Τείχος Αγίας Τριάδας Στα Μέγαρα

Στο στενό λαιμό της χερσονήσου της Αγίας Τριάδας Μεγάρων, στον όρμο του υδροβιότοπου του Βουρκαρίου, βρίσκεται το τείχος της Αγίας Τριάδας, μοναδικό δείγμα διατειχίσματος των χρόνων της Ελληνικής επανάστασης στην περιοχή της Αττικής.

Μοναδικό στο είδος του οχυρωματικό έργο της επαναστατικής περιόδου, που βρίσκεται νοτιοανατολικά των Μεγάρων, λίγο πιο δεξιά από την Πάχη, στην χερσόνησο της Αγίας Τριάδας. Στο ίδιο σημείο υπάρχει και ο υδροβιότοπος Βουρκάρι που είναι ιδιαίτερης οικολογικής σημασίας. Η κατασκευή του άρχισε το 1818 λίγο πριν την έναρξη της Ελληνικής επανάστασης και αποπερατώθηκε το 1823

Το 1818 οι Μεγαρίτες έπεισαν τον Τούρκο Μουστεσαρίφη, Δερβέν Αγάνα, να τους δώσει άδεια, για να χτίσουν μια μάντρα για να χωρίζει, υποτίθεται, την γη που ανήκε στη μονή Αγίας Τριάδας από τα Μεγαρίτικα, για να μη μαλώνουν με τους καλογήρους για τα καματερά (βόδια για όργωμα) Το 1818 κατασκευάστηκε η βάση του τείχους. Το πάχος της ήταν 1.5 μέτρο και σε μερικά σημεία έφτανε τα 2 μέτρα. Από μάντρα διαμορφώθηκε σε ισχυρό οχυρό με προφανή πλέον στόχο την άμυνα των εξεγερμένων ντόπιων στα χρόνια της Ελληνικής επανάστασης. Το τείχος διασχίζει το λαιμό της χερσονήσου από βορρά προς νότο, απολήγοντας και στα δύο άκρα του πολύ κοντά στη θάλασσα. Εχει ύψος από 3.9 μέχρι 4.1 μέτρα και πολλές πολεμίστρες. Το οχυρό σώζεται σε όλο το μήκος του. Μέσα στο τείχος βρίσκεται και ο ναός της Αγίας Τριάδας.

Η κεντρική πόρτα του τείχους, ξύλινη με μεγάλο πάχος και θωρακισμένη εξωτερικά με λαμαρίνα, βρίσκεται σήμερα στην είσοδο του μοναστηριού της Παναγίας της Φανερωμένης στην Σαλαμίνα. Εχει χτυπήματα απο βλήματα επάνω της. Μέσα στο Βουρκάρι, είχε κατασκευαστεί έναν τοιχίο κάτω από το νερό που χρησίμευε σαν μυστικό μονοπάτι για την είσοδο στο κάστρο. Λέγεται οτι με Ελληνα καταδότη του μυστικού κατελήφθη το τείχος απο τους εχθρούς σε μια απο τις τελευταίες μάχες με τους Τούρκους.

Το τείχος είναι κατασκευασμένο από ασβεστόλιθους ακανόνιστου σχήματος και διαφορετικού μεγέθους, με ασβεστοκονίαμα ως συνδετικό υλικό. Στο πάχος του διαμορφώνεται χαμηλός και στενός περίδρομος, που αναπτύσσεται σε όλο το μήκος της εσωτερικής του πλευράς. Επτά προμαχώνες ημικυκλικού σχήματος, σε απόσταση ανά 20 μέτρα περίπου, διασφάλιζαν τον έλεγχο των ενδιάμεσων τμημάτων, με πλαγιοβολή από τις τυφεκιοθυρίδες των προμαχώνων.

Στο νότιο τμήμα του κεντρικού προμαχώνα διαμορφώνεται πυργόσχημη πύλη. Η πύλη προστατευόταν από καταχύστρα στο άνω τμήμα και τυφεκιοθυρίδες στον κάθετο τοίχο. Το τόξο της διαμορφώνεται με δύο επάλληλες σειρές λίθινων θολιτών και παρεμβαλλόμενη στρώση πλίνθων, που συνιστά το μοναδικό διακοσμητικό στοιχείο του διατειχίσματος.

Το 2006 εκτελέσθηκαν στερεωτικές εργασίες, σε τμήματα του τείχους που είχαν μερικώς καταρρεύσει, ενώ το 2009 υλοποιήθηκε ο ηλεκτροφωτισμός του διατειχίσματος, συμβάλλοντας στην ανάδειξη του μνημείου.

