Μύκονος Αξιοθέατα

Μύκονος

Γενικά η Μύκονος έχει σχήμα ακανόνιστου τριγώνου που διακόπτεται από μικρούς ορμίσκους, κυριότεροι των οποίων είναι ο Πάνορμος, ο Τούρλος, όπου και ο κύριος λιμένας και η Χώρα. Κυριότερα ακρωτήρια της Μυκόνου είναι η Αληγόμαντρα, ο Αρμενιστής και το Ευρύ, απέναντι από το Δραγονήσι. Σε απόσταση 2 μιλίων βρίσκεται η ιστορική Δήλος και δυτικότερα αυτής η Ρήνεια και άλλες βραχονησίδες, όλες ακατοίκητες.

Το έδαφος της Μυκόνου είναι επί το πλείστον πετρώδες και ελάχιστα ομαλό. Υφίστανται μόνο δύο βουνά, αμφότερα δίκορφα μετρίου ύψους: ο Ανωμερίτης (ανατολικά) και ο Βορνιώτης (βόρεια) Και των δύο η υψηλότερη κορυφή τους λέγεται Προφήτης Ηλίας. Η Μύκονος στερείται δασών και παρουσιάζει λίγη φυτεία, με αντίστοιχη περιορισμένη καλλιέργεια κυρίως σε σιτάρι, σταφύλια και σύκα. Εχει πολλούς χειμάρρους και κανέναν ποταμό. Υφίσταται μόνο μια πηγή, παρά τη θέση της μονής Τουρλιανής. Η ύδρευση παλαιότερα γινόταν από πηγάδια. Σήμερα οι ανάγκες υδροδότησης καλύπτονται από το εργοστάσιο αφαλάτωσης, που λειτουργεί στην περιοχή του Κόρφου, και από τα δύο φράγματα, του Μαραθιού και της Μαούς.

Το υπέδαφος της Μυκόνου έχει χαρακτηριστεί πλούσιο σε κοιτάσματα μαγγανιούχου σιδήρου, χαλκού και γαληνίτη, πλην όμως παραμένουν ανεκμετάλλευτα. Κυριότερα γεωργικά προιόντα είναι κριθάρι, σταφύλια και σύκα, καθώς και η περιορισμένη κτηνοτροφία. Χαρακτηριστικό είναι το τυρί της Μυκόνου, η γνωστή κοπανιστή, με πικάντικη καυτερή γεύση. Ενα επίσης, τοπικό τυρί είναι η τυροβολιά, ανάλατο τυρί με το οποίο γίνεται το ξινότυρο και οι παραδοσιακές πίτες, μελόπιτα και κρεμμυδόπιτα. Παλαιότερα η Μύκονος ήταν σπουδαίος κυνηγότοπος για ορτύκια και τρυγόνια. Επίσης οι κάτοικοι ασχολούνται με την αλιεία.

Αρχικά η Μύκονος αποτελούσε τμήμα της επισκοπής της Δήλου. Οταν όμως παρήκμασε η επισκοπή αυτή, προσαρτήθηκε στην επισκοπή Τήνου. Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας, η Μύκονος ακολούθησε εκκλησιαστικά την τύχη των άλλων νήσων των Κυκλάδων. Συγκεκριμένα, όταν η Μύκονος καταλήφθηκε από τους Γκίζη, ιδρύθηκε η λατινική επισκοπή Μυκόνου που διατηρήθηκε έως το 1449 όταν ο Πάπας Νικόλαος Ε λόγω έλλειψης καθολικών πιστών, ένωσε την επισκοπή αυτή με εκείνη της Τήνου, υπό τον τίτλο επισκοπή Τήνου και Μυκόνου. Το 1537 με την κατάληψη από τους Τούρκους, το Οικουμενικό Πατριαρχείο ανασύνταξε την μητρόπολη Παροναξίας, στην οποία και τέθηκε εξαρχικά μέχρι το 1646 οπότε αποσπάσθηκε και αποτέλεσε τμήμα της επισκοπής Σίφνου και Μήλου. Σε αυτήν παρέμεινε μέχρι το 1833 οπότε και συγχωνεύτηκε με την επισκοπή Κυκλάδων. Σήμερα υπάγεται στην ιερά μητρόπολη Σύρου Τήνου και Ανδρου.

