριο, με τον καπετάνιο και τους ναύτες σώους και αβλαβείς. Ο Νικόλας έπεσε στα γόνατα και δοξολογούσε την Παναγία, γιατί με τη βοήθειά της διασώθηκαν. Έμειναν στην κωμόπολη πέντε ημερόνυκτα. Την τρίτη βραδιά, ο καπετάν Νικόλας, την ώρα του ύπνου του, βλέπει σε όνειρο την Παναγία απαστράπτουσα, καθήμενη μέσα σε μία κολυμβήθρα, η οποία ξεχείλιζε από άφθονο νερό. Κρατούσε στην αγκαλιά Της τον Χριστό και αριστερά και δεξιά στέκονταν δύο άγγελοι.

Τότε, ακούγεται η Παναγία με αυστηρή φωνή να λέει: « Γιατί Νικόλαε παραμέλησες την υπόσχεση που μου έταξες » ;. Τρομαγμένος τότε ο καπετάνιος απολογείται στην Μητέρα του Θεού και της λέγει : « Ευλογημένο το όνομά σου ! Πρόσταξε τι θέλεις να σου φέρω » ! Με πραεία και γαλήνια φωνή η Μεγαλόχαρη τον προστάζει : « Φτιάξε την εικόνα μου, όπως σου φανερούμαι έμπροσθέν σου, και προσέφερέ την χάρισμα στον Ναό που φτιάχνουν στο όνομά μου και εγώ θα ευλογήσω αυτήν να έχει την χάρη μου ».

Αυτά είπε η Μεγαλόχαρη, και χάθηκε από το όραμα, το οποίο έβλεπε ο καπετάν Νικόλας. Αμέσως, ξύπνησε συγκλονισμένος και με δάκρυα στα μάτια, έπεσε στο έδαφος και ζητούσε συγχώρεση από την Παναγία, γιατί παραμέλησε το τάμα του. Αφού ξημέρωσε, αμέσως ενημέρωσε τους κατοίκους και ζήτησε να του αναφέρουν αν γνωρίζουν κάποιον αγιογράφο. Αυτοί του συνέστησαν τον υιό ενός ιερέως, ο οποίος ονομαζόταν Ιωάννης Μαυρομιχάλης και είχε χάρισμα στην ιερή τέχνη της εικονογραφίας.

Ο καπετάν Νικόλας τον επεσκέφθη και, αφού του εξιστόρησε το θαυμαστό γεγονός της διασώσεώς του από την Παναγία, του παρήγγειλε να φτιάξει μία λαμπρά εικόνα της Θεοτόκου, συμφώνως με τις οδηγίες της Παναγίας στο όραμά του. Έδωσε χρήματα στον αγιογράφο και την επόμενη ημέρα αναχώρησε για την πατρίδα του. Με προσευχή και νηστεία, όπως επιτάσσει η λειτουργική τέχνη της εικονογραφίας, ο αγιογράφος ολοκλήρωσε την αγιογράφηση της χαριτοβρύτου εικόνος της Παναγίας της Πεταλιδιωτίσσης. Κατόπιν, με την προβλεπόμενη τάξη, οι πιστοί την ενθρόνισαν στο τέμπλο του Ιερού Ναού. Ταυτοχρόνως με την τοποθέτηση, άρχισε να ποιεί τα θαυμάσιά Της προς τον πιστό λαό της περιοχής.

Από τότε και μέχρι σήμερα η χάρις και τα θαύματα της Παναγίας της Πεταλιδιωτίσσης είναι παρά πολλά και με ταπεινό τρόπο εκδηλώνονται και μαρτυρούνται από τους πιστούς.

Η Παναγία η Πεταλιδιώτισσα, ανεδείχθη προστάτις των εγκυμονουσών γυναικών, των νηπίων, των γονέων, των μη εχόντων τέκνα, των ταλαιπωρουμένων από διάφορες ασθένειες ψυχής και σώματος.