Το τοίχος έγινε επάνω σε παλαιότερα θεμέλια (πιθανών αρχαία) την εποχή της ηγουμενίας του φιλικού γέροντα Γρηγορίου. Η μονή Φανερωμένης είχε συνδράμει τους Μεγαρείς, στην ανοικοδόμηση του, με κάποια χρήματα για την ξυλεία. Ο λόγος ήταν, πως έτσι η μονή της Φανερωμένης θα είχε κάλυψη με ασφάλεια στο θαλάσσιο πέρασμα που γινόταν από την χερσόνησο στην απέναντι περιοχή Στενό της Σαλαμίνας. Διότι η μονή παρέσχε καταφύγιο του άμαχου πληθυσμού των Μεγάρων, της Αθήνας και των γύρω περιοχών από τις επιθέσεις των Οθωμανών. Στην εποχή της ηγουμενίας του Γρηγορίου, στην μονή υπήρχαν ελληνικά αρχεία, βιβλία, περγαμηνές, κειμήλια, ιερά σκεύη και ιστορικά αντικείμενα διάφορων μονών της Αττικής, πχ της μονής Καισαριανής, και των εκκλησιών των Αθηνών. Επίσης ο γέροντας είχε συστήσει νοσοκομείο για να περιθάλπουν τους αγωνιστές Ελληνες. Ακόμη, στη μονή γινόντουσαν συνεδριάσεις αγωνιστών όπως με τους Κριεζώτη, Καραισκάκη, Μακρυγιάννη, Τζαβέλα, Υψηλάντη, πριν απο τις διάφορες πολεμικές επιχειρήσεις. Αργότερα, με εντολή επί βασιλείας του Οθωνα, οι μονές των Μεγάρων Αγίου Ιωάννη και Κυπαρισσιώτισσας έκλεισαν και όλα τα ιστορικά κειμήλια, ιερά σκεύη, βιβλία, αρχεία και άλλα, παραδόθηκαν προς φύλαξη στην μονή της Φανερωμένης.

Το τείχος έγινε για να προστατεύσει τους κατοίκους από το μένος και τις επιδρομές των Τούρκων. Ο Μεγαρικός κάμπος την εποχή εκείνη δέχεται συνεχείς επιδρομές και ο άμαχος πληθυσμός δεν είχε άλλη επιλογή από τον προστατευτεί αρχικώς πίσω από τα τείχη και σε περίπτωση πτώσης του τείχους είχε τη δυνατότητα να καταφύγει στην γειτονική περιοχή της Φανερωμένης, στην Σαλαμίνα. Οι Τούρκοι από την πλευρά τους δεν είχαν πρόσβαση στο νησί, διότι όταν αποπειράθηκαν να ενοικιάσουν Ολλανδικά πλοία για την μεταφορά τους, ο Κωνσταντίνος Μεθενίτης απείλησε τους Ολλανδούς ότι θα βούλιαζε με το δικό του πλοίο όποιον το επιχειρούσε και ματαίωσε την προσπάθεια αυτή.

Λέγεται οτι οι ντόπιοι μάλωναν ως προς την θέση δημιουργίας, διότι κάποιοι το ήθελαν έως και τρία χιλιόμετρα ανατολικότερα. Οντως στην απόσταση αυτή βρίσκονται σημάδια οικοδομικής γραμμής ύψους 0.75 μέτρων.

Η κεντρική πόρτα του τείχους, που τώρα πλέον βρίσκεται στην κεντρική είσοδο της Μονής Φανερωμένης, ήταν ξύλινη με μεγάλο πάχος και θωρακισμένη με λαμαρίνα. Ακόμη και σήμερα φαίνονται οι τρύπες από τις σφαίρες των μαχών εκείνων. Οι Μεγαρίτες έβγαιναν έξω από το τείχος κατά την διάρκεια της ημέρας, τοποθετούσαν καραούλια, σκοπιές δηλαδή και καλλιεργούσαν τα χωράφια τους. Το βράδυ κλείνονταν πάλι μέσα.

Η περιοχή της Αγίας Τριάδας ή Βουρκάρι, είναι ένας από τους πιο ξεχωριστούς προορισμούς στην Αττική. Πέρα από την ιστορία της περιοχής, η Αγία Τριάδα είναι ένας από τους ελάχιστους εναπομείναντες υγροβιότοπους με σπάνια είδη χλωρίδας και πανίδας, όπως τα φλαμίνγκο και οι μαυροκέφαλοι γλάροι που την επισκέπτονται κάθε χρόνο.