Το νησί κοσμείται από το μοναστήρι της Παναγίας της Τουρλιανής, στην Ανω Μερά, όπου φυλάσσεται η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Τουρλιανής. Στην Χώρα της Μυκόνου λειτουργούν οι ναοί: Μεγάλη Παναγιά ή Μητρόπολη, Αγία Κυριακή, Παναγία Γη Πανάχραντος ή Πανάχρα ενώ σε όλο το νησί υπάρχουν πάνω από 500 εκκλησίες και ξωκλήσια, ένα για κάθε μέρα του χρόνου, όπως λένε οι ντόπιοι.

Ο δήμος Μυκόνου περιλαμβάνει το νησί της Μυκόνου, τα νησιά Ρήνεια και Δήλο, οι οποίες στην τοπική διάλεκτο καλούνται και Δήλες, καθώς και μικρότερες νησίδες γύρω από τη Μύκονο.

Η Μύκονος παράγει και πολιτισμό μέσω των φορέων της: Κοινωφελής Δημοτική Επιχείρηση Πολιτιστικής Ανάπτυξης Μυκόνου. Πολιτιστικός Οργανισμός Γεώργιος Αξιώτης. Γρυπάρειο Πολιτιστικό Κέντρο.

Αρχαιολογικό Μουσείο.

Κτίσθηκε το 1902 για να στεγάσει τα ευρήματα του 426 – 5 πχ από την Ρήνεια. Το αρχικό νεοκλασικό κτίριο πήρε την σημερινή νησιώτικη μορφή του το 1934 ενώ το 1972 προστέθηκε η μεγάλη ανατολική αίθουσα.

Από τα ευρήματα της Μυκόνου, εντυπωσιάζει ιδιαίτερα ο μεγάλος Πίθος της Μυκόνου (πιθαμφορέας από Τηνιακό εργαστήριο, του 7ου πχ) με τις πλούσιες ανάγλυφες παραστάσεις του από τον Τρωικό Πόλεμο, κατανεμημένες σε ζώνες (σε κεντρική σύνθεση παριστάνονται οι Αχαιοί πολεμιστές με το Δούρειο Ιππο).

Στο Αρχαιολογικό μουσείο φιλοξενούνται κατά καιρούς εκθέσεις, όπως η έκθεση Vanity, μια διακυκλαδική έκθεση που εγκαινιάστηκε το καλοκαίρι του 2016 με αντιπροσωπευτικά δείγματα κοσμημάτων που έχουν βρεθεί στις Κυκλάδες από τα νεολιθικά χρόνια έως και σήμερα και πιο πρόσφατα την έκθεση The Palace at 4 am μια ομαδική έκθεση σύγχρονη τέχνης που περιλαμβάνει δεκατρείς καλλιτέχνες από διαφορετικές χώρες, το έργο των οποίων αντιπαρατίθεται με τη μόνιμη συλλογή του μουσείου.

Ναυτικό Μουσείο Αιγαίου.

Σκοπός του μουσείου είναι η διατήρηση, προβολή και μελέτη της Ελληνικής ναυτικής ιστορίας και παράδοσης και ειδικότερα η εξέλιξη και δραστηριότητα του εμπορικού πλοίου, κυρίως στoν ιστορικό χώρο του Αιγαίου.

Λαογραφικό Μουσείο Μυκόνου.

Βρίσκεται στην θέση Κάστρο, κοντά στην Παραπορτιανή και στεγάζεται σε παλιό διώροφο καραβοκυραίικο σπίτι. Το Λαογραφικό μουσείο Μυκόνου έχει και τα εξής παραρτήματα:

Το Σπίτι της Λένας.

Πρόκειται για ένα αντιπροσωπευτικό μεσοαστικό ισόγειο σπίτι του περασμένου αιώνα στην περιοχή Τρία Πηγάδια στην Χώρα της Μυκόνου.

ΑγροτοΜουσείο Μύλος Του Μπόνη.

Πρόκειται για υπαίθριο μουσείο, που παρουσιάζει τις παραδοσιακές αγροτικές εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούσαν στην Μύκονο για την παραγωγή και μεταποίηση των αγροτικών προιόντων (αλώνι, φούρνος, πηγάδι, πατητήρι) με επίκεντρο τον παλιό Μύλο του Μπόνη σε κατάσταση πλήρους λειτουργίας.