Η προσκύνηση της θαυμαγουργού εικόνος της Παναγίας αγιάζει τους με ευλάβεια προσκυνούντας Αυτήν, λύει τα δεινά, θεραπεύει τα πάθη και χαρίζει πλούσια την χάρη Της.

Οι κάτοικοι του Πεταλιδίου πανηγυρίζουν και τιμούν την Ιερά Εικόνα της Θεοτόκου της Ζωοδόχου Πηγής την Παρασκευή της Διακαινησίμου Εβδομάδος και με ιδιαίτερη ευλάβεια και λαμπρότητα λιτανεύουν το θαυματουργό εικόνισμά Της προς ευλογία και αγιασμό του λαού και του τόπου.

Το Πεταλίδι εκτός της δεσπόζουσας θέσεώς του στον Μεσσηνιακό κόλπο και την τουριστική του φήμη, είναι επίσης γνωστό και για την ξεχωριστή και μοναδική Κυρά του, την Παναγία την Πεταλιδιώτισσα, η οποία αναμένει υπομονετικά τον καθένα μας, στέκεται πάντα εκεί στο θρονί Της από το 1841, συνεχίζει να αγκαλιάζει τους κατοίκους όλης της Μεσσηνίας, αλλά και χωρίς όρια αγκαλιάζει και ευλογεί όλα τα παιδιά Της σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου, τα οποία καταθέτουν το τάμα της καρδίας τους, τον πόνο τους και τις ευχαριστίες τους, για να συνεχίζουν τον αγώνα τους μέσα στο πέλαγος της ζωής και Εκείνη στέκει αρωγός, Μητέρα με ανοικτή την αγκαλιά Της και πρεσβεύει, ώστε ο Υιός Της, ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, να σώζει όλους τους ανθρώπους τώρα και πάντοτε. Η Παναγία του Πεταλιδίου είναι αιώνες τώρα η Έφορος και Προστάτις της Μεσσηνίας». ( από έρευνα του Ιωάννου Π. Μπουγά)



Πεταλίδι Ιστορία

Στην περιοχή Νιχώρια, κοντά στο Πεταλίδι, έχει ανασκαφεί σημαντικός προϊστορικός οικισμός, ο οποίος άκμασε ιδιαίτερα στην μυκηναϊκή εποχή. Εγκαταλείφθηκε στα μέσα του 8ου αιώνα π.Χ.[3] Το Πεταλίδι έχει αναγνωριστεί ως θέση όπου βρισκόταν η αρχαία Αίπεια. Η Αίπεια ήταν μία από τις επτά Μεσσηνιακές πόλεις που παραχωρούσε ο Αγαμέμνονας σαν προίκα της κόρης του Ιφιγένειας, εάν την παντρευόταν ο Αχιλλέας. Η Αίπεια καταστράφηκε από τους Λακεδαιμόνιους στον Γ΄ Μεσσηνιακό πόλεμο, καθώς είχε συμμαχήσει με την Μεσσήνη, και οι κάτοικοί της κατέφυγαν στη Σικελία.[4]

Το 369 π.Χ. ο Θηβαίος Επιμενίδης στη θέση της Αίπειας ίδρυσε μια νέα πόλη την οποία ονόμασε Κορώνεια – Κορώνη, από το όνομα της Κορώνειας της Βοιωτίας, από όπου καταγόταν. Η Κορώνη εντάχθηκε στην Αχαϊκή Συμπολιτεία, της οποίας ήταν μέλος το 175 π.Χ.[4] Η Κορώνη συνέχισε να υπάρχει μέχρι τους πρώτους βυζαντινούς χρόνους. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ιουστινιανού, λόγω διαφόρων καταστροφών, είτε φυσικών είτε λόγω επιδρομών, οι πόλεις της Πελοποννήσου γνώρισαν κάμψη. Ο Ιουστινιανός προχώρησε σε οικιστική αναδιαμόρφωση, μετακινώντας ολόκληρο των πληθυσμό πόλεων σε νέες τοποθεσίες και συχνά άλλαζε το όνομα της πόλης. Τέτοιες μετακινήσεις αναφέρονται από τον Προκόπιο στο Περί κτισμάτων, αν και οι αναφορές του για την Πελοπόννησο είναι σπάνιες.[5] Ανάμεσα στις πόλεις που μετακινήθηκαν εκείνη την περίοδο ήταν η Κορώνη, η οποία από τη θέση της αρχαίας Αιπείας μετακινήθηκε στη θέση της Αρχαίας Ασίνης, στη σημερινή Κορώνη.[6]

