Σέριφος Αξιοθέατα

Σέριφος

Στην Σέριφο βρίσκεται η μονή Ταξιαρχών, η οποία είναι μονή φρούριο και χρονολογείται από το 1572 Ιδρύθηκε με την έλευση της εικόνας των Ταξιαρχών από την Κύπρο. Είναι χτισμένη με ψηλούς εξωτερικούς τοίχους. Στο παρελθόν ήταν πλούσια και διέθετε κειμήλια και ακίνητη περιουσία και σε γειτονικά νησιά. Για τον λόγο αυτόν ήταν συχνά αντικείμενο επιδρομών από πειρατές.

Στην περιοχή Μούτουλα, στο βόρειο τμήμα του νησιού, κοντά στον οικισμό Γαλανή, είναι γνωστή μία μικρή εμφάνιση μικτών θειούχων ορυκτών, όπου κατά το παρελθόν έγινε περιορισμένη εκμετάλλευση. Το 2004 κατασκευάστηκε φράγμα στην τοποθεσία Στενό, κοντά στο Λιβάδι, για την ύδρευση και άρδευση του νησιού.

Από την αρχαιότητα είναι γνωστή σαν άγονο νησί. Η ψηλότερη κορυφή είναι ο Τούρλος και έχει 585 μ υψόμετρο. Στη νοτιοδυτική περιοχή της νήσου, θέση Κούνδουρο, υπάρχουν κοιτάσματα χαλκού, καθώς και υπολείμματα εκκαμίνευσης μεταλλευμάτων χαλκού, στην θέση με το εύγλωττο τοπωνύμιο Σκουριές.

Γνωστές παραλίες είναι τα Λιβαδάκια, το Καλό Αμπέλι, το Γάνεμα και η Βαγιά στον νότο, το Μαλλιάδικο, το Μεγάλο Λιβάδι και ο Αβεσσαλός στα δυτικά, η Συκαμιά, ο Πλατύς Γιαλός και τα Δυο Γιαλούδια στα βόρεια και η Ψιλή Αμμος, ο Αγιος Σώστης, ο Αγιος Ιωάννης και η Λιά στα ανατολικά.

Τοπικό φαγητό θεωρείται η ρεβιθάδα, που είναι ρεβίθια στον φούρνο με δενδρολίβανο. Τοπικό έδεσμα της Σερίφου είναι η Λούζα. Η Λούζα είναι ένα είδος παστουρμά που παρασκευάζεται από το κρέας του χοίρου. Το πιο κατάλληλο για Λούζα μέρος του ζώου είναι η πλάτη. Το κρέας αυτό κόβεται σε μακρόστενα κομμάτια και πασπαλίζεται με μπόλικο αλάτι, πιπέρι, κύμινο, μπαχάρι και κανέλα. Μετά περνιέται σε έντερο, που έχει πρώτα καλά πλυθεί και ύστερα σταθεί για δύο μέρες σε νερό με λεμόνι. Το κρέας περνιέται στο έντερο, ράβεται με σακοράφα και στρώνεται επάνω σε πλαστήρι. Πάνω στο ξύλο τοποθετούνται πέτρες, πάνω στις πέτρες άλλο πλαστήρι και πάνω και στο δεύτερο πλαστήρι κι άλλες πέτρες. Αφήνεται έτσι για τρεις μέρες και εν συνέχεια αλατοπιπερώνεται και στραγγίζεται στον ήλιο. Η Λούζα είναι έτοιμη σε ενάμιση μήνα περίπου, όταν θα έχει απόλυτα στεγνώσει. Τα κομμάτια της τα κρεμάμε ύστερα στην αποθήκη όπου φυλάσσονται τα τρόφιμα ή στην κουζίνα. Τρώγεται σαν μεζές του κρασιού σκέτη ή με αυγά.

Τοπικό έδεσμα είναι και το ντόπιο τυρί. Το γάλα που χρησιμοποιείται ως βάση για το τυρί αυτό είναι κατά προτίμηση κατσικίσιο. Αλλοι χρησιμοποιούν μείγμα κατσικίσιου και προβατίσιου. Το γάλα πήζεται με πυτιά από το κατσικάκι. Αφού το πηγμένο γάλα σταθεί, μαζεύεται, αλατίζεται και αποτίθεται σε τυροβόλι πλεγμένο με βούρλα. Εκεί το πηγμένο γάλα στραγγίζει ολονυχτίς. Την άλλη μέρα το πρωί τοποθετείται σε καλαμωτή για να στραγγίξει τελείως. Μετά τον μήνα, το τυρί τοποθετείται μέσα σε πήλινο κιούπι, αφού πρώτα αλειφθεί με λάδι, θρούμπι (μυρωδικό που μοιάζει με ρίγανη) και την ύλη του κρασιού (το κατακάθι) Τα υλικά αυτά δημιουργούν προστατευτική κρούστα γύρω από το τυρί ώστε να μην έρχεται σε επαφή με τον ατμοσφαιρικό αέρα. Στη συνέχεια, το κιούπι σφραγίζεται και χώνεται σε λάκκο, όπου πρέπει να παραμείνει όλο το καλοκαίρι, μέχρι περίπου του Σταυρού στις 14 Σεπτεμβρίου. Μέσα στα μεγάλα κιούπια, που είναι ειδικά για αυτή τη δουλειά, μπορεί να χωρέσουν και εκατό κεφάλια τυρί. Το τυρί αυτό είναι αλμυρό και χρησιμοποιείται είτε στα μακαρόνια είτε σκέτο για φάγωμα.