Το 1887 μετά το ναυάγιο του αγγλικού ατμόπλοιου Volta στα βόρεια παράλια του νησιού, αποφασίστηκε η κατασκευή του φάρου στη θέση Βαρβούλακας (Αρμενιστής) Η Γαλλική εταιρεία φάρων ανέλαβε και ολοκλήρωσε την κατασκευή του έργου το 1891 Το ύψος του πέτρινου φάρου είναι 19 μέτρα και το εστιακό του ύψος είναι 184 μέτρα. Ο μηχανισμός του αρχικού φανού που ήταν κατασκευής Sauter Lemonier, βραβεύτηκε από την διεθνή έκθεση των Παρισίων και λειτούργησε στην κορυφή του φάρου Αρμενιστή μέχρι το 1983 Από τότε εκτίθεται στο προαύλιο του Ναυτικού μουσείου Αιγαίου που στεγάζεται σε ένα παραδοσιακό κυκλαδίτικο κτίριο του 19ου αιώνα, στο κέντρο της Μυκόνου, στην θέση Τρία Πηγάδια.

Μυκηναικός Θολωτός Τάφος

Στα Αγγελικά έγινε αποκάλυψη Μυκηναικού θολωτού τάφου του τέλους του 15ου πχ αιώνα, στην κορυφή του λόφου κοντά στο ξενοδοχείο Λύτρα. Ο τάφος είναι κυκλικός, διαμέτρου 5.80 μ σκαμμένος στο κάτω μέρος μέσα στο έδαφος και με εσωτερική επένδυση τοίχου με λιθοδομή που διατηρείται σε ύψος 4 μ Ο θόλος που έχει καταρρεύσει είχε προστατευτική επιχωμάτωση. Εσωτερικά στο δάπεδο και σε ύψος 0.30 μ διατηρείται μια κτιστή επιφάνεια σε σχήμα Π για την εναπόθεση των νεκρών. Ο θάλαμος έχει πρόσβαση από ένα δρόμο μήκους 14 μ περίπου και πλάτους 2 μ Ολα τα ταφικά αντικείμενα και κτερίσματα, πήλινα αγγεία, χρυσά κοσμήματα, σφραγιδόλιθοι από κρύσταλλο, εκτίθενται στο Αρχαιολογικό μουσείο. Ο τάφος πιθανότατα κατέρρευσε τον 13ο αιώνα πχ και εγκαταλείφθηκε, για αυτό και δεν υπάρχουν μεταγενέστερα ίχνη σχετιζόμενα με τον τάφο. Νεκροταφείο υστερογεωμετρικών και αρχαικών χρόνων ανακαλύφθηκε στην περιοχή των Κάτω Μύλων.

Διβούνια

Στο ομώνυμο ακρωτήριο, αποκαλύφθηκε μια σειρά από οικιστικά λείψανα που ξεκινούν από τους προιστορικούς χρόνους με συνέχεια ως την Ρωμαική περίοδο. Στην χερσόνησο Δίμαστο που χωρίζει τον όρμο Καλαφάτη από την παραλία Καλό Λιβάδι, έχουμε ενδείξεις της πιθανής ύπαρξης άλλης μιας προιστορικής πόλης. Αξια επίσκεψης είναι η Μαυροσπηλιά, όπου βρέθηκαν πολλά εργαλεία και αντικείμενα της νεολιθικής εποχής. Μια μικρή εγκατάσταση στον λόφο πάνω από τα Καμπαναριά, μάλλον ανήκει στις αρχές της 5ης χιλιετίας πχ Στην Αναβολούσα και στο Παλαιόκαστρο υπάρχουν οικισμοί των πρωτοκυκλαδικών και μεσοκυκλαδικών χρόνων αντιστοίχως.

Nεολιθικός Oικισμός Φτελιάς

Η ανασκαφή άρχισε το 1995 ως σωστική και μετά από διακοπή δύο χρόνων συνεχίζεται σήμερα ως συστηματική, από το Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Ο νεολιθικός οικισμός βρίσκεται στην Φτελιά της Μυκόνου, στο μυχό του κόλπου του Πανόρμου και βόρεια της οδού που οδηγεί στο χωριό Ανω Μερά. Η θέση είναι ακριβώς προσανατολισμένη στο βορρά και συνεπώς εκτεθειμένη στους ανέμους, πράγμα που θα καθιστούσε προβληματική τη διαβίωση σε αυτήν το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου. Το γεγονός όμως δεν είναι ασυνήθιστο, καθώς νεολιθικές εγκαταστάσεις με παρόμοιο προσανατολισμό έχουν εντοπιστεί και σε άλλα νησιά των Κυκλάδων, όπως στην Κεφάλα Κέας, στο Σάλιαγκο της Αντιπάρου, στη Γκρόττα Νάξου, σε αρκετές θέσεις της Κύθνου και αλλού.