Ο σύγχρονος οικισμός δημιουργήθηκε το 1830. Με το διάταγμα 3016/11-08-1830, ο Ιωάννης Καποδίστριας παραχώρησε το χώρο του Πεταλιδίου, ο οποίος ανήκε στις εθνικές γαίες, στον συνταγματάρχη Νικόλαο Πιεράκο–Μαυρομιχάλη,[4] ως αμοιβή για τις υπηρεσίες του κατά τη διάρκεια της επανάστασης. Στον οικισμό εγκαταστάθηκαν σύντομα και άλλοι Μανιάτες. Σύμφωνα με την εφημερίδα «Αναγεννηθείσα Ελλάς», με τόπο έκδοσης το Ναύπλιο, το 1836 στο Πεταλίδι είχαν εγκατασταθεί περισσότερες από 200 οικογένειες και είχαν οικοδομηθεί 120 οικίες.

« Παναγία η Πεταλιδιώτισσα Προστάτις του Πεταλιδίου και Έφορος της Μεσσηνίας

Μεγάλη ευλογία λαμβάνει ο ευλαβής προσκυνητής, όταν φθάσει στον Θεομητορικό Ιερό Ναό της Παναγίας της Πεταλιδιωτίσσης και προσκυνήσει την ιερά και χαριτόβρυτη Εικόνα της Παναγίας της Ζωοδόχου Πηγής.

Το Πεταλίδι είναι μία μικρή κωμόπολη στα δυτικά του Μεσσηνιακού κόλπου, η οποία σου δίνει τη δυνατότητα να ταξιδεύεις με τη σκέψη και τη ματιά σου και συγχρόνως σου προσφέρει ένα όμορφο φυσικό περιβάλλον.

Η ιστορία του τόπου ανάγεται στην ομηρική εποχή, καθώς βρίσκεται κτισμένη επάνω στα ερείπια της ομηρικής Αιπείας και της αρχαίας Κορώνης.

Στην περιοχή του Πεταλιδίου, μετά την Επανάσταση του 1821, εγκαθίστανται Μανιάτες και από το 1833 οι νέοι αυτοί κάτοικοι άρχισαν να κτίζουν τον Ιερό Ναό της Παναγίας και τις πρώτες κατοικίες τους. Ο Ναός περατώθηκε και εγκαινιάσθηκε, το έτος 1835, από τον Επίσκοπο Μεσσήνης Ιωσήφ. Τον λαμπρό αυτό Ιερό Ναό κοσμούν σήμερα τρία ιερά κειμήλια : α) η χαριτόβρυτος Εικόνα της Παναγίας της Ζωοδόχου Πηγής, η επονομαζομένη Πεταλιδιώτισσα, β) ένα Ιερό Αντιμήνσιο το οποίο χρονολογείται από το έτος 1837 και γ) τεμάχιο Ιερού Λειψάνου του Αγίου Δημητρίου του Μυροβλύτου, το οποίο προσέφερε ως ευλογία ο Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Αιμυαλών το έτος 2015. Ιδιαίτερη, όμως τιμή αποδίδουν οι ευλαβείς πιστοί στην Εικόνα της Θεοτόκου της Πεταλιδιωτίσσης.