Από την αρχή της έρευνας άρχισαν να έρχονται στο φως κτιριακά λείψανα ενός μεγάλου προιστορικού οικισμού. Οι παχιές επιχώσεις 1.60 – 2.30 μ έχουν διασώσει τέσσερις οικοδομικές φάσεις, από τις οποίες διατηρείται καλύτερα η παλαιότερη. Στις τελευταίες ανασκαφικές περιόδους (2002 – 2003) ανεσκάφη το μεγαλύτερο μέρος ενός κτιρίου με τοίχους ύψους 1.50 μ που έχει το σχήμα του μεγάρου, ενώ βρέθηκαν αψιδωτά κτίρια και δύο στρογγυλά κτίσματα με ύψος 1.80 μ που πιθανώς χρησιμοποιούνταν ως σιτοβολώνες. Παρόμοια κτίρια είναι ασυνήθιστα στη νεολιθική περίοδο, η διατήρησή τους μάλιστα σε τέτοιο ύψος δεν έχει άλλο προηγούμενο στο Αιγαίο. Γεωμορφολογικές έρευνες έχουν δείξει ότι η Φτελιά ήταν μία οικιστική εγκατάσταση, εκτάσεως 7 – 8 στρεμμάτων, που ήκμασε κατά τη νεότερη νεολιθική και αποδεικνύεται σύγχρονη με τον γνωστό νεολιθικό οικισμό του Σάλιαγκου της Αντιπάρου. Μία σειρά από ραδιοχρονολογίες προσδιορίζουν την κατοίκηση στο χώρο από το 5100 μέχρι το 4500 περίπου πχ

Μέσα στα κτίρια βρέθηκαν θραύσματα κεραμικής αλλά και δεκάδες ακέραια αγγεία, που παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία ως προς την ποιότητα της επιφάνειας και τα σχήματα. Σε ένα τοπικό εργαστήριο φαίνεται ότι ανήκουν χιλιάδες θραύσματα αγγείων με διακόσμηση από επίθετο λευκό και κόκκινο χρώμα, που τοποθετείται μετά το ψήσιμο στην μαύρη στιλβωμένη επιφάνεια του αγγείου εξωτερικά και εσωτερικά. Εκτός από τα κεραμεικά ευρήματα βρέθηκαν σε εκπληκτική αφθονία και εργαλεία από οψιανό, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζουν πολλές δεκάδες αιχμών βελών και δοράτων άριστης ποιότητας, που δείχνουν ιδιαίτερη εξειδίκευση στο κυνήγι. Παρόμοιες αιχμές βελών έχουν βρεθεί στο Σάλιαγκο της Αντιπάρου, αλλά και στην θέση Μαύρη Σπηλιά που δεν απέχει πολύ από την Φτελιά. Το πλήθος πάντως των απολεπισμάτων που συνελέγησαν τόσο από την επιφάνεια όσο και από τα στρώματα της ανασκαφής, καθώς και πολλοί πυρήνες οψιανού, καθιστούν σαφές ότι γινόταν επί τόπου η κατεργασία του υλικού που ερχόταν από την Μήλο. Σε ένα δωμάτιο διαπιστώθηκε ότι υπήρχε χώρος εργαστηρίου.

Εντυπωσιακά ευρήματα είναι τα δύο γυναικεία πήλινα ειδώλια που βρέθηκαν σε μικρό βάθος από την επιφάνεια. Το ένα είναι μικρό, του γνωστού στεατοπυγικού τύπου, χαρακτηριστικού της νεολιθικής περιόδου σε όλη την Ελλάδα, ενώ το άλλο έχει ύψος τουλάχιστον 0.30 και είναι τελείως ασυνήθιστο. Εχει μακρύ κυλινδρικό λαιμό που απολήγει σε ωοειδές κεφάλι, λοξό προς τα πίσω, τριγωνικό σώμα που φέρει δύο κομβιόσχημες αποφύσεις στη θέση των μαστών και αμυδρή βάθυνση στο σημείο του αφαλού και παχείς στεατοπυγικούς γλουτούς.

Η μικρή ποσότητα οστρέων και ψαριών καθιστά προφανές ότι οι κάτοικοι του οικισμού ήταν κυρίως προσανατολισμένοι στην καλλιέργεια της γης, την βόσκηση ζώων και το κυνήγι και όχι τόσο στο ψάρεμα.

Λείψανα της νεολιθικής εποχής εντοπίστηκαν και σε λόφους ανατολικά της Φτελιάς, αλλά και σε άλλα σημεία του νησιού, πράγμα που δείχνει ότι η κατοίκηση ήταν πυκνή από πολύ πρώιμη εποχή.